ΕΙΔΑΜΕ ΤΟΝ ΑΓΓΕΛΑΚΑ ΞΕΓΥΜΝΩΝΕΙ ΤΗΝ ΗΛΙΘΙΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΕΝΗΛΙΚΩΝ ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΠΡΙΓΚΙΠΑ
Παρακολουθήσαμε “Το Μπλουζ του Μικρού Πρίγκιπα” του Γιάννη Αγγελάκα στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση και σας μεταφέρουμε τις εντυπώσεις μας.
Πάντα υπήρχε κάτι απόκοσμα παράξενο με τον «Μικρό Πρίγκιπα» του Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερί. Κάτι που δεν ταίριαζε με την ταμπέλα του «παιδικού βιβλίου» που του φορέθηκε σχεδόν μηχανικά, σαν μια βιαστική κατηγοριοποίηση για να γίνει πιο εύπεπτος. Ίσως γιατί, διαβάζοντάς τον —ακόμη και σε ηλικίες που υποτίθεται ότι ανήκει— ένιωθες πως κάτι σου ξεφεύγει. Πως δεν τον καταλαβαίνεις πλήρως, όχι επειδή είναι δύσκολος, αλλά επειδή δεν είσαι ακόμη έτοιμος να τον αντέξεις.
Πίσω από την επιφανειακή του απλότητα, πίσω από τις φαινομενικά παιδικές εικόνες και τις τρυφερές φράσεις, υπάρχει ένα υπόγειο ρεύμα μελαγχολίας και απώλειας. Ένας κόσμος όπου οι ενήλικες παρουσιάζονται όχι απλώς ως γελοίοι, αλλά ως τραγικά αποκομμένοι από την ουσία, όπου η μοναξιά είναι διάχυτη, οι σχέσεις εύθραυστες και η κατανόηση κάτι σπάνιο και επίπονο.
Σίγουρα ο «Μικρός Πρίγκιπας» δεν είναι ένα βιβλίο που σε νανουρίζει, αλλά ένα βιβλίο που σε εκθέτει και σου ψιθυρίζει, σχεδόν ενοχλητικά, ότι μεγαλώνοντας κάτι χάνεις. Και ότι το πιο δύσκολο δεν είναι να το καταλάβεις, αλλά να το αποδεχτείς.
Ίσως γι’ αυτό και λειτουργεί αλλιώς όταν τον ξανασυναντάς στην εφηβεία ή αργότερα. Τότε που η αθωότητα έχει ήδη αρχίσει να φθείρεται και η πραγματικότητα γίνεται πιο σκληρή, ο λόγος του Εξυπερύ αποκτά άλλη βαρύτητα. Δεν είναι πια μια όμορφη ιστορία, είναι μια υπενθύμιση του να καταφέρεις να κρατήσεις ζωντανό αυτό που κάποτε ήσουν.
Η εμπειρία που στήνει επί σκηνής ο Γιάννης Αγγελάκας
Αυτό ακριβώς έρχεται να υπενθυμίσει και να μεγεθύνει ο Γιάννης Αγγελάκας με «Το Μπλουζ του Μικρού Πρίγκιπα» στην Κεντρική Σκηνή της Στέγης, σε μια παράσταση που λειτουργεί λιγότερο ως διασκευή και περισσότερο ως εμπειρία.
Παρακολουθώντας τη, δεν μένεις σε απόσταση, σε απορροφά. Από τα πρώτα λεπτά νιώθεις ότι δεν βρίσκεσαι μπροστά σε μια σκηνική αφήγηση, αλλά μέσα σε ένα ρευστό, σχεδόν ονειρικό τοπίο, όπου ο λόγος, η μουσική και η εικόνα λειτουργούν υπόγεια, σαν ένας ενιαίος παλμός. Η εμπειρία είναι σωματική, σχεδόν υπνωτιστική, σαν να σε τραβάει προς τα μέσα, εκεί όπου οι αναμνήσεις της εφηβείας δεν είναι καθαρές εικόνες αλλά αισθήσεις, θραύσματα, διαθέσεις.
Και ο ίδιος ο Αγγελάκας δεν αντιμετωπίζει το έργο του Εξυπερύ ως παιδικό, αλλά ως ένα βαθιά υπαρξιακό, σκοτεινό, αλλά ταυτόχρονα αισιόδοξο κείμενο. Ένα βιβλίο που μιλά για την ηλιθιότητα της σοβαροφάνειας των ενηλίκων, για την απώλεια της παιδικότητας και, τελικά, για την αγωνία να κρατηθεί ζωντανή η ψυχή μέσα σε έναν κόσμο που την απορρίπτει.
Αυτή η αγωνία διατρέχει ολόκληρη την παράσταση. Και είναι ίσως το πιο ισχυρό της στοιχείο: η αίσθηση ότι αυτό που διακυβεύεται δεν είναι μια ιστορία, αλλά κάτι πολύ πιο προσωπικό και καθολικό ταυτόχρονα. Η ίδια η δυνατότητα να παραμείνεις άνθρωπος.
Η σκηνοθεσία και οι ερμηνείες
Ο Γιώργος Γούσης μετατρέπει τη σκηνή σε έναν ασταθή, πολυεπίπεδο χώρο όπου το θέατρο, η μουσική και η αφήγηση συνυπάρχουν χωρίς σαφή όρια. Τίποτα δεν μένει σταθερό, οι ρόλοι μετακινούνται, οι φόρμες διαλύονται και ξαναχτίζονται μπροστά σου, δημιουργώντας ένα σύμπαν διαρκούς μετάβασης. Και εκεί ακριβώς βρίσκεται ένα από τα πιο ουσιαστικά επιτεύγματα της παράστασης: η πλήρης, οργανική συνύπαρξη του Εξυπερύ με τον Αγγελάκα.
Οι στίχοι, οι παρεμβάσεις και οι μουσικές ενσωματώνονται με τέτοια φυσικότητα, ώστε ως θεατής συχνά αδυνατείς να διακρίνεις πού τελειώνει το πρωτότυπο κείμενο και πού αρχίζει η προσωπική γραφή του Αγγελάκα. Δεν πρόκειται για μια απλή διασκευή, αλλά για μια συνομιλία και τελικά για μια δημιουργική συγχώνευση.
Σε στιγμές, η παράσταση απομακρύνεται σχεδόν ολοκληρωτικά από το θέατρο και μετατρέπεται σε μια δυνατή συναυλία. Ο ήχος, οι φωνές, τα ηλεκτρονικά στοιχεία και η σκηνική ένταση κορυφώνονται, δημιουργώντας ένα περιβάλλον που θυμίζει live εμπειρία, το ταξίδι στους πλανήτες παύει να είναι μια αφηρημένη, συμβολική διαδρομή και γίνεται σωματικό: το νιώθεις, σε διαπερνά.
Νευραλγική σε αυτή τη σκηνική σύνθεση είναι η παρουσία των τριών νεαρών ηθοποιών, της Νάντιας Μπαϊμπά, της Ειρήνης Μπούνταλη και του Νικόλα Παπούλια. Και οι τρεις κινούνται με απόλυτη αφοσίωση, καταθέτοντας επί σκηνής όχι μόνο την ερμηνευτική τους ικανότητα, αλλά και μια έντονα σωματική παρουσία. Η κίνηση, η φωνή και η ενέργειά τους λειτουργούν ως βασικοί φορείς της αφήγησης, γεφυρώνοντας το λόγο με τη μουσική και ενισχύοντας τη συνολική υπνωτική ατμόσφαιρα.
Θα ξεχωρίσω τη Νάντια Μπαϊμπά, μια νέα ηθοποιό που δείχνει ήδη αξιοσημείωτη σκηνική ωριμότητα. Με ακρίβεια στην κίνηση, έλεγχο στην έκφραση και μια εσωτερικότητα που δεν γίνεται ποτέ επιτηδευμένη, καταφέρνει να συγκεντρώνει το βλέμμα χωρίς να το επιβάλλει, κάτι που σπάνια συναντά κανείς σε τόσο πρώιμο στάδιο.
Μέσα σε αυτό το πυκνό ηχητικό και οπτικό σύμπαν, το γνώριμο απόσπασμα «Μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια» επιστρέφει όχι ως φράση που έχουμε απλώς αποστηθίσει, αλλά ως κάτι που ξαναποκτά βάρος. Η εμπειρία της παράστασης σε παρασύρει σε μια συγκλονιστική κατάδυση σε ένα σκοτεινό ανάγνωσμα της εφηβείας σου, το διαστέλλει, το επανασυνθέτει και του δίνει νέες, απρόσμενες διαστάσεις.
Αξίζει να δει κάποιος την παράσταση αυτή του Γιάννη Αγγελάκα;
Εξυπακούεται και επιβάλλεται ταυτόχρονα: «Το Μπλουζ του Μικρού Πρίγκιπα» δεν είναι μια νοσταλγική επιστροφή σε κάτι γνώριμο και ασφαλές. Είναι μια άσκηση ισορροπίας πάνω σε ένα εξαιρετικά λεπτό σχοινί: ανάμεσα στην παιδικότητα και την ενηλικίωση, την αθωότητα και τη βία, τη ζωή και την απώλεια. Ένα έργο που όχι μόνο δεν αποφεύγει το σκοτάδι, αλλά το κοιτάζει κατάματα και επιμένει, σχεδόν πεισματικά, ότι μέσα σε αυτό κρύβεται και η μόνη πιθανή ελπίδα.