ΟΡΦΕΑΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΔΗΣ – ΕΥΓΕΝΙΑ ΣΑΜΑΡΑ: “ΥΠΗΡΞΕ ΜΙΑ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ ΣΤΗ ΜΕΤΑΞΥ ΜΑΣ ΧΗΜΕΙΑ”
Η Ευγενία Σαμαρά και ο Ορφέας Αυγουστιδης μιλούν στο NEWS 24/7 με αφορμή την παράσταση “Εκείνος που έκλεψε τη μέρα και πλήρωσε τη νύχτα”.
Ο Ορφέας Αυγουστίδης και η Ευγενία Σαμαρά συναντιούνται για πρώτη φορά στο θεατρικό σανίδι στην παράσταση «Εκείνος που έκλεψε τη μέρα και πλήρωσε τη νύχτα» του Θωμά Μοσχόπουλου. Βρεθήκαμε πριν από την παράστασή τους στο φουαγιέ του θεάτρου Βασιλάκου και από την πρώτη στιγμή ένιωσα ότι απέναντί μου είχα δύο φίλους και όχι δύο απλούς συναδέλφους. Αυτή η άμεση και αυθεντική σύνδεση δεν είναι κάτι που συναντάς συχνά στον χώρο της τέχνης. Στην παράσταση, αυτή η επικοινωνία μετουσιώνεται σε εξαιρετικές ερμηνείες που αγγίζουν τον πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης, δημιουργώντας μία έντονη και συγκινητική ατμόσφαιρα.
Το έργο του Γκέοργκ Κάιζερ δεν είναι εύκολο, αλλά το ιδιαίτερο σκηνοθετικό στίγμα του Θωμά Μοσχόπουλου το μετατρέπει σε μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα εμπειρία που προκαλεί τον θεατή να αναγνωρίσει τη ματαιότητα, αλλά και την ομορφιά της αναζήτησης και του ταξιδιού του ανθρώπου, ακόμα κι αν αυτός δεν καταλήξει ποτέ στον προορισμό του. Μέσα σε αυτό το πλέγμα συναισθημάτων, ο Ορφέας και η Ευγενία αναδεικνύουν με εξαιρετική μαεστρία τη βαθιά εσωτερική ανάγκη του ήρωα να αναζητήσει νόημα σε έναν κόσμο γεμάτο αβεβαιότητες.
Αλλάζοντας τη ζωή σου σε μία μόνο στιγμή…
Ο Ορφέας Αυγουστίδης πιάνει το νήμα της συζήτησης και ξεκινά μιλώντας για το τι είναι αυτό που τον γοητεύει ιδιαίτερα σε αυτό το έργο λέγοντας: “Μου αρέσει πολύ όταν βρίσκω ένα σημείο επαφής με κάτι που με αφορά, όχι τόσο σε επίπεδο επικαιρότητας, όσο σε υπαρξιακό.
Στο συγκεκριμένο έργο αυτό το στοιχείο είναι έντονο. Με συγκινεί η πορεία ενός ανθρώπου που ψάχνει νόημα. Και ίσως πιο σημαντικό από το να το βρει, είναι ότι δεν σταματά να το αναζητά. Αυτή η μόνιμη αίσθηση ότι κάτι λείπει, ότι αυτό που έχεις δεν αρκεί.
Δεν είναι άραγε αυτό που μας κινεί και σήμερα; Η προσμονή πως «τώρα» θα έρθει το καλό. Πως στην επόμενη στιγμή θα νιώσουμε πλήρεις. Σπάνια μένουμε στο παρόν. Ζούμε μέσα σε μια διαρκή αναμονή — το επόμενο reel που θα μας αποσπάσει, το επόμενο απόκτημα που θα μας γεμίσει για λίγο, τη σχέση που φανταζόμαστε ιδανική, μια απάντηση που θα λύσει όλα τα ερωτήματα για την αγάπη και τη ζωή.
Πάντα κάτι παραπάνω. Πάντα κάτι ακόμη.
Κι όμως, στο έργο αυτό, τη στιγμή που ο ήρωας πιστεύει πως έφτασε σε μια αποκάλυψη, ένα φαινομενικά ασήμαντο γεγονός τον μετατοπίζει ξανά. Αυτή η αέναη κίνηση, αυτή η διαρκής μετατόπιση, είναι βαθιά ανθρώπινη. Και σπάνια συναντάς κάτι τόσο καθαρό και τόσο γυμνό στον πυρήνα του”.
Η Ευγενία Σαμαρά παίρνει τον λόγο: “Θα συμφωνήσω με τον Ορφέα. Τα τελευταία χρόνια αναζητώ τη συνειδητότητα, προσπαθώ να μείνω στο «εδώ και τώρα» και να βρω τρόπους να το κατακτώ ουσιαστικά.
Αυτό το έργο μού απενοχοποίησε πολλά πράγματα γύρω από το νόημα της ζωής και με βοήθησε να δω πιο καθαρά και τη δική μου πορεία: τι είναι αυτό που ψάχνω, πόσο παρούσα είμαι στο τώρα και πόση σημασία δίνω στο τελικό σημείο.
Γιατί το νόημα είναι μια διαδρομή που ο καθένας χαράζει μόνος του και η επιθυμία δεν είναι εχθρός, ούτε το να αναζητάς κάτι καλύτερο. Το ουσιαστικό είναι να μπορείς να απολαμβάνεις τη διαδρομή, να ζεις μέσα σε αυτήν.
Γιατί, τελικά, δεν έχει τόση σημασία ο προορισμός όσο το ίδιο το ταξίδι. Μέσα σε αυτό γεννιούνται νέα θέλω, προκύπτουν απρόβλεπτες διακλαδώσεις, αλλάζουν οι κατευθύνσεις”.
Οι δυο σας συνεργαστήκατε τηλεοπτικά στον Σασμό και τώρα θεατρικά υπό τη σκηνοθετική καθοδήγηση του Θωμά Μοσχόπουλου…
“Πλέον είμαστε φίλοι, κάνουμε παρέα. Με τον Θωμά και την Ευγενία, από την πρώτη στιγμή, αισθάνθηκα ότι αυτό θα λειτουργήσει. Υπήρχε μια βεβαιότητα, μια εμπιστοσύνη στο υλικό και στη μεταξύ μας χημεία” απαντά ο Ορφέας.
Και Ευγενία συνεχίζει: “Και για μένα ήταν καθοριστικό το ότι θα ήμασταν μαζί σε αυτό το ταξίδι. Η παρουσία του Ορφέα και μόνο με έκανε να αισθάνομαι ασφάλεια.
Ήθελα ανέκαθεν να συνεργαστώ με τον Θωμά Μοσχόπουλο. Ο Θωμάς δημιουργεί ένα πεδίο ασφάλειας, αλλά και ελευθερίας. Νιώθεις πως μπορείς να δοκιμάσεις, να ρισκάρεις, να μεταμορφωθείς. Στην παράσταση υποδύομαι πολλούς γυναικείους ρόλους. Αυτή η εναλλαγή ήταν ένα από τα πιο όμορφα δώρα. Το να μετακινείσαι από πρόσωπο σε πρόσωπο, από ψυχή σε ψυχή, σε κρατά ζωντανό, σε εγρήγορση.
Γνωρίζοντας τον τρόπο δουλειάς του Θωμά, μπόρεσα να μπω στη διαδικασία. Είμαι μία ηθοποιός που ηρεμεί μέσα από την τεχνική, χρειάζομαι ένα πρόγραμμα, γιατί απελευθερώνομαι πιο εύκολα. Αυτό ακριβώς συνέβη εδώ.
Ίσως γι’ αυτό ένιωσα πως ανακάλυψα πράγματα που δεν περίμενα από τον εαυτό μου. Όταν βρίσκεσαι σε ένα περιβάλλον ασφαλές, μπορείς να ρισκάρεις. Κι αυτή είναι η μεγαλύτερη ελευθερία: να ξέρεις πως υπάρχουν όρια που σε προστατεύουν, όχι που σε φυλακίζουν. Ίσως τελικά η ελευθερία να γεννιέται μέσα από το μέτρο”.
Ο Ορφέας προσθέτει πως: “Και στη δουλειά, όπως και στη ζωή, ο κανόνας δεν είναι περιορισμός – είναι το όχημα. Όταν συμφωνείς ότι αυτό θα είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα ειπωθεί η ιστορία, τότε μπορείς πραγματικά να παίξεις. Να αυτοσχεδιάσεις με ουσία. Γιατί ξέρεις τα όρια του παιχνιδιού.
Όταν, αντίθετα, επιτρέπονται τα πάντα, το μυαλό μουδιάζει. Αντί να απελευθερώνεται, παραλύει. Είναι αυτό που λέμε «ανάλυση παράλυση»: μπροστά στην απόλυτη ελευθερία δεν ξέρεις από πού να ξεκινήσεις. Δεν μπορείς να δώσεις σε έναν ζωγράφο όλα τα χρώματα του κόσμου και να του πεις «ζωγράφισε όπου θέλεις, ό,τι θέλεις». Ακόμα και ο καμβάς είναι ένα όριο. Ένα πλαίσιο που συγκεντρώνει τη δημιουργία.
Κάποτε ο Σλαβόι Ζίζεκ είχε πει ότι μια γενιά παιδιών, μεγαλωμένη με ανεξέλεγκτη ελευθερία, δυσκολεύτηκε να βρει στόχο. Γιατί οι πρώτοι στόχοι γεννιούνται από τα πρώτα «όχι». Όταν πεις σε ένα παιδί «εκεί δεν μπορείς να πας», εκεί ακριβώς στρέφεται. Το όριο δημιουργεί κατεύθυνση. Αν όλα είναι ανοιχτά, τίποτα δεν γίνεται επείγον. Τίποτα δεν αποκτά βάρος.
Το ίδιο συμβαίνει και με τον ηθοποιό. Αν του πεις «κάνε ό,τι θέλεις», συχνά νιώθει ανασφάλεια. Το πολύτιμο στη δουλειά του Θωμά είναι πως δημιουργεί ένα καθαρό πεδίο, με συγκεκριμένους κανόνες. Όχι για να περιορίσει, αλλά για να απελευθερώσει. Και αυτό δεν είναι καθόλου αυτονόητο. Είναι μια λεπτή ισορροπία — και όταν επιτυγχάνεται, η δημιουργία αποκτά βάθος και στόχο”.
Ο κεντρικός ήρωάς αλλάζει όλη του τη ζωή με μία ασήμαντη αφορμή…
“Ήταν σαν να ήταν έτοιμος από καιρό να γυρίσει τη ζωή του ανάποδα” σχολιάζει η Ευγενία.
Και ο Ορφέας λέει για τον ήρωα που υποδύεται πως: “Αγαπώ βαθιά εκείνους τους λογοτεχνικούς ήρωες που κινούνται σε ένα σύμπαν όπου κάτι δεν εξηγείται πλήρως κι όμως το αποδέχεσαι ως αλήθεια. Από τον κόσμο του Ζίσκιντ μέχρι τον Αλεσάντρο Μπαρίκο και τον «Θρύλο του 1900» και από τις ταινίες του Ζενέ μέχρι το σύμπαν των Monty Python. Πρόσωπα που φέρουν μια παραδοξότητα σχεδόν ποιητική — μια ρωγμή στη λογική που δεν ζητά εξήγηση.
Αυτό με ενθουσίασε και στο έργο. Το γεγονός ότι όλα ξεκινούν από κάτι φαινομενικά ασήμαντο: μια γυναίκα που του λέει «με βοηθάτε λίγο με το κόσμημα;». Και για εκείνον, εκείνη τη στιγμή, τελειώνουν όλα. Αυτό αρκεί. Δεν χρειάζομαι περισσότερη αιτιολόγηση.
Το ότι ένα τόσο μικρό γεγονός γίνεται καταλύτης εξηγεί και τη μετέπειτα ματαίωση. Γιατί ο ήρωας είναι, κατά βάθος, ήδη προορισμένος να ματαιωθεί. Το έχει αποφασίσει ο ίδιος, έστω ασυνείδητα: δεν θα ικανοποιηθεί ποτέ. Κάτι μέσα του ζητά διαρκώς να εκραγεί, να συμβεί, να μετατοπιστεί. Κι αν δεν είναι αυτή η γυναίκα, θα είναι μια άλλη. Αν δεν είναι εκείνη η φράση, θα είναι ένα τυχαίο γεγονός — μια μύγα που περνά από το αυτί του, ένα φως που τον κάνει να στρίψει αλλού.
Η αφορμή δεν έχει σημασία. Σημασία έχει η εσωτερική ανάγκη να συμβεί κάτι που θα ταράξει τα πάντα. Εκεί βρίσκεται το παράλογο, όχι ως υπερβολή, αλλά ως αποκάλυψη μιας βαθύτερης, άρρητης επιθυμίας”.
Όλο αυτό αντικατοπτρίζει και τη ματαιότητα της ζωής μας γενικότερα;
Η Ευγενία Σαμαρά απαντά πως: “Από τη στιγμή που αποκτάς επίγνωση του θανάτου, όλα μοιάζουν, εκ των πραγμάτων, μάταια.
Όμως δεν πιστεύω πως αυτή είναι η κυρίαρχη αλήθεια. Υπάρχουν δυνάμεις πολύ ισχυρές που σε τραβούν μακριά από αυτή τη σκέψη. Μόλις αποδεχθείς ότι «ναι, αυτό είναι το δεδομένο», τότε ανοίγεται ένα άλλο πεδίο: πόσους διαφορετικούς τρόπους μπορείς να βρεις για να ζήσεις, να αξιοποιήσεις, να μεταμορφώσεις αυτό που σου δόθηκε;
Και με ανακουφίζει η ιδέα της εξέλιξης — ότι μπορώ να ανακαλύψω αμέτρητες εκδοχές για να χρησιμοποιήσω αυτό που έχουμε ορίσει ως «ζωή». Να το επανανοηματοδοτήσω ξανά και ξανά. Χωρίς αυτή την προοπτική, δεν ξέρω πώς θα μπορούσα να λειτουργήσω.
Και ίσως γι’ αυτό αγαπώ τόσο τον ήρωα, γιατί κινείται ακριβώς πάνω σε αυτή τη λεπτή γραμμή, ανάμεσα στο κενό και στην ανάγκη να το γεμίσει με νόημα.
Ωστόσο, βλέπουμε την καθημερινότητά του ως μια μίζερη πραγματικότητα που τον τραβά προς τα πίσω και δεν τον αφήνει να απολαύσει τίποτα…”
Ο Ορφέας Αυγουστίδης αναφέρει πως: “Το ενδιαφέρον είναι ότι ο ίδιος προσπαθεί να διαβάσει αυτή την καθημερινότητα ως κάτι σημαντικό. Τουλάχιστον έτσι το προσεγγίσαμε εμείς, μέσα από την ανάγνωση του Θωμά. Σαν να λέει: «Όλα είναι εδώ. Η μουσική, η δουλειά, ο ύπνος, το φαγητό, το σπίτι, το κρεβάτι. Τρώμε μαζί, ζούμε μαζί, ερωτευόμαστε, υπάρχουμε». Δηλαδή, υπάρχει μια συνειδητή προσπάθεια να φωτιστεί η θετική πλευρά.
Ο συγγραφέας, με έναν παράδοξο τρόπο, δεν παρουσιάζει μόνο τη μιζέρια. Σου δίνει τα υλικά και σου λέει: κοίτα τα από όπου θέλεις. Αν ρίξεις το φως από μια συγκεκριμένη γωνία, το πρίσμα θα σκορπίσει χρώματα. Αν το ρίξεις αλλιώς, θα βγάλει μόνο σκοτάδι. Το έργο δεν σε υποχρεώνει να δεις τη μία ή την άλλη εκδοχή, σε αφήνει να επιλέξεις”.
Και η Ευγενία τονίζει πως “Υπάρχει φροντίδα, υπάρχει τρυφερότητα στο περιβάλλον του. Δεν είναι ένα περιβάλλον ψυχρό. Η πρώτη εντύπωση μπορεί να είναι «τι μίζερο τοπίο», αλλά αν σταθείς λίγο, θα δεις πως δεν είναι τόσο απλό”.
Η αφύπνιση…
Τι σημαίνει αυτό το «ξύπνημα» του ήρωα; Και τι συμβαίνει όταν αντικρίζει τη ζωή του σαν παρατηρητής;
“Για μένα είναι μια στιγμή διαύγειας που μοιάζει αληθινή, αλλά δεν μεταφράζεται απαραίτητα σε πράξη. Είναι μια προσωπική συνειδητοποίηση. Όμως, αν δεν τη χρησιμοποιήσεις, αν δεν τη μετατρέψεις σε κίνηση, δεν αφορά κανέναν — ούτε καν εσένα. Μένει μια εσωτερική λάμψη που δεν πρόλαβε να γίνει φως” λέει ο Ορφέας.
Και η Ευγενία συνεχίζει: “Μοιάζει με τη διαύγεια που συχνά περιγράφουν για τους ετοιμοθάνατους: μια ξαφνική καθαρότητα πριν από το τέλος. Ή εκείνη τη στιγμή στην ψυχοθεραπεία όπου νομίζεις πως «το βρήκα». Ανοίγει μια πόρτα αυτογνωσίας, βλέπεις πιο καθαρά, λες «τώρα κατάλαβα».
Αλλά αν δεν είσαι έτοιμος να αντέξεις αυτό που θα δεις — αν δεν είσαι έτοιμος να διαλυθείς λίγο μέσα σε αυτή τη γνώση — τότε η διαύγεια δεν σε σώζει. Σε ταρακουνά και μετά σε αφήνει εκτεθειμένο. Έχεις μια κορύφωση, κι έπειτα έρχεται η πτώση.
Γι’ αυτό με συγκινεί τόσο αυτή η στιγμή στον ήρωα. Είναι σαν να σηκώνεται για λίγο, να στέκεται όρθιος μέσα στο φως — και ύστερα να καταρρέει. Σαν εκείνες τις ιστορίες που λες «μα χθες ήταν καλά, μας μίλησε καθαρά» και την επόμενη στιγμή έχει φύγει. Είναι μια αναλαμπή. Και μετά σβήνει”.
Ο Ορφέας επισημαίνει πως: “Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτή η κορυφαία στιγμή έρχεται πολύ νωρίς, σχεδόν στην τρίτη σκηνή. Ένας μονόλογος που, σε άλλα έργα, θα βρισκόταν στο τέλος ως λύση ή ως κάθαρση. Εδώ όμως τοποθετείται στην αρχή της διαδρομής. Κι αυτό ανατρέπει τα πάντα”.
Είναι η στιγμή της συνειδητοποίησης;
“Ναι — και αμέσως μετά έρχεται η ελεύθερη πτώση. Όταν διάβασα το έργο, θυμάμαι ότι γέλασα με εκείνον τον μονόλογο. Μου φάνηκε σαρκαστικός, σχεδόν κωμικός. Σκέφτηκα: είναι δυνατόν να ανατρέψει κανείς ολόκληρη τη ζωή του επειδή μια γυναίκα του άγγιξε τον καρπό; Να το δει ως κοσμική αποκάλυψη, σαν να εκτοξεύεται στο άλλο άκρο του σύμπαντος;
Και μετά έρχεται εκείνη η σκηνή με τα ίχνη στο χιόνι. Υποψιάζεται πως κάποιος τον ακολουθεί, σβήνει τα ίχνη με τα χέρια του και ξαφνικά τα χέρια του γίνονται το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο. Σαν να ανακαλύπτει μια θεϊκή δύναμη. Δεν αυτοσαρκάζεται. Το πιστεύει.
Εκεί σταμάτησα να γελάω. Γιατί δεν είναι αστείο. Είναι ανθρώπινο. Είναι ο τρόπος που συχνά λειτουργούμε: ξυπνάμε μέσα σε ένα αφήγημα που μας εξυπηρετεί και το ακολουθούμε μέχρι τέλους, χωρίς να κοιτάμε τίποτα άλλο. Αν μας δίνει νόημα, το υπερασπιζόμαστε σαν αλήθεια απόλυτη.
Και κάπως έτσι μοιάζει και η ανθρωπότητα: μια διαρκής μεταμόρφωση σε «φτυάρι», σε εργαλείο της ίδιας της μας αφήγησης, χωρίς να προλαβαίνουμε να το σκεφτούμε” απαντά.
Και η Ευγενία αναφέρει “Ίσως όμως, αν είμαστε λίγο πιο συνειδητοποιημένοι, μπορούμε να λέμε πιο συχνά στον εαυτό μας: «Μην τρελαίνεσαι». Όχι μόνο στο κακό, αλλά και στο καλό. Να μην αποθεώνεις, να μην καταρρέεις. Να μην πιστεύεις ότι τώρα που συνέβη κάτι, όλα αλλάζουν οριστικά.
Να ζεις όλο το φάσμα των συναισθημάτων — τη χαρά, τη λύπη, την απογοήτευση — αλλά χωρίς να χάνεσαι μέσα τους. Δεν είναι εύκολο. Ούτε εγώ το καταφέρνω πάντα. Αλλά όσο το δουλεύεις, κάτι εγκαθίσταται μέσα σου. Οι άνθρωποι είμαστε όντα της επανάληψης. Και σιγά σιγά, κερδίζεις κάτι — έστω μισό χιλιοστό επίγνωσης. Μικρό, σχεδόν αόρατο. Αλλά είναι κέρδος. Και αυτό έχει τη δική του σημασία”.
“Να το ζήσεις αντί να το αναλύσεις”
Πώς βλέπετε το κοινό; Είναι μουδιασμένο απέναντι σε αυτό το έργο που είναι ομολογουμένως δύσκολο;
“Θα έλεγα πως είναι κάπως μοιρασμένο. Υπάρχουν άνθρωποι που αφήνονται στην ποιητικότητα του κειμένου και άλλοι που μένουν λίγο πιο μουδιασμένοι απέναντί της. Όχι επειδή δεν καταλαβαίνουν την ιστορία, αυτή σε ένα πρώτο επίπεδο είναι καθαρή, μπορείς να την παρακολουθήσει ο καθένας.
Όμως ο λόγος είναι πυκνός, πολυεπίπεδος. Κι εκεί ίσως γεννιέται μια αίσθηση «παραζάλης» — μήπως κάτι μου ξέφυγε; Μήπως δεν κατανόησα έναν συμβολισμό; Κάποιους αυτό τους ενθουσιάζει, άλλους τους κάνει να κλείνονται λίγο.
Νομίζω πως το μυστικό με αυτό το έργο είναι να μη βιαστείς να το αποκωδικοποιήσεις. Να μη θελήσεις να καταλάβεις τα πάντα. Το λέω γιατί εγώ θα μπορούσα εύκολα να είμαι αυτός ο θεατής — ο «καλός μαθητής» που θέλει να μην του διαφύγει τίποτα. Κι όμως, εδώ χρειάζεται ένα βήμα πίσω. Να δεις το σύνολο. Να επιτρέψεις στο κείμενο να λειτουργήσει πάνω σου, χωρίς εμμονή.
Γιατί αν κολλήσεις στη σκέψη «κάτι έχασα», τότε όσο αναζητάς αυτό που σου διέφυγε, χάνεις το επόμενο που έρχεται. Και έτσι δημιουργείται το μούδιασμα.
Ίσως, τελικά, χρειάζεται απλώς να καθίσεις και να το απολαύσεις. Να το ζήσεις αντί να το αναλύσεις” λέει η Ευγενία.
Πάντως έρχεται και κοινό να σας δει που σας ξέρει από την τηλεόραση και αυτό δεν είναι το αμιγώς θεατρικό κοινό.
“Φυσικά” συνεχίζει η Ευγενία. “Ήμασταν και οι δύο σε μια πολύ επιτυχημένη σειρά για τρία χρόνια, οπότε αρκετοί έρχονται και από εκεί. Κάποιοι μπορεί να μην έχουν ιδιαίτερη σχέση με το θέατρο, έρχονται όμως με αφορμή εμάς. Και αυτό έχει μια δική του ομορφιά”.
Και ο Ορφέας αναφέρει: “Και είναι ωραίο που συναντιόμαστε μέσα από κάτι που δεν είναι αναμενόμενο. Γιατί το «κοινό» δεν είναι ένα πράγμα. Άλλος έχει κλίση να ακούει πυκνό λόγο, άλλος δυσκολεύεται. Κάποιος μπορεί να μη χάσει λέξη, κάποιος άλλος να χαθεί από την πρώτη στιγμή. Δεν λειτουργούμε όλοι με τον ίδιο τρόπο, ούτε ο εγκέφαλος αναπτύσσεται με τον ίδιο ρυθμό ή τις ίδιες ανάγκες.
Και δεν μπορείς να φτιάξεις μια παράσταση για έναν «μέσο όρο». Αν αρχίσουμε να δημιουργούμε με βάση το τι θα λειτουργήσει για τους περισσότερους, τότε ίσως καλύτερα να το κάνει το AI. Γιατί η λογική του μέσου όρου είναι ακριβώς αυτό: να ισορροπεί, να εξομαλύνει, να μην ρισκάρει.
Αλλά η τέχνη δεν γεννιέται από τον μέσο όρο. Γεννιέται από το ρίσκο. Είμαστε, με έναν τρόπο, τζογαδόροι. Μας ενδιαφέρει να ρισκάρουμε, ακόμη κι αν δεν ξέρουμε το αποτέλεσμα.
Η Ευγενία συμφωνεί και λέει: “Αν δεν ρισκάρεις στην τέχνη, τότε ποιο είναι το νόημα; Η τέχνη προϋποθέτει μετακίνηση. Έρχεσαι, βλέπεις κάτι και αυτό σου γεννά μια ερώτηση, σου δίνει μια απάντηση ή σου καθρεφτίζει μια πεποίθηση που ήδη έχεις”.
Ευγενία, σε ιντρίγκαρε περισσότερο αυτή η παράσταση σε σχέση με πιο εμπορικές δουλειές που σε έχουμε δει;
“Με ενδιάφερε πολύ όλη η συνθήκη: ο Θωμάς, η ομάδα, ο Ορφέας, ο τρόπος δουλειάς. Αυτά δεν είναι ξεχωριστά κομμάτια είναι ένα σύνολο που σε καλεί ή όχι.
Πιστεύω πως ήμουν έτοιμη να συναντηθώ με αυτό. Κάτι μέσα μου ζητούσε μια απάντηση. Δεν κάνω αυτή τη δουλειά μόνο για να υπάρχω επαγγελματικά, θέλω οι άνθρωποι να βλέπουν κάτι πιο δικό μου, πιο πυρηνικό. Και για να συμβεί αυτό, χρειάζεται να είμαι ανοιχτή, με όλες τις αισθήσεις.
Φυσικά είναι σημαντικό να μπορείς να βιοπορίζεσαι, να ζεις με αξιοπρέπεια. Αλλά αν ήταν μόνο αυτό, θα μπορούσα πολύ πρακτικά να κάνω δέκα διαφημίσεις και να τελειώνει εκεί. Ωστόσο, εγώ θέλω να δοκιμάζω καινούργια πράγματα. Να μετακινούμαι. Αν δεν υπάρχει αυτή η εσωτερική κίνηση, τότε για μένα χάνεται το νόημα. Το κομμάτι μου όμως που διάλεξε αυτό το επάγγελμα, θέλει κάτι να του συμβαίνει.
Κι εδώ μου συμβαίνει κάθε βράδυ” απαντά.
Τελικά τα χρήματα δεν φέρνουν την ευτυχία;
“Θα πως αυτό που λέει ο ήρωας στο τέλος” απαντά ο Ορφέας :«Τίποτα που αξίζει πραγματικά δεν αγοράζεται. Όσο πιο πολλά πληρώνεις, τόσο πιο ευτελές είναι αυτό που αγοράζεις. Το χρήμα δεν αντέχει το αυθεντικό».
Όταν απομονώνεις το χρήμα και το υψώνεις σε θεό — σε κάτι που προκαλεί δέος και φόβο — τότε αρχίζει η στρέβλωση. Ο ήρωας το λέει καθαρά: πιστεύει ότι μπορεί να ελαφρύνει το βάρος που κουβαλά, πληρώνοντας.
Ότι μπορεί να εξαγοράσει την επιθυμία, την ενοχή, ακόμα και το κυνηγητό που νιώθει μέσα του. «Θα πληρώσω τοις μετρητοίς ό,τι θελήσω», λέει. Σαν να μπορεί να σβήσει το βάρος της ύπαρξης με συναλλαγή. Εκεί βρίσκεται η αυταπάτη”.
Και η Ευγενία καταλήγει: “Για μένα το χρήμα είναι μέσο. Είναι χρήσιμο — σου δίνει δυνατότητες, σου επιτρέπει να ζεις όπως θέλεις, να ταξιδεύεις, να έχεις ένα σπίτι που αγαπάς. Είναι σημαντικό να μπορείς να δουλεύεις και να πληρώνεσαι. Αλλά δεν είναι αυτοσκοπός.
Αν το κάνεις θεό, το έχασες. Όπως συμβαίνει με την τεχνολογία, με την εξουσία, με έναν άνθρωπο που τον θεοποιείς. Το ζήτημα είναι η χρήση. Αν γίνεις δούλος του, τότε αρχίζει το χάος.
Για μένα το κρίσιμο ερώτημα είναι άλλο: αν τα χάσω όλα αυτά, είμαι τίποτα; Αν όμως η ταυτότητά μου εξαρτάται απόλυτα από αυτά — από τον ρόλο, την επιτυχία, την περιουσία — τότε η απώλειά τους με διαλύει.
Το να θέλεις, να κατακτάς, να προχωράς είναι μέσα στη ζωή. Το θέμα είναι να μη γίνεις δούλος αυτού που κυνηγάς. Γιατί τότε δεν το κατέχεις· σε κατέχει”.
Θέατρο Κατερίνας Βασιλάκου
Προπώληση εισιτηρίων: https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/ekeinos-pou-eklepse-ti-mera-plirose-ti-nyxta/