ΜΕΤΑ ΤΗ VIRAL “ΤΕΛΕΙΟΤΗΤΑ”, ΤΙ; Ο ΒΙΝΤΣΕΝΤΖΟ ΛΑΤΡΟΝΙΚΟ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΨΥΧΡΑΙΜΟΣ. ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΑΡΟΝ
Πολλοί το λάτρεψαν, κάποιοι το «έκραξαν», η «φάση» μιας ολόκληρης γενιάς στην Ελλάδα και τον κόσμο είδε σε αυτό το μπεστ σέλερ μυθιστόρημα τον εαυτό της σαν σε καθρέφτη. Συναντήσαμε τον πολυσυζητημένο Ιταλό συγγραφέα στο πιο εξευγενισμένο από ποτέ κέντρο της Αθήνας.
Φυσικά και ξέρει ο Βιντσέντζο Λατρόνικο ότι η «Τελειότητα», το τέταρτο μυθιστόρημά του, έχει γίνει πια viral σε πολλά σημεία του παγκόσμιου χάρτη. Το ξέρει γιατί ο αλγόριθμος για ευνόητους λόγους εμφανίζει διαρκώς στο feed του τις σχετικές αναρτήσεις αναγνωστών στα social media. Το ξέρει γιατί ο ατζέντης του τον ενημερώνει για τις δεκάδες χιλιάδες πωλήσεις ανά τον κόσμο. Το ξέρει γιατί, πέρα από τη γενέτειρά του, το βιβλίο έχει ήδη κυκλοφορήσει σε περισσότερες από 40 χώρες. Το ξέρει γιατί το 2025 συμπεριλήφθηκε στη βραχεία λίστα για το Διεθνές Βραβείο Booker. Το ξέρει γιατί στις αρχές του 2026 βρίσκεται στην Αθήνα για να μιλήσει για αυτό, όντας καλεσμένος από το Ελληνικό Ίδρυμα Βιβλίου και Πολιτισμού (ΕΛΙΒΙΠ) στο πλαίσιο του προγράμματος «Συγγραφείς, βιβλία, ιδέες». Το ξέρει γιατί του το λέω και εγώ πρωί πρωί στα Εξάρχεια μόλις εγκαταλείπει την προσπάθεια να τελειώσει το τσιγάρο του που σβήνει διαρκώς από τις ασύμμετρες σταγόνες της καταρρακτώδους βροχής, οπότε παίρνει την απόφαση να επιστρέψει στο πατάρι των εκδόσεων Loggia, του ελληνικού οίκου που κυκλοφόρησε την «Τελειότητα» (σε μετάφραση Δήμητρας Δότση) λίγο πριν το περσινό καλοκαίρι.
Και ξέρεις, τον ρωτάω, ποια νομίζω ότι αν δεν είναι ήδη, θα έπρεπε σίγουρα να γίνει η πιο viral αποστροφή του βιβλίου σου; Είναι λίγο μετά τη μέση και κατά τη γνώμη μου αποτελεί το χειρουργικής ακρίβειας απόσταγμά του:
«Αυτό που συνέβαινε στην πόλη, δηλαδή η αντικατάσταση των παλαιότερων κατοίκων από νεότερους και πιο εύπορους νεοφερμένους, και η εκτόξευση των τιμών και της κοινωνικοπολιτικής ομογενοποίησης, βαφτίστηκε εξευγενισμός. Μια λέξη που την ήξεραν μόνο όσοι ήταν υπεύθυνοι για όσα συνέβαιναν. Η Άννα και ο Τομ το γνώριζαν καλά. Σύχναζαν σε μαγαζιά όπου η σπιτική μπίρα κόστιζε το τριπλάσιο από τις pils στις παμπ της γειτονιάς· στριμώχνονταν μπροστά από γκαλερί τέχνης, των οποίων οι βιτρίνες διατηρούσαν ειρωνικά τις περιγραφές των παλαιοπωλείων και των τσαγκάρηδων τους οποίους είχαν εκδιώξει· έπαιρναν τη θέση ενοίκων που κάποτε πλήρωναν το νοίκι τους σε μάρκα Ανατολικής Γερμανίας. Καταλάβαιναν πως και εκείνοι τροφοδοτούσαν το πρόβλημα που είχε αρχίσει να πλήττει τον κόσμο τους, αλλά το συνειδητοποιούσαν επιδερμικά και σιωπηρά, όπως οι καπνιστές όταν σκέφτονται τον καρκίνο. Την εποχή που είχαν φτάσει εκείνοι, τα ενοίκια ήταν ακόμη χαμηλά. Υπήρχε ακόμη ο τσαγκάρης της γειτονιάς, ώσπου ήρθαν οι Αμερικανοί. Τον εξευγενισμό τον αντιλαμβάνονταν μόνο ως κάτι που έπρατταν οι άλλοι».
«Δεν έχεις άδικο. Βλέπεις πόσο καταλαβαινόμαστε όσοι καλώς ή κακώς καπνίζουμε ακόμα;» λέει γελώντας ο, γεννημένος στη Ρώμη το 1984 και κάτοικος πια Μιλάνου, μεταφραστής και πολυσυζητημένος συγγραφέας κι επιστρέφει στον χώρο και στον χρόνο της συγγραφής του απρόσμενα -πρώτα και κύρια για τον ίδιο- επιτυχημένου βιβλίου του, αλλά και στο πώς ένιωθε έχοντας αντιληφθεί πια για τα καλά ότι ουσιαστικά «μιλούσε» για τον εαυτό του και τους φίλους του.
«Ζούσα ακόμη στο Βερολίνο. Έγραψα το βιβλίο κατά τη διάρκεια του lockdown τον χειμώνα του 2021. Νομίζω ότι τελείωσα την πρώτη εκδοχή του χειρόγραφου σε λιγότερο από τρεις μήνες. Γιατί όλα αυτά που έγραφα τα σκεφτόμουν επί χρόνια, το μυαλό μου δηλαδή στο background κατά κάποιο τρόπο είχε κάνει ήδη όλη τη δουλειά. Όχι ότι δεν έκανα αλλαγές στη συνέχεια, ήταν όμως λίγες και στοχευμένες. Ήμουν κι εγώ έκπληκτος από το ότι το βιβλίο βγήκε τόσο γρήγορα από μέσα μου, όχι ολοκληρωμένο, σίγουρα όμως σε πολύ προχωρημένο στάδιο. Ένα από τα πράγματα που μου αρέσει στη φόρμα που αποφάσισα να χρησιμοποιήσω είναι ότι μου επέτρεψε να συμπεριλάβω και στοιχεία που υπό άλλες συνθήκες θα ανήκαν σε ένα δοκίμιο. Μεγάλο ρόλο στην όλη ιστορία έπαιξε και το γεγονός ότι δεν είχα καταφέρει να ολοκληρώσω ένα βιβλίο επί οχτώ χρόνια. Δεν είχα δηλαδή πια την αυτοπεποίθηση να καθίσω και να γράψω ένα μυθιστόρημα. Οπότε το βιβλίο ξεκίνησε σχεδόν σαν άσκηση μέσα στην πανδημία, κάτι σαν όλα αυτά που κάναμε τότε όλοι μας για να νιώθουμε ζωντανοί. Είπα στον εαυτό μου: Απλά ξαναγράψε τον Περέκ (σ.σ. το βιβλίο «Τα πράγματα» του Ζορζ Περέκ, στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Χατζηνικολή σε μετάφραση Δέσποινας Ψάλλη), δες το σαν άσκηση κι ας ξέρεις ότι δεν πρόκειται για το νέο σου μυθιστόρημα. Κάθε μέρα καθόμουν, διάβαζα δυο σελίδες του Περέκ και ουσιαστικά τις διασκεύαζα».
Αφήνοντας πίσω του το Μιλάνο όπου ζούσε ως ενεργό μέλος μιας κολεκτίβας που είχε καταλάβει ένα παλιό, εγκαταλειμμένο κτίριο, μετατρέποντας το σε χώρο κοινωνικής κουζίνας για άπορους και συνεργατικής γκαλερί για ντόπιους καλλιτέχνες και εκπαιδευτικούς, ο Λατρόνικο μετακόμισε στο Βερολίνο το 2009 απογοητευμένος από την πολιτική κατάσταση στη χώρα του οχτώ χρόνια μετά τη Γένοβα – αλλά και από την επέλαση του εξευγενισμού.
«Φυσικά, χάσαμε» δήλωσε πρόσφατα στους New York Times. «Αν ψάξετε στο Google Maps, οι διάσημοι πολυτελείς, πράσινοι ουρανοξύστες του Μιλάνου είναι αυτοί που χτίστηκαν πάνω στο κτίριό μας. Αφού μας έδιωξαν, ήθελα να μετακομίσω κάπου όπου δεν θα ήμουν πλέον πολίτης, όπου δεν θα είχα κανένα συμφέρον και δεν θα μπορούσα να παλέψω για τίποτα, αλλά απλώς να νοιάζομαι για τις δικές μου υποθέσεις».
Μέχρι τότε βιοποριζόταν κουτσά στραβά ως μεταφραστής (μέχρι σήμερα έχει μεταξύ άλλων μεταφράσει Ισαάκ Ασίμωφ, Τζορτζ Όργουελ, Όσκαρ Ουάιλντ και Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ) ενώ είχε μόλις εκδώσει το πρώτο του μυθιστόρημά με τίτλο «Ginnastica e rivoluzione», ένα βιβλίο που έχει να κάνει με την περιβόητη σύνοδο των G8 στη Γένοβα το 2001 που σημαδεύτηκε από τη δολοφονία του αναρχικού Κάρλο Τζουλιάνι από την ιταλική αστυνομία. Στο Βερολίνο θα έγραφε άλλα δύο μυθιστορήματα («La cospirazione delle colombe» και «La mentalità dell’alveare»), οι πωλήσεις των οποίων ήταν κάπως καλύτερες από τις θεαματικά χαμηλές, όπως έχει δηλώσει, του ντεμπούτο του, αρκετές όμως ώστε μαζί με τις μεταφράσεις να μπορεί να συντηρηθεί οικονομικά στο -σχεδόν παράδοξα ακόμη στα 10s- φιλικότατο προς τις ρηχές, νεανικές τσέπες Βερολίνο. Μην πάτε μακριά. Αν δεν έχετε στον δικό σας κύκλο, σίγουρα θα βρείτε ρωτώντας στον διπλανό κάποια/ον με δημιουργικές ανησυχίες που για μερικά χρόνια έζησε, στη «λιγότερο γερμανική» απ’ όλες τις γερμανικές μεγαλουπόλεις, «ζωή μαγική» κάνοντας τέχνη και ιδρώνοντας σε πάρτι χωρίς ποτέ να κατάλαβε κανείς πώς ακριβώς την έβγαζε οικονομικά.
Χρόνο με το χρόνο αυτή η ευκολία, εξαιτίας του πλανητικά αναπόδραστου gentrification, λιγόστευε (και πλέον κοντεύει να στερέψει) σαν την άμμο στο πάνω γυάλινο δοχείο της κλεψύδρας, ώσπου ήρθε η πανδημία και το πάρτι τελείωσε -για λίγο εντελώς, κατόπιν αλλάζοντας σε μεγάλο βαθμό μορφή, τσέπη και vibe- ακόμη και στην πόλη όπου όλοι νόμιζαν ότι δεν θα τελείωνε ποτέ.
«Έχοντας μόλις χωρίσει αναγκάστηκα να φύγω κακήν κακώς από το διαμέρισμα που έμενα μέχρι τότε και να μετακομίσω προσωρινά αλλού. Για να είμαι ειλικρινής λίγο πολύ είχα κατάθλιψη. Θα μου πεις για ποιον δεν ήταν καταθλιπτικά τα lockdown; Ξέρω ότι στην Ελλάδα, όπως και στην Ιταλία, δεν επιτρεπόταν να κυκλοφορείς έξω. Στη Γερμανία όμως μπορούσες να το κάνεις, δεν χρειαζόσουν έγκριση, πήγαινες όπου ήθελες. Οπότε το μόνο που έκανα ήταν να βγαίνω για περπάτημα, να κάνω μεγάλες, άσκοπες βόλτες. Σου έχει τύχει ποτέ να κοιμηθείς με ένα άτομο, ή ακόμη και να έχεις μακρόχρονη σχέση, να ξυπνήσεις ένα πρωί και να σκεφτείς “ποιος είναι αυτός δίπλα μου;” Κάπως έτσι ένιωθα εκείνη την περίοδο. Ξαφνικά συνειδητοποίησα πολλά πράγματα για τη ζωή μου στο Βερολίνο τα προηγούμενα χρόνια. Πράγματα που δεν μπορούσα να αντιληφθώ ενώ τη ζούσα εκείνη τη ζωή, τότε που υπήρχε διαρκώς κάποιο πάρτι στο οποίο έπρεπε να πάω ή τα εγκαίνια μιας γκαλερί ή ό,τι άλλο έκανε τόσος κόσμος ανέμελα ακόμη τότε στο Βερολίνο. Ξαφνικά στην πανδημία η πόλη ήταν άδεια, σαν να είχε πέσει σε κώμα. Νομίζω ότι πολλά από τα συναισθήματά μου και τις ανομολόγητες σκέψεις για την “γλυκιά παρακμή” που βίωνα μέχρι τότε, βγήκαν ανεξέλεγκτα στην επιφάνεια. Οπότε προσπάθησα να τα καταγράψω».
Λίγο πολύ μέχρι τότε είχε καταφέρει να ζήσει το όνειρο που ζουν στο Βερολίνο η Άννα και ο Τομ, το νεαρό ζευγάρι ψηφιακών νομάδων που μένουν σε ένα μεγάλο, φωτεινό διαμέρισμα με μονστέρες στις γλάστρες και, αγορασμένα από παζάρια, βίντατζ ντιζάιν έπιπλα στο σαλόνι, και με την καθημερινότητά τους να περιστρέφεται γύρω από το εκλεπτυσμένο φαγητό, την προοδευτική πολιτική ατζέντα, τον σεξουαλικό πειραματισμό και τα ατελείωτα πάρτι. Και μετά ο συγγραφέας βίωσε ανάλογη με τους ήρωές του υπαρξιακή κρίση. «Θα το έθετα κάπως διαφορετικά» μου λέει. Δηλαδή πώς; Πού τελειώνει η πραγματικότητα και πού ξεκινάει η φαντασία -η μυθοπλασία, αν προτιμάς- στην «Τελειότητα»;
«Τα πάντα έχουν “κλαπεί” από τις ζωές πραγματικών ανθρώπων – φυσικά και από τη δική μου. Δεν υπάρχει δηλαδή κάποιο συγκεκριμένο σημείο που περνάω από την πραγματικότητα στην φαντασία. Είναι εξ ολοκλήρου μυθοπλασία που όμως απαρτίζεται από πραγματικά στοιχεία» λέει ο Λατρόνικο και υπερθεματίζει: «Προφανώς πρόκειται για ένα έργο μυθοπλασίας αλλά κάθε λεπτομέρεια του είναι πραγματική, όντως συνέβη σε κάποιον».
Τονίζει επίσης ότι δεν υπήρξε κάποια στιγμή επιφοίτησης, κανένας αναμμένος γλόμπος στο μυαλό του εν μέσω κατάθλιψης δεν σηματοδότησε τη σύλληψη της ιδέας του βιβλίου και επανέρχεται στον Ζορζ Περέκ, καταθέτοντας το δεύτερο μέρος της αθηναϊκής παραλλαγής μιας ιστορίας που έχει μέχρι σήμερα πει πολλάκις.
«Στην πραγματικότητα το βιβλίο μου είναι μια πολύ όμοια με το πρωτότυπο αναδιατύπωση του δικού του βιβλίου – αλλά πολύ όμοια. Κατά κάποιο τρόπο η “Τελειότητα” είναι σαν διασκευή ενός τραγουδιού. Αλήθεια, το εννοώ αυτό που λέω. Αν είχα λοιπόν εξαρχής μια πολύ ξεκάθαρη ιδέα όσον αφορά τη δομή και τη φόρμα» λέει, εννοώντας μεταξύ άλλων την ολοκληρωτική έλλειψη διαλόγου στο βιβλίο του, «είναι γιατί την εμπνεύστηκα από τον Περέκ, ακολούθησα τα βήματά του. Κι αυτό με βοήθησε να ανακτήσω την αυτοπεποίθησή μου. Δεν νομίζω ότι εκείνη την περίοδο θα μπορούσα να πω στον εαυτό μου: ξεκίνα από το μηδέν να γράφεις ένα νέο μυθιστόρημα. Δεν ήμουν ακόμη εκεί».
Καλά καλά δεν συνειδητοποίησε ότι είχε στα χέρια του ένα ολοκληρωμένο μυθιστόρημα ούτε καν όταν έστειλε το χειρόγραφο στον ατζέντη του. «Η πλάκα είναι ότι στο email έγραφα: Λυπάμαι πάρα πολύ, ξέρω ότι πρόκειται για ένα μικρό βιβλίο που δεν θα μπορούσε ποτέ να εκδοθεί, δεν έχει χαρακτήρες, δεν έχει υπόθεση, άσε που είναι και αντιγραφή ενός παλιού βιβλίου».
Ο ατζέντης του προφανώς είχε άλλη γνώμη. Το μυθιστόρημα εκδόθηκε στην Ιταλία το 2022 και αμέσως ξεκίνησε η διεθνής του πορεία – όχι όμως εξαρχής η ιλιγγιώδης που γνωρίζουμε σήμερα. Στην αρχή μάλιστα ο Λατρόνικο τονίζει ότι ούτε καν οι πωλήσεις στην ίδια του τη γενέτειρα δεν προμήνυαν αυτό που θα ακολουθούσε. «Μη νομίζεις, όταν πρωτοβγήκε στην Ιταλία δεν πήγε και τόσο καλά. Αυτό που έχει συμβεί με το βιβλίο», λέει εννοώντας το μετέπειτα virality του, «συνέβη πέρυσι. Σε όσες χώρες εκδόθηκε το 2022 και το 2023, δεν πήγε πολύ καλά. Σε όσες εκδόθηκε το 2025, έγινε το ακριβώς αντίθετο. Δεν νομίζω όμως ότι αυτό οφείλεται μόνο στο Booker». Δεν αποκλείει, μάλιστα, η υποψηφιότητα του Booker να οφείλεται σε κάποιο βαθμό και σε μία θεωρία που έχει για το λογοτεχνικό του πόνημα: «Όταν έγραψα το βιβλίο, το 2021, δεν είχαμε αφήσει ακόμη πίσω μας την προηγούμενη δεκαετία. Νιώθαμε ότι η πανδημία ήταν απλά μια πρόσκαιρη παύση των 10s. Όπως θυμάσαι ο Τραμπ ήταν ακόμη ένας φαιδρός τύπος εκτός κεντρικής πολιτικής σκηνής, ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν είχε συμβεί, ούτε η γενοκτονία στη Γάζα, ούτε η φασιστοποίηση των τεχνολογικών κολοσσών της Καλιφόρνια. Νιώθαμε κάπως σαν να ήμασταν ακόμη στο 2016 και με το που θα τελείωνε η πανδημία θα επιστρέφαμε σε μια κανονικότητα που θα είχε στο επίκεντρο της τον Ομπάμα. Όταν λοιπόν έγραφα το βιβλίο ένιωθα σαν να έγραφα για το τότε παρόν μου, ή έστω το πολύ άμεσο παρελθόν. Τώρα όμως το βιβλίο φαντάζει σαν το ντοκουμέντο μιας εποχής που έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Οπότε νομίζω ότι έχει πάρει μπρος ένας μηχανισμός νοσταλγίας για μια εποχή μεγαλύτερης αθωότητας, αν όχι αφέλειας, από τη σημερινή, τότε που το μεγαλύτερο μας πρόβλημα ήταν αν έπρεπε ή όχι να συνεχίσουμε να βλέπουμε τις ταινίες του Γούντι Άλεν και όχι αν θα ξυπνήσουμε και ο Τραμπ θα έχει κηρύξει τον πόλεμο στην Ευρώπη. Νομίζω ότι αυτό έχει παίξει μεγάλο ρόλο στη δημοτικότητα του βιβλίου».
Πότε και πώς αντιλήφθηκε ότι η «Τελειότητα» είχε πια ξεκινήσει να αποτελεί ένα από τα πλέον πολυσυζητημένα -και «από το πουθενά»- εκδοτικά γεγονότα των τελευταίων ετών, με εκατοντάδες εγκωμιαστικές ως επί το πλείστον κριτικές ανά τον κόσμο, και χιλιάδες πωλήσεις -ογδόντα πέντε χιλιάδες μόνο στις αγγλόφωνες εκδόσεις, σύμφωνα με τους New York Times που τον ανακήρυξαν: «Ο συγγραφέας που ξέρει τι θέλουν οι millennials»; Για μια στιγμή δυσκολεύεται να απαντήσει, μετά όμως θυμάται με φωτογραφική ακρίβεια: «Το βιβλίο μεταφράστηκε στα αγγλικά στις αρχές του 2025. Αμέσως γράφτηκαν μερικές διθυραμβικές κριτικές και άρχισε να γίνεται viral στο instagram. Ούτε εγώ το περίμενα αλλά ούτε και ο εκδότης μου στην Αγγλία. Το βιβλίο έχει πουλήσει περισσότερο από κάθε άλλο που έχει βγάλει, ακόμη και από βιβλία συγγραφέων βραβευμένων με Νόμπελ. Είναι τρελό! Θυμάμαι ότι μια-δυο εβδομάδες μετά την κυκλοφορία του βιβλίου έκανε ένα στόρι με αυτό ο Ντέιβιντ Νίκολς (σ.σ. συγγραφέας των best-sellers «Εμείς» και «Μία ημέρα» – εκδ. Μίνωας). Τότε ήταν που ο εκδότης μου έστειλε μήνυμα και μου είπε: “Το βιβλίο σου θα φτάσει σε ακροατήρια που συνήθως δεν φτάνουν όσα βγάζουμε”. Ναι, λοιπόν, τότε ήταν η στιγμή που άρχισα να σκέφτομαι ότι ίσως έχει ξεκινήσει να συμβαίνει κάτι σημαντικό».
Μόνο στην Ελλάδα έχουν μέχρι σήμερα πουληθεί δέκα χιλιάδες αντίτυπα και ο, δικαιωμένος για την επιλογή του, ιθύνων νους των εκδόσεων Loggia, Νίκος Κουφάκης, είναι αν μη τι άλλο περιχαρής: «Μου λέει κάποια στιγμή η Δήμητρα Δότση, η μεταφράστρια του βιβλίου, ότι έχει ένα τίτλο ο οποίος όμως δεν κάνει για μένα γιατί βγάζω πιο κλασικούς συγγραφείς. Πες μου, της λέω, με δυο προτάσεις το στόρι. Μου το λέει και της λέω αμέσως ότι το θέλω. Γιατί; μου λέει. Γιατί είναι σύγχρονο το θέμα του, εμείς είμαστε ένας νέος εκδοτικός οίκος και αυτό που θα μας ενδιέφερε ιδιαιτέρως, παρά τα όσα νομίζουν κάποιοι, είναι να βγάλουμε και καινούριους συγγραφείς. Η “Τελειότητα” είναι ακριβώς στο πνεύμα που θέλω. Μετά, πριν φυσικά κάνω την προσφορά στον Ιταλό εκδότη, διάβασα το βιβλίο στα αγγλικά και δεν είχα καμία αμφιβολία. Προφανώς δεν φανταζόμουν ότι θα μπορούσε να πάει τόσο καλά. Αυτό που ήξερα ήταν ότι θα φτάσω σε ένα κοινό που με ενδιαφέρει πολύ. Ένα κοινό νέων ανθρώπων που είναι στην αιχμή. Εξάλλου, σκέψου ότι πήραμε τα δικαιώματα δύο χρόνια πριν το Booker. Η κυκλοφορία του βιβλίου συνέπεσε με την υποψηφιότητα αλλά είχε μεταφραστεί πολύ πριν. Με δέκα χιλιάδες αντίτυπα φυσικά είναι best seller, γεγονός ακόμη πιο σημαντικό δεδομένου του θέματος. Δηλαδή πρόκειται για ένα βιβλίο “πονηρό” με την έννοια ότι διαβάζεται από μια γενιά αναγνωστών που αισθάνονται ότι τους αφορά, από την άλλη όμως διαβάζεται και από αναγνώστες που είναι πολύ υποψιασμένοι και αναγνωρίζουν τη δύναμη του υπονοούμενου και της ειρωνίας που κατά τη γνώμη μου διατρέχει το υπόβαθρο του βιβλίου».
Μεταφέρω στον Λατρόνικο κάτι που είχε δηλώσει στο NEWS 24/7 ο Πολ Λιντς, ο Ιρλανδός συνάδελφός του που το 2023 κέρδισε το Bραβείο Booker για το μυθιστόρημα «Το τραγούδι του προφήτη» (μτφρ. Μαρία Αγγελίδου, Άγγελος Αγγελίδης, εκδ. Gutenberg): «Για πλάκα λέω ότι μόνο το 90% των συγγραφέων παραδέχονται ότι θέλουν να κερδίσουν το Booker – το υπόλοιπο 10% λέει ψέματα. Ξέρεις ότι αν το κερδίσεις, όλα αλλάζουν. Υπάρχει η ζωή πριν από το Booker και η ζωή μετά».
Εσύ, τον ρωτάω, δεν κέρδισες μεν, αλλά στοιχηματίζω και ότι το να φτάνεις στη βραχεία λίστα δεν είναι πολύ διαφορετικό επί της ουσίας – ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι στην αγγλική του μετάφραση το βιβλίο συμπεριλήφθηκε στη μακρά λίστα για το αμερικάνικο Βραβείο Λογοτεχνικής Μετάφρασης 2025. Δεν διαφωνεί. «Ναι, ισχύει, ειδικά για το Διεθνές Booker. Στη Βραχεία Λίστα του Booker περιλαμβάνονται κάθε χρόνο συγγραφείς που γράφουν στα αγγλικά. Στο Διεθνές επιλέγονται συγγραφείς απ’ όλο τον κόσμο. Από την Ιταλία για παράδειγμα νομίζω ότι μόνο η Έλενα Φεράντε κι εγώ έχουμε φτάσει μέχρι τη Βραχεία Λίστα. Οπότε ναι, ο αντίκτυπος είναι μεγάλος. Η πλάκα είναι ότι ο Άγγλος εκδότης είναι κάπως…Άγγλος – όχι κρύος, αλλά μαζεμένος. Αν στη θέση του ήταν ο Ιταλός εκδότης μου θα με έπαιρνε τηλέφωνο και θα μου έλεγε “άνοιξε τη σαμπάνια, θα γίνει χαμός”. Ο Άγγλος με ενημέρωσε απλά με ένα sms: “Σου έστειλα ένα mail με ευχάριστα νέα”. Αυτό μόνο. Οπότε διάβασα το mail. Και η πρώτη μου σκέψη ήταν ότι έχει γίνει κάποιο λάθος».
Όχι, ο Λατρόνικο, στα 41 του σήμερα, δεν πάσχει από το σύνδρομο του απατεώνα (Imposter Syndrome), όπως αποκαλείται το διαρκές άγχος που βιώνει ένα άτομο να μην αποκαλυφθεί ως ανεπαρκές στον τομέα που βιώνει μια ιστορία επιτυχίας. Διατηρεί όμως την ψυχραιμία του, όπως λέει στο NEWS 24/7, συναναστρεφόμενος και ανθρώπους κύκλων πέρα από τον δικό του. Δεν θεωρεί, ας πούμε, τυχαία ότι η αδερφή του είναι η ιδανική αναγνώστριά του.
«Είναι πανέξυπνη καλλιεργημένη, διαβάζει βιβλία, πηγαίνει σε εκθέσεις, αλλά είναι δικηγόρος, δεν εργάζεται στη βιομηχανία του πολιτισμού. Ως συγγραφέας αλλά και ως αναγνώστης δεν σου κρύβω ότι ανησυχώ για τη φούσκα των συγγραφέων, των μεταφραστών και των δημοσιογράφων, όλο αυτό τον μικρόκοσμο που μοιάζει κάπως αποκομμένος από την κανονική ζωή. Όταν εκ των πραγμάτων κινείσαι σε αυτό τον κύκλο μερικές φορές είναι δύσκολο να θυμάσαι ότι ο κόσμος είναι μεγαλύτερος και πράγματα που για σένα είναι αυτονόητα, σε πολύ περισσότερους είναι άγνωστα. Το να γράφεις, για παράδειγμα, μια ιστορία με πρωταγωνιστή ένα συγγραφέα ή μεταφραστή ή δημοσιογράφο -ανθρώπους δηλαδή που εγώ κι εσύ συναναστρεφόμαστε διαρκώς- μπορεί να φαίνεται εντελώς περίεργο σε κάποιον εκτός αυτού του κύκλου. Μπορεί να σκεφτεί: τι διάολο, ποιοι είναι όλοι αυτοί; Πόσους συγγραφείς ξέρω;”»
Σε αυτόν τον «πολύ κόσμο» ανήκει πλέον το βιβλίο του. Ό,τι ήταν να κάνει ως συγγραφέας, το έκανε.
«Το βιβλίο είναι πια εκεί έξω, σαν χαρταετός που έσπασε ο σπάγγος του κι έχει ξεφύγει από τον έλεγχό μου. Ας το ερμηνεύσουν όπως θέλουν. Προφανώς αν κάποιος πει ότι τα ονόματα των πρωταγωνιστών είναι Άννα και Τζορτζ, θα κάνει λάθος. Από εκεί και πέρα πολλοί χρησιμοποιούν τη λέξη σάτιρα για να το περιγράψουν. Προσωπικά δεν το φαντάστηκα έτσι. Θεωρώ ότι υπάρχει περισσότερη καλοσύνη μέσα του από αυτό που υπονοεί η λέξη σάτιρα» λέει και δείχνει την κόπια με το χαρακτηριστικό πράσινο εξώφυλλο ανάμεσά μας. «Αλλά φυσικά το πρόβλημα δεν είναι των αναγνωστών. Είναι δικό μου. Προφανώς δεν ήμουν τόσο ακριβής όσο έπρεπε σε αυτό που έκανα αν αντιλαμβάνονται κάτι διαφορετικό από αυτό που ήθελα να πω. Αυτό είναι το τέταρτο μυθιστόρημά μου. Τα τρία προηγούμενα ήταν πιο “κανονικά”, με πιο “κανονικές” ιστορίες. Στα οχτώ χρόνια που μεσολάβησαν από το τρίτο μου βιβλίο μέχρι την “Τελειότητα” προσπάθησα ξανά και ξανά, εν μέρει υποσυνείδητα αλλά αν μέρει και εντελώς συνειδητά, να γράψω ένα “καθώς πρέπει” μυθιστόρημα που να πληροί όλους τους κλασικούς κανόνες όσον αφορά την πλοκή, τους χαρακτήρες, τη δυνητική ταύτιση των αναγνωστών κλπ. Όλες οι απόπειρες όμως με άφηναν ανικανοποίητο, αναρωτιόμουν γιατί το κάνω αυτό στον εαυτό μου. Νομίζω ότι κατάφερα να γράψω την “Τελειότητα” γιατί, όπως σου είπα νωρίτερα, σε μια στιγμή απελπισίας είπα στον εαυτό μου: Τι σημασία έχει, “παίξε” με τον Περέκ. Έτσι έμαθα όμως ότι είναι εντάξει να κάνω κάτι με τον δικό μου τρόπο ακόμη κι αν θεωρείται αντισυμβατικός – γιατί όντως πρόκειται για ένα αρκετά αντισυμβατικό βιβλίο» λέει και ακολουθεί μια παρατεταμένη παύση, σαν να έχει χάσει τον ειρμό του, μέχρι που τον ξαναβρίσκει όταν σιγουρεύεται ότι ο καπνός του είναι ακόμη στην τσέπη του.
«Αυτό το βιβλίο το έχουν κατανοήσει και αγαπήσει πολλοί. Άλλοι το έχουν μισήσει – είμαι απολύτως εντάξει και με αυτό. Κι αν απέχει πολύ από το να μπορεί να χαρακτηριστεί “κανονική” ιστορία σύμφωνα με τις επιταγές της αγοράς, το ηθικό δίδαγμα είναι: Να πάει να γαμηθεί η αγορά. Αν κάτι έχω αποκομίσει μέσα από όλη αυτή την ιστορία και για το οποίο είμαι πολύ χαρούμενος είναι περισσότερη αυτοπεποίθηση να δοκιμάσω γράφοντας όποια περίεργη μαλακία μου κατέβει στο κεφάλι. Κοίτα, είμαι ήδη αρκετά έμπειρος για να ξέρω ότι αυτό που συνέβη με την “Τελειότητα” πολύ δύσκολα μπορεί να συμβεί δεύτερη φορά στη ζωή ενός συγγραφέα. Φυσικά θα ήθελα να διαβάσει πολύς κόσμος και το επόμενο βιβλίο μου, αλλά δεν είναι ακριβώς στο χέρι μου, πώς να το κάνουμε;»
Περισσεύει στον σημερινό, πιο ώριμο και επιτυχημένο από ποτέ, εαυτό του που ζει φρεσκοπαντρεμένος στο Μιλάνο και ταξιδεύει ανά τον κόσμο για να μιλήσει για το best-seller του, μια συμβουλή προς τον Βιντσέντζο Λατρόνικο των ημερών του οίνου και των ρόδων -αλλά και της υπαρξιακής αβεβαιότητας- στο Βερολίνο;
Τώρα παίζει με τον αναπτήρα του.
«Αναπόφευκτα θα αντιμετώπιζα τον νεότερο εαυτό μου με μια δόση πατερναλισμού. Αλλά και με αρκετή συμπάθεια. Μάλλον θα τον συμβούλευα να κάνει γενικά λίγο κράτει, αν καταλαβαίνεις τι εννοώ».
Καταλαβαίνω.
Το μυθιστόρημα «Τελειότητα» του Βιντσέντζο Λατρόνικο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Loggia σε μετάφραση Δήμητρας Δότση.