Ελίνα Γιουνανλή

ΕΙΔΑΜΕ ΤΟ “ΤΡΙΤΟ ΣΤΕΦΑΝΙ” – ΟΤΑΝ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΛΑ ΜΕ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΦΩΝΗ

Είδαμε το “Τρίτο Στεφάνι”, τη θεατρική μεταφορά του βιβλίου του Κώστα Ταχτσή σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού και σας μεταφέρουμε τις εντυπώσεις μας.

Ο Κώστας Ταχτσής (1927–1988) υπήρξε μια από τις πιο ιδιότυπες και αντισυμβατικές μορφές των ελληνικών γραμμάτων. Έζησε στο περιθώριο, τόσο κοινωνικά όσο και λογοτεχνικά, ακολουθώντας έναν τρόπο ζωής που συχνά ερχόταν σε σύγκρουση με τις κυρίαρχες αντιλήψεις της εποχής. Το “Τρίτο Στεφάνι” είναι ένα από τα πιο πολυδιαβασμένα μυθιστορήματα της ελληνικής λογοτεχνίας, το οποίο καταγράφει με οξύτητα και αμεσότητα τις αντιφάσεις της ελληνικής κοινωνίας κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου και των ταραγμένων ιστορικών περιόδων της Κατοχής και του Εμφυλίου. Η διαδρομή της συγγραφής του βιβλίου είναι άρρηκτα δεμένη με την περιπλανώμενη ζωή του : την άνοιξη του 1960 επέστρεψε στην Ελλάδα και ξεκίνησε ένα τον γύρο της Ευρώπης με βέσπα, φτάνοντας ως το Εδιμβούργο, όπου έγραψε μερικά κεφάλαια του έργου.  Αργότερα, από την Αυστραλία, έστειλε τα χειρόγραφα στην Ελλάδα, τα οποία απορρίφθηκαν ως «ακατάλληλα», για να τα εκδώσει τελικά με δικά του έξοδα τον Νοέμβριο του 1962.

Ακολούθησε η μετανάστευσή του στις ΗΠΑ (1962–1964), η συνεργασία του με το πρωτοποριακό περιοδικό Πάλι, καθώς και η εργασία του ως ξεναγός και μεταφραστής. Κατά τη διάρκεια της Δικτατορίας πρωτοστάτησε στη «Δήλωση των 18» ενάντια στη λογοκρισία, συμμετείχε στην έκδοση των 18 κειμένων (1970) και βρέθηκε επανειλημμένα στο στόχαστρο της Ασφάλειας. Στη Μεταπολίτευση αγωνίστηκε ανοιχτά για τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων, μιλώντας χωρίς ωραιοποιήσεις για τη ζωή του και τη δράση του, όπως αποτυπώνεται και στην επιστολή του στο βιβλίο Από τη χαμηλή σκοπιά, επιβεβαιώνοντας πως το έργο και η ζωή του υπήρξαν αδιαχώριστα.

Το Τρίτο Στεφάνι είναι ένα μυθιστόρημα βαθιά ανθρώπινο, τολμηρό και αποκαλυπτικό, που καταγράφει με μοναδική αφηγηματική δύναμη την ελληνική κοινωνία από τις αρχές του αιώνα έως και τη μετεμφυλιακή περίοδο. Στη διάρκεια της Χούντας άρχισε να γίνεται γνωστό κυρίως από τους πολιτικούς κρατουμένους. Το 1970 κυκλοφόρησε εκ νέου από τις εκδόσεις Ερμής και ακολούθως καθιερώθηκε ως έργο-σταθμός, ξεπερνώντας τα όρια της λογοτεχνίας και αποκτώντας σχεδόν μυθική διάσταση στη συλλογική μνήμη.

Το Τρίτο Στεφάνι
Ελίνα Γιουνανλή

Η υπόθεση

Το μυθιστόρημα ξετυλίγεται μέσα από τις φωνές δύο γυναικών, της Εκάβης και της Νίνας, οι οποίες αφηγούνται σε πρώτο πρόσωπο τη ζωή τους, αλλά και τη ζωή των ανθρώπων γύρω τους. Οι αφηγήσεις εναλλάσσονται χωρίς αυστηρά κεφάλαια, δημιουργώντας έναν προφορικό, σχεδόν εξομολογητικό λόγο.

Μέσα από τις προσωπικές αυτές ιστορίες, σκιαγραφείται ένα ευρύ κοινωνικό και ιστορικό πανόραμα: οι μικροαστικές οικογένειες της Αθήνας, οι γάμοι και οι χωρισμοί, οι κοινωνικές συμβάσεις, οι προσδοκίες και οι διαψεύσεις, ο πόλεμος, η Κατοχή, ο Εμφύλιος. Το «Τρίτο Στεφάνι» – ο τρίτος γάμος δηλαδή – λειτουργεί τόσο κυριολεκτικά όσο και συμβολικά, ως ένδειξη μιας ζωής γεμάτης επαναλήψεις, λάθη, αντοχές και συμβιβασμούς.
Το έργο διαθέτει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία. Ο Ταχτσής είχε αποκαλύψει πως, ουσιαστικά, ο χαρακτήρας της Εκάβης Λόγγου είναι απόλυτα βασισμένος στη γιαγιά του, που τον μεγάλωσε.

Το Τρίτο Στεφάνι
Ελίνα Γιουνανλή

Η σκηνοθετική προσέγγιση του Στάθη Λιβαθινού

Το «Τρίτο Στεφάνι» δεν είναι απλώς μια πιστή απεικόνιση της Ελλάδας του Μεσοπολέμου, αλλά μια βαθιά κοινωνιολογική καταγραφή των ανισοτήτων και των τραγικών αντιφάσεων της ελληνικής κοινωνίας. Η μεταφορά του στη σκηνή αποτελεί εκ των πραγμάτων πρόκληση, καθώς ο ρεαλισμός του κειμένου απαιτεί μια σκηνοθετική ματιά ικανή να αποδώσει τόσο τα συναισθηματικά βάρη των ηρωίδων όσο και τη δυναμική της εποχής. Ο Στάθης Λιβαθινός επέλεξε μια εναλλακτική, μη συμβατική γραφή, απομακρυσμένη από τα παραδοσιακά ανεβάσματα, επενδύοντας στον μινιμαλισμό και στην ατμόσφαιρα. Με αποστασιοποιημένη αλλά έντονα φορτισμένη σκηνοθετική ματιά, ανέδειξε τη συναισθηματική ένταση των χαρακτήρων χωρίς σκηνικές υπερβολές.

Το Τρίτο Στεφάνι
Ελίνα Γιουνανλή

Τα σκηνικά της Ελένης Μανωλοπούλου παραπέμπουν σε ένα «μεσοπολεμικό καμπαρέ», αποδίδοντας την ατμόσφαιρα της εποχής με λιτότητα και ακρίβεια. Παρότι τα αντικείμενα είναι ελάχιστα, η παράσταση απλώνεται σε όλο το θέατρο, επεκτείνοντας την αφήγηση πέρα από τα όρια της σκηνής. Η επιλογή αυτή ενισχύει το αίσθημα κλειστοφοβίας και εγκλωβισμού των ηρωίδων, ενώ η σκηνοθετική δομή παραμένει σφιχτή και φορτισμένη, μετατρέποντας κάθε στοιχείο του χώρου σε ενεργό μέρος του συναισθηματικού τοπίου.

“Τρίτο Στεφάνι”: Οι ερμηνείες

Η μεγάλη καινοτομία του Κώστα Ταχτσή στο «Τρίτο Στεφάνι» είναι η προφορική αφήγηση που διαπερνά το κείμενο. Οι ηρωίδες του, η Νίνα και η Εκάβη, μιλούν όπως μιλά ο κόσμος: με πάθος, επαναλήψεις, κουτσομπολιό, πίκρα, χιούμορ, σκληρότητα και τρυφερότητα μαζί. Μέσα από τις προσωπικές τους ιστορίες ξεδιπλώνεται η νεότερη ελληνική ιστορία, οι πόλεμοι, η Κατοχή, ο Εμφύλιος, οι κοινωνικές συμβάσεις, η πατριαρχία, η μικροαστική ηθική, η υποκρισία της οικογένειας.

Το Τρίτο Στεφάνι
Ελίνα Γιουνανλή

Η παράσταση του Στάθη Λιβαθινού αποδίδει την απολύτως προφορική φύση του κειμένου με ιδιαίτερη ακρίβεια, κυρίως μέσα από τις ερμηνείες των ηθοποιών. Έκπληξη αποτελεί η Βιργινία Ταμπαροπούλου στον ρόλο της Νίνας. Η Νίνα, μια γυναίκα που αφηγείται τη ζωή της σαν να προσπαθεί να την καταλάβει την ίδια στιγμή, βρίσκει στην ερμηνεία της ηθοποιού μια ουσιαστική, πολυεπίπεδη φωνή. Η Β. Ταμπαροπούλου αποδίδει με ευαισθησία και εσωτερική ένταση τη μοναξιά, την αγωνία και τη διαρκή ανάγκη της ηρωίδας για αγάπη και αποδοχή, αναδεικνύοντας μια ύπαρξη που παλεύει ασταμάτητα ανάμεσα στις προσδοκίες, τις διαψεύσεις και την ανάγκη να συμφιλιωθεί με τον εαυτό της.

Αντίστοιχα, η Μαρία Σαββίδου προσφέρει μια εξαιρετική ερμηνεία στον ρόλο της Εκάβης, χαρίζοντάς του τραγικές διαστάσεις. Η Εκάβη της δεν είναι απλώς μια γυναίκα καταβεβλημένη από τις αποτυχίες και την κοινωνική απομόνωση, αλλά ένας χαρακτήρας βαθιά σύνθετος, σκληραγωγημένος από τη ζωή και ταυτόχρονα εμποτισμένος με πείσμα και αντοχή. Με μια ερμηνεία συγκρατημένη, χωρίς εξάρσεις, αλλά γεμάτη υπόγεια ένταση, η Μ. Σαββίδου αποκαλύπτει μια γυναίκα ρημαγμένη και αξιοπρεπή, που κουβαλά τα τραύματά της χωρίς να τα επιδεικνύει, μετατρέποντάς τα σε δύναμη επιβίωσης.

Το Τρίτο Στεφάνι
Ελίνα Γιουνανλή

Το υπόλοιπο υποκριτικό καστ της παράστασης είναι εξαιρετικό, με κάθε ηθοποιό να συμβάλλει καθοριστικά στη δημιουργία του συνόλου. Ο Βασίλης Ανδρέου, ο Αντώνης Γιαννακός, ο Γιώργος Δάμπασης, ο Βασίλης Ζαφειρόπουλος, ο Νίκος Καρδώνης, ο Στάθης Κόικας, ο Ανδρέας Λαμπρόπουλος, ο Πάρης Λεόντιος, η Άννα Μάγκου, η Λίλλυ Μελεμέ, η Πολυξένη Παπακωνσταντίνου, η Ερατώ Πίσση, ο Άρης Τρουπάκης. Κάθε ένας από αυτούς φέρνει κάτι μοναδικό, ενισχύοντας την ένταση των σκηνών και αναδεικνύοντας την ανθρώπινη διάσταση του έργου με απλότητα και βάθος.

Τα τραγούδια, σε μουσική του Μιχάλη Κωτσογιάννη και στίχους του Στρατή Πασχάλη, λειτουργούν ως ένα υπόγειο σχόλιο πάνω στα πολιτικά και κοινωνικά αδιέξοδα της εποχής, συνομιλώντας με την ιστορία χωρίς να τη διακόπτουν. Η παρουσία του Νίκου Καρδώνη στον ρόλο του κομπέρ εισάγει συνειδητά μια αισθητική παλαιότητας, που παραπέμπει στο μεσοπολεμικό κλίμα και ενισχύει τη θεατρικότητα της αφήγησης. Παρά τη λειτουργικότητά της, η επιλογή αυτή φέρει στιγμές αναχρονισμού, καθώς ο ρόλος του κομπέρ ορισμένες φορές μοιάζει να απομακρύνεται από τη σύγχρονη σκηνοθετική γραφή της παράστασης, δημιουργώντας μια ελαφρά ρωγμή στη συνολική της ατμόσφαιρα.

Ελίνα Γιουνανλή

Συμπέρασμα

Το «Τρίτο Στεφάνι» αρθρώνει έναν λόγο βαθιά κοινωνικό και πολιτικό, που υπερβαίνει τις προσωπικές ιστορίες των ηρωίδων του. Η παράσταση του Στάθη Λιβαθινού επενδύει ουσιαστικά σε αυτή τη διάσταση, υπενθυμίζοντας ότι η Ελλάδα του Μεσοπολέμου, της Κατοχής και των Δεκεμβριανών δεν αποτελεί ένα κλειστό ιστορικό κεφάλαιο, αλλά ένα υπόστρωμα που συνεχίζει να διαμορφώνει συνειδήσεις, συμπεριφορές και συλλογικές στάσεις στο παρόν.

Παρότι σε ορισμένες στιγμές η παράσταση παραπέμπει συνειδητά σε ένα “παλαιότερο” θέατρο, το αποτέλεσμα παραμένει στιβαρό και απολύτως λειτουργικό. Με ερμηνείες υψηλής έντασης και μια σκηνογραφία που μιλά με λιτότητα, αλλά και καθαρή θεατρική δύναμη, το ανέβασμα ξεχωρίζει για τη συναισθηματική του πυκνότητα και τις πολιτικές του προεκτάσεις. Δεν πρόκειται απλώς για μια σκηνική αναμέτρηση με ένα εμβληματικό κείμενο, αλλά για μια ουσιαστική επαναφορά του στο παρόν ως ζωντανό, ανήσυχο και βαθιά ανθρώπινο θέατρο.

Σχετικό Άρθρο
Info:

Από τις 31 Ιανουαρίου η παράσταση μεταφέτεραι λόγω μεγάλης προσέλευσης στο ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΘΕΑΤΡΟ (Ευμολπιδών 45, Αθήνα).

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα