ΜΙΑ ΒΟΛΤΑ ΣΤΟ ΚΟΠΤΙΚΟ ΚΑΙΡΟ – Η ΘΡΥΛΙΚΗ ΚΡΕΜΑΣΤΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ Ο ΠΑΝΤΑΧΟΥ ΠΑΡΩΝ ΑΓΙΟΣ
Η “Κρεμαστή Εκκλησία” στο Κοπτικό Κάιρο είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση αρχιτεκτονικής, κάτι που δεν συναντάς συχνά σε χώρους λατρείας. Κάναμε μια βόλτα στην κοπτική συνοικία, που αποτελεί ένα από τα παλαιότερα τμήματα της πόλης.
Το Κάιρο δεν ανήκει στις πόλεις που σε κερδίζουν με την πρώτη ματιά. Μια αχανής μητρόπολη σχεδόν 22 εκατομμυρίων κατοίκων απλώνεται χωρίς σαφή όρια, με την κυκλοφορία σε μόνιμη ένταση και τον αέρα να μεταφέρει άμμο, σκόνη και το ενεργειακό βάρος αυτής της πυκνότητας.
Λίγοι ξένοι επισκέπτες την εξερευνούν σε βάθος, όπως συμβαίνει σε πόλεις όπως η Κωνσταντινούπολη, η Βαρκελώνη ή η Ρώμη. Με εξαίρεση τη μεσαιωνική γειτονιά γύρω από την οδό Αλ-Μουίζ, η πόλη δεν ευνοεί ιδιαίτερα την περιπλάνηση με τα πόδια και δεν αποπνέει τη γοητεία άλλων αστικών κέντρων. Ταυτόχρονα, η ανάπτυξη περιφραγμένων οικιστικών συγκροτημάτων ενισχύει τις ήδη έντονες κοινωνικοοικονομικές διαφοροποιήσεις, διαμορφώνοντας έναν πιο κατακερματισμένο αστικό ιστό.
Έχοντας επισκεφθεί το Μεγάλο Αιγυπτιακό Μουσείο και το Ιστορικό Μουσείο με τις μούμιες των Φαραώ και έχοντας δει τις Πυραμίδες και την όαση Φαγιούμ, η σύντομη αυτή παραμονή στο Κάιρο δεν θα ήταν ολοκληρωμένη χωρίς μια βόλτα στην κοπτική συνοικία, που αποτελεί ένα από τα παλαιότερα τμήματα του Καΐρου.
Ήδη από τον 6ο αιώνα π.Χ. υπήρχε εδώ οικιστική δραστηριότητα, όταν οι Πέρσες δημιούργησαν έναν πρώτο πυρήνα εγκατάστασης που έμεινε γνωστός ως Βαβυλώνα. Η σημασία της περιοχής ενισχύθηκε στη ρωμαϊκή περίοδο, όταν οικοδομήθηκε το φρούριο που σώζεται έως σήμερα και γύρω από το οποίο αναπτύχθηκε η χριστιανική κοινότητα.
Η ταυτότητα του τόπου συνδέεται και με τη βιβλική παράδοση, που θέλει την Αγία Οικογένεια να βρίσκει εδώ καταφύγιο κατά τη Φυγή στην Αίγυπτο, αναζητώντας προστασία από τον βασιλιά Ηρώδη. Η αφήγηση θέλει τον Ιωσήφ να πληροφορείται σε όνειρο την πρόθεση του Ηρώδη να σκοτώσει τον νεογέννητο Ιησού και να οδηγεί την οικογένειά του στην Αίγυπτο, που εκείνη την περίοδο βρισκόταν υπό την προστασία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Στη σύγχρονη Αίγυπτο, περίπου το δέκα τοις εκατό του πληθυσμού αυτοπροσδιορίζεται ως χριστιανικό, κυρίως της κοπτικής ορθόδοξης παράδοσης. Δηλαδή περίπου 10 εκατομμύρια πιστοί. Πρόκειται για μια κοινότητα με βαθιές ρίζες και ισχυρή συνοχή, η οποία παραμένει σχετικά χαμηλόφωνη στη διεθνή σκηνή, παρά τη μακρά ιστορική της παρουσία.
Κοπτικό Κάιρο – Μια ζωντανή γειτονιά
Το Κοπτικό Κάιρο είναι η παλαιότερη χριστιανική συνοικία της πόλης. Οι Κόπτες, οι χριστιανοί της Αιγύπτου, διατηρούν εδώ τους τόπους λατρείας τους εδώ και αιώνες. Εκκλησίες, μοναστήρια, μια συναγωγή, μικροί χώροι που συνδέουν διαφορετικές χρονικές περιόδους σε μια ενιαία εμπειρία.
Δεν πρόκειται για έναν ενιαίο αρχαιολογικό χώρο με την έννοια που έχουμε συνηθίσει. Είναι κάτι πιο σύνθετο. Μια ζωντανή γειτονιά όπου η ιστορία δεν παρουσιάζεται, κατοικείται.
Μπαίνοντας για πρώτη φορά στο Κοπτικό Κάιρο, γίνεται αμέσως αισθητό ότι η γειτονιά λειτουργεί σαν ένας διακριτός χώρος μέσα στην πόλη. Η παρουσία αστυνομικών ελέγχων και σημείων φύλαξης με μεταλλικές μπάρες δημιουργεί ένα σαφές όριο, σαν να περνάς σε μια διαφορετική ζώνη. Η εικόνα φέρνει στον νου κλειστές ιστορικές συνοικίες άλλων ευρωπαϊκών πόλεων, όπου η κοινότητα οργανώνεται γύρω από τη δική της ταυτότητα.
Περπατήσαμε στα στενά σοκάκια χωρίς συγκεκριμένη διαδρομή. Μικρά μαγαζιά το ένα δίπλα στο άλλο, γεμάτα παπύρους με ιερογλυφικά, μαγνητάκια που προσπαθούν να χωρέσουν όλη την Αίγυπτο σε λίγα εκατοστά, αγαλματίδια θεών και σκαραβαίοι που κουβαλούν τη δική τους συμβολική μνήμη. Σε μια γωνία, ένα παλιό μαγαζί με ασπρόμαυρες φωτογραφίες και καρτ ποστάλ, ξεθωριασμένες στις άκρες, κρατάει εικόνες μιας άλλης εποχής του Καΐρου, πιο αργής, πιο ποιητικής.
Παραδίπλα, δίσκοι βινυλίου και βιβλία στοιβαγμένα χωρίς τάξη, σαν να περιμένουν κάποιον να τα ανακαλύψει ξανά. Βιογραφίες Αιγύπτιων πολιτικών μπλέκονται με μυθιστορήματα, ποιητές, λαϊκούς μουσικούς και μικρά μελό διηγήματα, πάνω σε ράφια που μοιάζουν ετοιμόρροπα. Η αίσθηση δεν είναι ακριβώς τουριστική. Είναι μια γειτονιά που συνεχίζει να λειτουργεί με τον δικό της ρυθμό, αδιάφορη για το βλέμμα του επισκέπτη. Οι άνθρωποι μιλούν χαμηλά, οι κινήσεις είναι μετρημένες.
Το Κοπτικό Κάιρο είναι χτισμένο μέσα και γύρω από τα ερείπια του ρωμαϊκού Φρουρίου της Βαβυλώνας. Εκεί όπου κάποτε περνούσαν στρατιωτικές γραμμές και διοικητικά σύνορα, σήμερα συγκεντρώνεται η ιστορία μιας κοινότητας που διατηρεί την ταυτότητά της.
Καθώς χωνόμαστε κάτω από πέτρινες αψίδες, οι εκκλησίες εμφανίζονται σχεδόν απροειδοποίητα. Πίσω από μια πόρτα, μετά από μια μικρή αυλή, πίσω από έναν τοίχο που κρύβει τη θέα. Η αρχιτεκτονική τους παραμένει λιτή, σχεδόν αυστηρή, και αυτή η απουσία επίδειξης δημιουργεί έναν χώρο που σε καλεί να σωπάσεις. Εξάλλου εδώ η ένταση της “τρέλας” του Καΐρου εξαϋλώνεται. Οι ήχοι σπάνε σε μικρότερα κομμάτια, τα βήματα γίνονται πιο αργά, το βλέμμα κατεβαίνει από τα μεγάλα αιγυπτιακά μνημεία που είδαμε στην έρημο και συγκεντρώνεται στις λεπτομέρειες. Εδώ, η πόλη δεν υψώνεται, απλώνεται.
Κάπου εκεί, ξεκινά μια σκάλα που ανεβαίνει πιο ψηλά από το επίπεδο του δρόμου. Σε οδηγεί προς την Κρεμαστή Εκκλησία “Hanging Church”, ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σημεία της περιοχής.
Η Κρεμαστή Εκκλησία ή αλλιώς η “Εκκλησία των Σκαλοπατιών”
Κάπου ανάμεσα στα στενά, μπαίνουμε σε έναν αυλόγυρο όπου ξεκινά μια σκάλα που ανεβαίνει πάνω από το επίπεδο του δρόμου. Σε οδηγεί στην Κρεμαστή Εκκλησία, ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σημεία της κοπτικής συνοικίας. Σήμερα, η Hanging Church δεν δίνει αμέσως την εντύπωση ενός «παράξενου» κτίσματος.
Για μεγάλο διάστημα ήταν γνωστή ανεπίσημα και ως «Εκκλησία των Σκαλοπατιών», καθώς ο επισκέπτης χρειάζεται να ανέβει περίπου είκοσι εννέα σκαλιά για να φτάσει στην είσοδο.
Το πρώτο που αντιλαμβάνεσαι είναι η θέση της. Η εκκλησία δεν βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με τον δρόμο. Στέκεται πάνω από αυτόν, χτισμένη στην πύλη του ρωμαϊκού φρουρίου. Από κάτω υπήρχε πέρασμα. Από πάνω δημιουργήθηκε ένας χώρος λατρείας που στηρίζεται στα παλιά τείχη, σαν μια γέφυρα που ενώνει δύο διαφορετικές εποχές.
Από αυτή τη σχέση με το έδαφος προκύπτει και το όνομά της. Η “Κρεμαστή Εκκλησία” δίνει την αίσθηση ότι αιωρείται, ότι δεν πατά απευθείας στη γη. Η πραγματικότητα είναι πιο απλή και ταυτόχρονα πιο ενδιαφέρουσα: πρόκειται για μια κατασκευή που αξιοποιεί την υποδομή μιας άλλης εποχής, ενσωματώνοντας την ιστορία στη λειτουργία της.
Η βασιλική είναι χτισμένη πάνω στην πύλη του Φρουρίου της Βαβυλώνας, ενός οχυρού που αποδίδεται στον Ρωμαίο αυτοκράτορα Διοκλητιανό τον 4ο αιώνα. Η θέση της υπήρξε στρατηγική ήδη από τη ρωμαϊκή περίοδο, σε ένα σημείο όπου ο Νείλος συνδεόταν με εμπορικές διαδρομές προς την Ερυθρά Θάλασσα. Σήμερα, λόγω της ανόδου του επιπέδου των δρόμων, κατά περίπου έξι μέτρα, αυτή η ιδιαιτερότητα γίνεται λιγότερο εμφανής, παραμένει όμως ουσιαστική.
Μπαίνοντας στο εσωτερικό, το φως αλλάζει. Γίνεται πιο ήπιο, πιο διάχυτο, σαν να φιλτράρεται πριν φτάσει σε εσένα. Η ξύλινη οροφή, διαμορφωμένη έτσι ώστε να θυμίζει ανεστραμμένη κιβωτό, δημιουργεί μια αίσθηση προστασίας. Ο χώρος δεν είναι μεγάλος, και αυτή η κλίμακα λειτουργεί υπέρ του. Σε φέρνει πιο κοντά σε ό,τι βλέπεις.
Οι εικόνες της κοπτικής τέχνης έχουν μια ιδιαίτερη ένταση. Τα πρόσωπα σε κοιτούν με τα μεγάλα μάτια τους, με μία διαφορετική ένταση από αυτή που συχνά συνοδεύει τη θρησκευτική ζωγραφική. Το ξύλινο τέμπλο, σκαλισμένο με λεπτομέρεια και γεωμετρικά μοτίβα, κρατά το βλέμμα για ώρα. Η εμπειρία εξάλλου δεν βασίζεται στην εντύπωση. Βασίζεται στην παραμονή. Στο πόσο χρόνο θα επιτρέψεις στον εαυτό σου να μείνει μέσα σε αυτόν τον ρυθμό. Η εκκλησία αυτή υπήρξε για αιώνες σημείο αναφοράς για την κοπτική κοινότητα. Έδρα, χώρος λατρείας, τόπος που συγκεντρώνει μια παράδοση που συνεχίζεται. Η σημασία της δεν εξαντλείται στην αρχιτεκτονική της. Βρίσκεται στη συνέχεια που εκπροσωπεί.
Η μορφή που βλέπουμε ξανά και ξανά, σχεδόν να μας ακολουθεί σε κάθε γωνιά του Κοπτικού Καΐρου, είναι ο Άγιος Γεώργιος. Δεν πρωταγωνιστεί μόνο στις εικόνες· αποκτά και τον δικό της χώρο μέσα από την Εκκλησία του Αγίου Γεωργίου του Καΐρου, έναν από τους πιο ενεργούς και ζωντανούς ναούς της περιοχής. Χτισμένη σε κυκλική μορφή, μέσα σε ένα μοναστηριακό συγκρότημα, η εκκλησία συγκεντρώνει καθημερινά πιστούς, λειτουργώντας ως σημείο αναφοράς για την κοπτική κοινότητα.
Στις εικόνες, ο Άγιος εμφανίζεται έφιππος, τη στιγμή που το δόρυ του διαπερνά τον δράκο, μια σκηνή που επαναλαμβάνεται σχεδόν τελετουργικά. Ο δράκος λειτουργεί ως σύμβολο του κακού και της δοκιμασίας, μια μορφή που ηττάται διαρκώς, αφήνοντας να κυριαρχήσει η ιδέα της πίστης και της αντοχής μέσα στον χρόνο. Η μορφή του Αγίου, ταυτισμένη με την αντοχή και τη νίκη απέναντι στο κακό, διαπερνά τον χώρο με μια σιωπηλή σταθερότητα, σαν μια υπενθύμιση που συνοδεύει τη ζωή της γειτονιάς μέσα στον χρόνο.
Σε λίγα βήματα από την Hanging Church, η Εκκλησία των Αγίων Σεργίου και Βάκχου (Abu Serga) μεταφέρει την εμπειρία σε μια διαφορετική κλίμακα, πιο χαμηλή, σχεδόν υπόγεια. Εδώ δεν καταφέραμε καν να μπούμε μέσα, καθώς το πλήθος που είχε σχηματιστεί για προσκύνημα γέμιζε ασφυκτικά τον χώρο και απλωνόταν μέχρι την είσοδο. Η κρύπτη της συνδέεται, σύμφωνα με την παράδοση, με το σημείο όπου κατέφυγε η Αγία Οικογένεια κατά τη Φυγή στην Αίγυπτο.
Η αρχιτεκτονική της παραμένει λιτή, με βαριές κολόνες και χαμηλό φωτισμό που ενισχύει την εσωστρέφεια του χώρου, δημιουργώντας μια εμπειρία πιο προσωπική, σχεδόν σιωπηλή. Σε αντίθεση με την αίσθηση ανύψωσης που δίνει η Κρεμαστή Εκκλησία, εδώ κυριαρχεί η επιστροφή προς τα μέσα, μια κατάβαση που λειτουργεί σαν φυσική συνέχεια της διαδρομής, οδηγώντας τον επισκέπτη σε ένα πιο συγκεντρωμένο επίπεδο παρατήρησης και κατανόησης.
Ολοκληρώνοντας τη βόλτα στο Κοπτικό Κάιρο και βλέποντας μικρά παιδιά να προσκυνούν σκέφτηκα ότι το Κάιρο συχνά παρουσιάζεται στο διεθνές κοινό μέσα από τις μεγαλειώδεις του εικόνες: τις πυραμίδες, τους ναούς, τα μουσεία, τον ολόχρυσο Τουταγχαμών. Εικόνες που έχουν μια δύναμη σχεδόν αυτονόητη. Το Κοπτικό Κάιρο λειτουργεί διαφορετικά. Δεν ζητά θαυμασμό. Ζητά να κινηθείς πιο αργά, να δεις τις λεπτομέρειες, να αντιληφθείς ότι η ιστορία δεν είναι μόνο αυτό που διασώζεται εντυπωσιακά, αλλά και αυτό που συνεχίζει να υπάρχει αθόρυβα. Εκεί, ανάμεσα στα στενά και τις αυλές, η πόλη δείχνει μια άλλη εκδοχή του εαυτού της. Πιο εσωτερική, πιο ανθεκτική, πιο ανθρώπινη.