ΕΙΔΑΜΕ ΤΟ “ΕΓΩ ΚΑΙ ΕΣΥ” – ΔΥΟ ΕΦΗΒΟΙ ΑΛΛΑΖΟΥΝ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΣΕ 90 ΛΕΠΤΑ
Είδαμε την παράσταση “Εγώ και Εσύ” που σκηνοθετεί η Σοφία Βγενοπούλου στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης και σας μεταφέρουμε τις εντυπώσεις μας.
Κυριακή απόγευμα στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης και η εικόνα στην είσοδο δεν είναι η συνηθισμένη. Ο χώρος είναι γεμάτος νέα παιδιά, μαθητές με τους γονείς τους ή σε παρέες. Η παρουσία τους δεν είναι τυχαία. Το όνομα της σκηνοθέτιδας Σοφίας Βγενοπούλου, που για χρόνια υπηρέτησε την παιδική και εφηβική σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, λειτουργεί ξεκάθαρα ως σημείο αναφοράς για το νεανικό κοινό. Και αυτό ήταν πολύ όμορφο γιατί επιτέλους είδαμε μία παράσταση που απευθύνεται εξίσου σε ενήλικο και μη κοινό.
Η Lauren Gunderson συγκαταλέγεται σήμερα στις σημαντικότερες σύγχρονες φωνές του αμερικανικού θεάτρου και στις πιο πολυπαιγμένες Αμερικανίδες θεατρικές συγγραφείς. Το έργο της I and You (2013) — που παρουσιάζεται στην Ελλάδα στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννηςως «Εσύ κι Εγώ» — είναι ένα τρυφερό, αλλά και αιχμηρό νεανικό δράμα, το οποίο με αφορμή μια σχολική εργασία πάνω στην ποίηση του Walt Whitman μιλά για τη ζωή, τον φόβο, τη φιλία και τη βαθιά ανθρώπινη ανάγκη για σύνδεση.
Η υπόθεση του «Εσύ και Εγώ» είναι απλή, αλλά γεμάτη συναισθηματική ένταση. Ένα αγόρι εισβάλλει στο δωμάτιο ενός κοριτσιού που είναι καθηλωμένο στο σπίτι λόγω σοβαρής ασθένειας. Εκείνη, κλειστή και αμυντική, δεν μπορεί να πάει ούτε στο σχολείο. Εκείνος, φωτεινός και αισιόδοξος, σχεδόν εκνευριστικά θετικός, είναι ο σταρ της ομάδας μπάσκετ του Λυκείου. Χρειάζεται τη βοήθειά της για την εργασία Λογοτεχνίας και προσπαθεί να την κάνει να διαβάσει και να αγαπήσει το «Φύλλα Χλόης» του Walt Whitman. Καθώς η βραδιά προχωρά, τα αποσπάσματα του ποιήματος γίνονται γέφυρες επικοινωνίας, και κάθε νέα αποκάλυψη φέρνει την ιστορία πιο κοντά στον θεατή.
Το νεαρό δίδυμο κάθεται μαζί στο κρεβάτι, το αγόρι βάζει το «A Love Supreme» του John Coltrane και προσπαθεί να εξηγήσει τη μαγεία της τζαζ μουσικής, ενώ το κορίτσι χορεύει ξέφρενα το Great Balls of Fire του Jerry Lee Lewis. Στη διάρκεια της βραδιάς, οι άμυνες πέφτουν και το έργο εξελίσσεται ως μια διαλεκτική αντιπαράθεση που σταδιακά μετατρέπεται σε υπαρξιακή εξομολόγηση.
Η σκηνοθετική προσέγγιση
Το “Εγώ και Εσύ” είναι στην ουσία του ένας ύμνος στη νιότη και στη ζωή. Ένα κοφτερό, σφιχτογραμμένο 90λεπτο ντουέτο που αγκαλιάζει τον έρωτα και τον θάνατο χωρίς στόμφο. Γραμμένο για νέους ηθοποιούς, απαιτεί αλήθεια, ρυθμό και ευθραυστότητα — στοιχεία που η παράσταση καταφέρνει να υπηρετήσει.
Το έργο κρύβει μια λεπτή παγίδα: ισορροπεί ανάμεσα στο ρεαλιστικό εφηβικό δράμα και σε μια υπόγεια μεταφυσική διάσταση που δεν αποκαλύπτεται παρά μόνο στο τέλος. Το να παρακολουθείς μια έφηβη στοιχειωμένη από τη σκιά του θανάτου, να ξαναμαθαίνει την τέχνη της ανθρώπινης επαφής μέσα από την ποίηση του Whitman και την επίμονη παρουσία ενός συνομήλικου, έχει από μόνο του δραματουργική γοητεία. Η συγγραφέας ωστόσο αφήνει διακριτικές ενδείξεις ότι τίποτα δεν είναι ακριβώς όπως φαίνεται. Και η πρόκληση για τη σκηνοθεσία είναι να υπηρετήσει αυτή τη γοητεία χωρίς να την «προδώσει».
Η Σοφία Βγενοπούλου προσεγγίζει το έργο με καθαρότητα και εμπιστοσύνη στον λόγο. Αποφεύγει τις σκηνοθετικές υπερβολές και εστιάζει στη λεπτομέρεια των σχέσεων και στον ρυθμό της συνομιλίας. Δεν «πουλά» το μυστήριο, δεν επιδιώκει τεχνητή ένταση. Επενδύει στον ρυθμό του διαλόγου, στη σιωπή, στις παύσεις, στις μικρές μετατοπίσεις της στάσης των σωμάτων.
Η παράστασή αναδεικνύει με ακρίβεια και ρεαλισμό το εφηβικό στοιχείο: την αμηχανία, τις απότομες μεταπτώσεις, το χιούμορ που λειτουργεί ως άμυνα, τη δίψα για ουσιαστική επαφή. Έτσι, η ανατροπή δεν λειτουργεί ως φτηνό εύρημα, αλλά ως οργανική κατάληξη μιας συναισθηματικής διαδρομής.
Το σκηνικό της Αρτέμιδος Φλέσσα, λειτουργικό και καλαίσθητο, αποτυπώνει πειστικά τον κλειστό κόσμο ενός εφηβικού δωματίου, δημιουργώντας ταυτόχρονα έναν χώρο οικείο αλλά και συμβολικό — ένα μεταίχμιο ανάμεσα στην ασφάλεια και την απομόνωση.
Οι ερμηνείες
Το αποτέλεσμα δεν στηρίζεται μόνο στη δραματουργική ευφυΐα της τελικής ανατροπής, αλλά στην ερμηνευτική διαδρομή και στη σταδιακή αποκάλυψη της ευαλωτότητας των δύο ηρώων.
Οι δύο πρωταγωνιστές καλούνται να ενσαρκώσουν εφήβους που συνομιλούν με την ποίηση και τον θάνατο χωρίς να χάνουν τη νεανική τους αδεξιότητα. Και το καταφέρνουν με τρόπο αβίαστο, χωρίς βαρύγδουπες φιλοσοφικές επισημάνσεις ή διδακτισμό — ο λόγος ακούγεται φυσικός, σχεδόν καθημερινός, ακόμη κι όταν αγγίζει μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα.
Ο Στέργιος Μικρούτσικος αποτελεί αποκάλυψη. Με καθαρή σκηνική παρουσία, εσωτερικότητα και λεπτές συναισθηματικές διακυμάνσεις, χτίζει έναν ήρωα που ισορροπεί ανάμεσα στη φωτεινότητα και στην εύθραυστη τρυφερότητα. Δεν παίζει «το μυστικό» του ρόλου· το αφήνει να διαφανεί σταδιακά, μέσα από βλέμματα, παύσεις και μια σχεδόν αθώα επιμονή.
Η Λήδα Κουτσοδασκάλου στέκεται με συνέπεια απέναντί του, αποδίδοντας με ακρίβεια την κυνική, αμυντική αλλά και βαθιά πληγωμένη πλευρά της ηρωίδας. Η σκηνική τους χημεία είναι ουσιαστική: οι αντιθέσεις τους λειτουργούν δραματουργικά, ενώ η σύγκρουση μετατρέπεται σταδιακά σε σύνδεση.
Μαζί, συγκροτούν ένα πειστικό και συγκινητικό ντουέτο, που κρατά αμείωτη την ένταση σε όλη τη διάρκεια της παράστασης.
Αξίζει να δει κανείς την παράσταση αυτή;
Συνολικά, η παράσταση στο Ίδρυμα Κακογιάννης αναδεικνύει με καθαρότητα τον πυρήνα του έργου: τη στιγμή όπου το «εγώ» τολμά να στραφεί προς το «εσύ» και, μέσα από αυτή τη συνάντηση, να μεταμορφωθεί. Με μέτρο, ευαισθησία και ουσιαστική καθοδήγηση των ηθοποιών, η Σοφία Βγενοπούλου παραδίδει μια παράσταση συγκινητική αλλά όχι μελοδραματική, λιτή αλλά όχι ψυχρή — ένα θέατρο που εμπιστεύεται τον λόγο και τη σιωπή του.
Μέσα από την ποίηση, τα δύο παιδιά έρχονται αντιμέτωπα όχι μόνο με την εργασία τους, αλλά με τον ίδιο τους τον εαυτό. Πίσω από την ειρωνεία, τις εξάρσεις και την επίφαση της νεανικής αδιαφορίας, διακρίνεται η βαθιά, σχεδόν απεγνωσμένη ανάγκη τους για νόημα. Και εκεί, ακριβώς σε αυτή τη ρωγμή, γεννιέται η αληθινή συγκίνηση της παράστασης. Και ήταν πολύτιμο που το θέατρο ήταν γεμάτο με νέους ανθρώπους.