Η Νικόλ Κράους Goni Riskin

ΝΙΚΟΛ ΚΡΑΟΥΣ: “ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΑΡΧΕΙΟ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ ΜΟΥ”

Με μεγάλη περηφάνεια και απερίγραπτη χαρά μίλησα με την αγαπημένη μου συγγραφέα πριν έρθει στην Αθήνα. H σπουδαία συγγραφέας Νικόλ Κράους έρχεται στην Ελλάδα για το πρώτο Διεθνές Φεστιβάλ Λογοτεχνίας της Αθήνας (Athens International Literature Festival – AILF) που θα διεξαχθεί στην Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων, από τις 27 έως τις 29 Μαρτίου.

Κατά τη διάρκεια του podcast “SOLD OUT” που κάνουμε μαζί με τη Γεωργία Οικονόμου για το NEWS 24/7 το οποίο ήταν αφιερωμένο στις γυναίκες, ανέφερα τη Νικόλ Κράους ως την αγαπημένη μου ξένη συγγραφέα και τη Ζυράννα Ζατέλη ως την Ελληνίδα αγαπημένη.

Την επόμενη ημέρα ήρθε ένα μέιλ από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ που έλεγε ότι η Νικόλ θα ερχόταν στην Αθήνα για το Φεστιβάλ Λογοτεχνίας. Πρέπει να άκουγε και η Ντόρα του εκδοτικού την καρδιά μου να χτυπάει όταν την πήρα τηλέφωνο να της ζητήσω την πρώτη συνέντευξη της συγγραφέα. Και μου την κανόνισε ασφαλώς – νομίζω πως κατάλαβε ότι δεν θα γινόταν να μην το κάνει με το πάθος που τη ζήτησα.

Ένα απόγευμα, λοιπόν, στις έξι ώρα Ελλάδος και δώδεκα ώρα Νέας Υόρκης και για μία ώρα είχα απέναντί μου στην οθόνη τη γυναίκα που με έχει ταξιδέψει σε κόσμους και συναισθήματα πρωτόγνωρα, απάτητα, μονοπάτια ζωής που σε συγκλονίζουν. Μου τρυπούσε το μυαλό, γυρνούσα πάντα πίσω στις σελίδες να ξαναδιαβάσω παραγράφους, μου άνοιγε την ψυχή, μου τσιμπούσε το στομάχι.

Η Νικόλ Κράους
Goni Riskin

Και μετά την έψαχνα στο google, την έβλεπα με τα μακριά της μαύρα μαλλιά και αυτό το αενάως παιδικό πρόσωπο εκεί αποτυπωμένη και ονειρευόμουν ότι είμαστε φίλες και τη ρωτάω πώς το κάνει, πώς περιπλέκει τόσο μαστόρικα ανθρώπους, ιστορίες, συναισθήματα και μετά τα ξεμπλέκει, πώς ζει η ίδια και τι σκέφτεται, τι επιθυμεί και τι την πονάει. Όλα αυτά φανταζόμουν για έναν προσωπικό μύθο και να, που ήρθε η τυχερή ώρα να μου τα απαντήσει. Και ποιος ξέρει… τον ένα μήνα που θα μείνει στην Αθήνα μπορεί να γίνει και φίλη μου.

Θα ξεκινήσω από το ότι αναφέρεσαι πολύ συχνά στο θέμα του «σπιτιού» και στα βιβλία και στις συνεντεύξεις σου. Το σπίτι, με την έννοια του δικού σου τόπου, με την έννοια της ρίζας. Έχεις, επίσης, διπλή ταυτότητα: είσαι Αμερικανίδα και Εβραία. Τι αισθάνεσαι;

Νομίζω ότι πρόκειται ακριβώς για αυτό το συναίσθημα που περιγράφεις και για το οποίο γράφω εδώ και 25 χρόνια και είναι ουσιαστικά το ερώτημα τού πώς μπορείς να νιώσεις ότι έχεις «σπίτι» όταν δεν έχεις έναν «τόπο» όπως έχουν πολλοί άνθρωποι. Και αυτό γιατί προέρχομαι κυρίως από ανθρώπους που έφευγαν από τόπους – κάποιοι ήταν πρόσφυγες, άλλοι μετανάστες. Η οικογένειά μου, ακόμη και τώρα, μετακινείται συνεχώς, τα αδέλφια μου ζουν αλλού, οι γονείς μου αλλού.

Είμαστε διασκορπισμένοι. Και ξέρεις όσο μεγαλώνω και γνωρίζω άλλους ανθρώπους, παρατηρώ πως όταν βλέπω πραγματικά μέσα στην ψυχή κάποιου, σχεδόν πάντα πρόκειται για κάποιον που κρύβει μέσα του αυτό το στοιχείο της αέναης περιπλάνησης. Που νιώθει τι σημαίνει «διασπορά». Δεν το συνδέω με συγκεκριμένη θρησκεία ή κουλτούρα, μα μιλώ για όλους εμάς των οποίων οι ζωές έχουν διαμορφωθεί από τη διασπορά, που ταυτόχρονα λαχταρούμε και ονειρευόμαστε μια ιδέα ενότητας κάπου που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «σπίτι». Γνωρίζουμε τη ζωή μόνο ως κάτι σε κίνηση -το επόμενο αεροπλάνο, η επόμενη πόλη, το επόμενο περιβάλλον- και πάντα επιθυμούμε μια άγκυρα.

Πόσο περίεργο, όμως, ένα τέτοιο «μειονέκτημα», όπως το νιώθετε που σας προκαλεί μια ανασφάλεια, ταυτόχρονα να σας κάνει πολύ πιο δυνατούς και κοσμοπολίτες από όλους τους άλλους. Ανθρώπους που μπορούν να τα καταφέρουν παντού και σε οποιεσδήποτε συνθήκες.

Ναι, σωστά! Ο σύντροφός μου, που έχει αντίστοιχη ιστορία -είναι κι εκείνος Εβραίος, με την οικογένειά του να προέρχεται από το Ιράκ, τη Βηρυτό, τη Συρία και την Πράγα, μου είπε μία μέρα ότι ένα από τα πράγματα που κατάλαβε για μένα όταν πρωτογνωριστήκαμε ήταν ότι, όπως κι εκείνος, όπου κι αν πάω, είμαι πάντα παρατηρητική. Γιατί έτσι ξέρω πώς να προσαρμόζομαι. Είναι κάτι που μαθαίνεις από μικρός να το κάνεις όταν σου πρωτοακούγεται παράξενα η προφορά της μητέρας σου: ξεκινά από το άγχος, μετά γίνεται περιέργεια και έπειτα ευχαρίστηση.

Η Νικόλ Κράους
Goni Riskin

Σαν δεύτερο δέρμα, δεύτερη φύση… Ισως και ένστικτο.

Αναπτύσσεις κάτι «νέο» πάνω σου, μέσα σου, και τελικά μαθαίνεις με έναν τρόπο να δημιουργείς κάποιου είδους σύνθεση – για μένα αυτό ήρθε μέσα από τη γραφή. Τις προάλλες περπατούσαμε με τον μεγάλο μου γιο στο πάρκο -ο οποίος μόλις άρχισε, επίσης, να γράφει- και ενώ του έλεγα διάφορα για το μυθιστόρημα που μόλις ολοκλήρωνα, με ρώτησε «Γιατί σε όλα σου τα βιβλία, υπάρχουν τόσα πολλά διαφορετικά μέρη;» Και του απάντησα: «Γιατί για μένα είναι ένας τρόπος να “αφομοιώνω” όλα αυτά τα διαφορετικά μέρη και να διαπραγματεύομαι το συναίσθημα τού τι σημαίνει να φέρνεις διαφορετικούς τόπους, διαφορετικές αφηγήσεις, διαφορετικές φωνές σε ένα σύνολο». Αυτή η επιθυμία να δημιουργήσεις ένα «όλο» από θραύσματα νομίζω ότι προέρχεται από αυτό που με ρώτησες αρχικά, από την αίσθηση ότι ανήκεις παντού και πουθενά ταυτόχρονα.

Πηγαίνεις στο Ισραήλ; Το επισκέπτεσαι;

Ναι, πηγαίνω. Ξέρεις, το Ισραήλ ίσως να είναι η μοναδική γεωγραφική κουκκίδα που λειτουργεί ενωτικά για όλες μας τις γενιές -πέντε γενιές της οικογένειάς μου έχουν περάσει από αυτή τη χώρα. Κάποιοι πέθαναν εκεί, κάποιοι μεγάλωσαν εκεί ως παιδιά, κάποιοι παντρεύτηκαν…

Είναι ένα μέρος για τους Εβραίους της διασποράς του 20ου και του 21ου αιώνα από το οποίο σίγουρα θα έχουν περάσει με έναν τρόπο. Οι δικοί μου γνωρίστηκαν και παντρεύτηκαν εκεί. Ο αδελφός μου ζει εκεί. Οπότε είναι ένα μέρος που παραμένει σταθερό για πολλούς στην οικογένεια, αλλά με διαφορετικούς τρόπους.

Πώς νιώθεις που ξέρεις πως μόλις αναφερθείς στην καταγωγή σου, θα υπάρξει κάποια αντίδραση – υπέρ ή κατά; Και δεν το εννοώ πολιτικά, αλλά ανθρώπινα.

Υπάρχει μια απολυτότητα εκεί έξω, η οποία για οποιονδήποτε η δουλειά του είναι να εξετάζει τα πράγματα στις λεπτές τους αποχρώσεις, να βλέπει τα παράδοξα της ανθρώπινης φύσης, γίνεται πολύ επώδυνη. Αυτός ο τρόπος σκέψης, το «άσπρο-μαύρο» είναι πολύ επώδυνο για όλους μας αυτή τη στιγμή. Αν θα το πιστέψεις, ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου που μόλις ολοκλήρωσα και το γράφω από το 2011 διαδραματίζεται στην Τεχεράνη! Αυτή τη χρονική στιγμή της ιστορίας! Και το τέλος του είναι στη Βηρυτό.

Αυτό το κομμάτι του κόσμου, το Ιράν και φυσικά η Μέση Ανατολή, απασχολεί το μυαλό μου από τότε που γεννήθηκα. Οι άνθρωποι, βεβαίως, αρχίζουν μόλις τώρα να αντιλαμβάνονται τις πολυπλοκότητες αυτής της περιοχής – καλύτερα αργά παρά ποτέ, υποθέτω. Η υπεραπλούστευση αυτού του ζητήματος είναι πραγματικά αποκαρδιωτική. Τώρα, ας μην μιλήσουμε για ανθρώπους που ηγούνται των πολέμων που εκτυλίσσονται… υποθέτω ότι μπορείς να φανταστείς τη γνώμη μου για αυτούς.

Φυσικά.

Η ισραηλινή κυβέρνηση δεν είναι η δική μου κυβέρνηση – δεν ψηφίζω εκεί, ούτε ζω εκεί. Ο θυμός όμως που μπορεί να νιώθω απέναντι σε μια κυβέρνηση σαν του Τραμπ, ή σαν του Νετανιάχου που τόσα χρόνια έχει κάνει αδιανόητα πράγματα, μου προκαλεί ένα αίσθημα απόλυτης απόγνωσης. Και για αυτό θα προτιμούσα να σταματήσουμε να διακηρύττουμε απόψεις και να προσπαθήσουμε να διαβάζουμε περισσότερο, να ακούμε περισσότερο, να παρατηρούμε περισσότερο. Γιατί ο τρόπος που έχει καταλήξει να αντιμετωπίζεται αυτό μοιάζει με ένα είδος παιχνιδιού, όπου θέλεις απλώς να έχεις δίκιο. Υπάρχει, δε, αυτή η λογική του «αν είσαι αυτό, είσαι λάθος, αν είσαι το άλλο, είσαι σωστός».

Η Νικόλ Κράους
Goni Riskin

Αυτό ακριβώς και μάλιστα πρόσεξα πως δεν έχεις Instagram και δεν είσαι ενεργή στα social media όπου κατ΄ εξοχήν παίζεται αυτό το παιχνίδι των άκρων. Το μίσος καλλιεργείται σε τρομερό βαθμό – μίσος που δεν θα αναπτυσσόταν αν οι άνθρωποι ήταν ο ένας απέναντι στον άλλον. Μόνο κρυμμένος μπορείς να λες τέτοια πράγματα… Φοβάμαι πολύ ότι τα social media θα… μας καταπιούν μια μέρα. Ότι θα ξυπνήσουμε και δεν θα μπορούμε να αναπνεύσουμε.

Ηδη συμβαίνει αυτό. Τα παιδιά μου, που είναι 16 και 20, είναι πειραματόζωα ενός σύγχρονου πειράματος. Η γενιά τους συμμετέχει σε ένα τρομερό, κοινωνικό και τεχνολογικό πείραμα στο οποίο αντιμετωπίζονται ακριβώς σαν ζώα. Και υποφέρουν ακριβώς όπως τα ζώα στο εργαστήριο. Η οργή τους θα ξεχειλίσει όταν θα καταλάβουν τι τους αφαιρέθηκε και τι παίχτηκε πάνω στις πλάτες τους – που το νιώθουν ήδη, νομίζω. Νιώθω πως αισθάνονται μια νοσταλγία για κάτι που δεν έζησαν.

Με ρωτούν τόσο συχνά: «Πώς ήταν όταν γράφατε γράμματα ο ένας στον άλλον;» ή «Α, αυτά στα κουτιά είναι στοίβες από γράμματα που έγραφες στους φίλους σου; Ουάου!». Ναι, έτσι ήταν. Γράφαμε ο ένας στον άλλον για να δημιουργήσουμε τον εαυτό μας ∙ κάπως έτσι «χτιζόμασταν» σαν άνθρωποι και όχι με ένα παθητικό σκρολάρισμα. Ήταν μια συνθήκη ενεργή, δημιουργική και ήταν συλλογική. Οπότε ναι, είναι πολύ επώδυνο και δεν ξέρω αν υπάρχει ελπίδα. Οπότε, ούτε να το αναλύω θέλω ούτε να το ελέγξω μπορώ. Το μόνο που μπορώ να ελέγξω είναι να συνεχίσω να κάνω αυτό που κάνω. Να γράφω χωρίς να είχε καμία σημασία το τι θα πει ή θα γράψει για μένα κάποιος στα social media.

Ας πάμε λίγο λοιπόν στην καρδιά αυτού που κάνεις. Πώς γράφεις; Πώς δημιουργείς τις ιστορίες και τους χαρακτήρες σου; Εν τω μεταξύ οι πρωταγωνιστές σου αναμειγνύονται τόσο μεταξύ τους, ακόμη και τα μυαλά τους που μερικές φορές νιώθεις σαν να ζει η μια προσωπικότητα μέσα στην άλλη ή κάτι τέτοιο. Συχνά, επέστρεφα σε παραγράφους για να βάλω σε τάξη το μυαλό μου και αυτό που νιώθω, για να τα βάλω όλα σε μια σειρά Και αναρωτιέμαι πώς δεν χάνεσαι εσύ όταν γράφεις. Έχεις κάποια μέθοδο;

Μετά από 25 χρόνια, δεν έχω καμία μέθοδο, εκτός ίσως από το ότι πιστεύω βαθιά στον αυτοσχεδιασμό, στο να ακολουθώ το ένστικτό μου. Και νομίζω ότι υπάρχει κάτι πραγματικά συναρπαστικό που συμβαίνει όταν ανοίγεις την πόρτα στο ασυνείδητό σου και του δίνεις μια διέξοδο. Ξεκινώ ένα βιβλίο με μια φωνή. Αυτή η φωνή πρέπει να με ενδιαφέρει, να με συναρπάζει.

Μπορεί να με συναρπάζει ένας ηλικιωμένος άντρας επειδή δεν έχω την ευκαιρία να είμαι ένας ηλικιωμένος άντρας. Μπορεί να είναι ένας χαρακτήρας με οργή ή με ένα είδος χιούμορ που συνήθως δεν μπορώ να εξερευνήσω. Ό,τι κι αν είναι, είναι μια ενέργεια, ένας ρυθμός, είναι σαν να παίζεις μουσική, σαν να κάνεις τον DJ – νιώθεις τον ρυθμό κάποιου πράγματος που σε παρασύρει, σε «ανάβει». Και από εκεί και πέρα χτίζω με τη φωνή αυτή να με οδηγεί και να συναντά μια άλλη ιδέα και τότε θα ακολουθήσω εκείνο το νήμα.

Στα βιβλία μου αυτοσχεδιάζω και για αυτό η δομή τους γίνεται όλο και πιο περίπλοκη. Η δομή του βιβλίου που μόλις ολοκλήρωσα, με διέλυσε. Είναι τόσο πολύπλοκο το πώς είναι χτισμένο ∙ χωρίς να το έχω σχεδιάσει, χωρίς να ξέρω καν πώς συμβαίνει αυτό και πώς αναπτύσσεται αυτός ο λαβύρινθος. Νομίζω ότι οφείλεται στη βαθιά μου πεποίθηση ότι υπάρχει ένα κομμάτι μέσα μου, κάτω από την επιφάνεια, που τα δουλεύει όλα αυτά μαζί, ακόμα κι όταν κοιμάμαι, ακόμα κι όταν συνομιλώ με άλλους ανθρώπους και σε αυτό είμαι αφοσιωμένη.

Η ζωή των βιβλίων μου υφαίνεται σε κάποιο είδος ταπισερί όπου εγώ μπορώ να δω μόνο έναν κόμπο τη φορά μπροστά μου. Αλλά κάποια στιγμή αρχίζω να βλέπω τη μεγαλύτερη εικόνα, και τότε κεντάω…
Και μετά προσθέτω. Είναι κάτι που αναδύεται μόνο του χωρίς να έχω ένα συγκεκριμένο όραμα το οποίο εκτελώ.

Η Νικόλ Κράους
Goni Riskin

Δεν έχεις, δηλαδή, μια ιστορία στο μυαλό σου; Δεν κρατάς βασικές σημειώσεις από τις οποίες θα ξεκινήσεις και μετά θα αναπτυχθείς;

Μακάρι να είχα αλλά δεν έχω καμία σημείωση, κάτι που είναι τρομακτικό. Είναι σαν να πετάς χωρίς δίχτυ ασφαλείας. Σου είπα ότι τελείωσα το βιβλίο σήμερα αλλά να σου ομολογήσω πως πριν από δύο εβδομάδες, ήμουν σε κατάσταση πλήρους κατάρρευσης. Σκεφτόμουν ότι το βιβλίο τελειώνει και εγώ λύση δεν έχω βρει. Χτύπησα σε τοίχο τόσο δυνατά!

Χτυπάω σε τοίχο κάθε μήνα, ξανά και ξανά. Αλλά αυτή τη φορά ήταν όλα τόσο έντονα: είχα κάνει τόση δουλειά και ταυτόχρονα έβλεπα τον αληθινό πόλεμο στην Τεχεράνη, ενώ έγραφα για εκεί και βρέθηκα σε πλήρη απόγνωση. Και μετά ήρθε μία συζήτηση, μία βόλτα στο πάρκο, ένα άλλο βιβλίο, μια ταινία, κάτι… Και τότε, όπως πάντα, όλα «κουμπώνουν» και ξαφνικά μπαίνουν στη θέση τους και το βιβλίο ολοκληρώνεται. Δεν ξέρω πώς γίνεται αλλά ξέρω πως πρόκειται για μια πράξη αφοσίωσης – αφοσίωση στο να ανακαλύψω τι μπορώ να δημιουργήσω.

Διαγράφεις; Δηλαδή κόβεις σελίδες και πράγματα ή κρατάς σχεδόν ό,τι γράφεις;

Την ώρα που γράφω μπορεί να κόψω και αυτά τα βάζω σε ένα αρχείο. Δεν πηγαίνω όμως ποτέ μπρος-πίσω, δεν γράφω κομμάτια που μετά τα ανακατεύω, δεν γράφω ποτέ το τέλος πριν το τέλος. Γιατί τότε, νομίζω ότι εσύ ως αναγνώστης θα ένιωθες μια τεχνικότητα. Θα ένιωθες ότι προσπαθώ να επιβάλω μοτίβα και αφήγηση.

Νομίζω ότι ένας λόγος που, όπως μου είπες, χρειάζεται να ξαναδιαβάζεις κομμάτια είναι επειδή κι εγώ πρέπει να ξαναδιαβάζω και να ανακαλύπτω κάτι νέο καθώς το γράφω, όπως κι εσύ. Και επίσης γράφω αργά, οπότε οι προτάσεις είναι πραγματικά πολύ προσεκτικά δομημένες. Μερικές φορές έχουν τόσα πολλά μέσα τους που, αν χάσεις κάτι, πρέπει να επιστρέψεις πίσω.

Το καταλαβαίνω. Και εγώ είμαι αργή αναγνώστρια. Αλήθεια, έχεις ποτέ τους αναγνώστες στο μυαλό σου;

Όχι όχι. Νομίζω ότι ξεκίνησα από πολύ μικρή να γράφω και εθίστηκα στη γραφή γιατί αυτός ένιωθα ότι ήταν ο τρόπος να πλησιάσω ανθρώπους σαν κι εμένα. Θυμάμαι ότι ένα από τα πρώτα πράγματα που έγραψα στο Λύκειο ήταν μια ιστορία που με απασχολούσε εμμονικά και αφορούσε ανθρώπους, ξένους μεταξύ τους που συναντιούνται στον δρόμο και αμέσως νιώθουν μια οικειότητα.

Και αυτό άλλωστε είναι το βιβλίο: δύο άγνωστοι -συγγραφέας και αναγνώστης- που βρίσκονται μαζί σε ένα απόλυτα οικείο δωμάτιο. Αυτό από μόνο του είναι για μένα πολύ συναρπαστικό. Ξαφνικά, από το πουθενά, βρίσκεσαι δίπλα σε κάποιον άγνωστο και μοιράζεστε κάτι πολύ βαθύ.

Νιώθω έντονα ότι επικοινωνώ με κάποιον, ότι είμαστε μέσα σε κάτι μαζί ∙ νιώθω ότι δημιουργώ κάτι για σένα που όμως δεν μπορώ να το κάνω με βάση το τι θέλεις εσύ. Και αυτό δεν είναι εγωιστικό ή εγωκεντρικό: αν σκεφτώ πώς θα νιώσει ο αναγνώστης, αν θα του αρέσει, τι θα ήθελε είναι σαν να προδίδω τη μεταξύ μας συμφωνία. Πρέπει να δημιουργήσω έναν χώρο όπου θα συναντηθούμε με τον τρόπο που πιστεύω ότι αυτό λειτουργεί.

Oπως το περιγράφεις, βλέπω περισσότερο έναν σκηνοθέτη που κατευθύνει τους ανθρώπους που εμφανίζονται μπροστά του.

Το βιβλίο, εν τω μεταξύ, αφορά μια ηθοποιό… Ξέρεις, σκέφτομαι τώρα που το συζητάμε πως είμαστε πολύ τυχεροί εμείς που γράφουμε γιατί η γραφή κρύβει τόσα «μέσα» μέσα σε ένα μόνο μέσο, τη γλώσσα. Γίνεσαι, πραγματικά, ένα άλλο πρόσωπο.

Όταν, ας πούμε, που γράφω τον μονόλογο ενός άντρα που δουλεύει στο Υπουργείο Πολιτισμού και Ισλαμικής Καθοδήγησης στην Τεχεράνη, ξέρω ότι πρέπει να ανέβω «στη σκηνή» και να γίνω αυτός ο άνθρωπος. Πώς μιλάει; Πώς αισθάνεται; Πώς είναι να βρίσκεσαι μέσα στις τύψεις και στις επιθυμίες του; Και ταυτόχρονα πρέπει να περιγράφεις και τις κινήσεις του. Οπότε, ναι, σκηνοθετείς.

Η γλώσσα έχει τα μέσα να εκφράσει αυτό που νιώθεις; Ή υπάρχουν στιγμές που οι λέξεις δεν αρκούν;

Όχι, νομίζω ότι έχει. Πραγματικά πιστεύω ότι έχει. Οταν μιλάω, δεν μπορώ πάντα να βρω τις σωστές λέξεις και μάλιστα μερικές φορές παραμένω σιωπηλή. Όταν γράφω, μπαίνω σε μια μάχη με τις λέξεις, μπορεί να μου πάρει πολύ χρόνο να βρω τις σωστές αλλά ποτέ δεν φοβάμαι ότι αν δουλέψω αρκετά, δεν θα τις βρω. Και εδώ θα ήθελα να το διευκρινίσω λίγο: δεν μπορώ να βρω ένα συναίσθημα, αν δεν έχω βρει τις λέξεις.

Μου φαίνεται πως τελικά γράφεις για να ζήσεις τόσες διαφορετικές ζωές που είναι αδύνατον να ζήσεις όσο και αν ταξιδεύεις, με όσους ανθρώπους και αν συναντηθείς…

Σωστά! Εχουν μια έκφραση οι Ιταλοί: Una vita non basta. Θέλουμε τόσες περισσότερες ζωές από αυτή που έχουμε, τόσες περισσότερες εμπειρίες. Αγαπώ τα ταξίδια και τις περιπλανήσεις αλλά όταν μεγαλώνεις παιδιά, πρέπει να είσαι και σταθερά σε ένα μέρος. Πέρσι έζησα στη Ρώμη για έναν χρόνο και τώρα που τα παιδιά μεγάλωσαν νομίζω πως οι περιπέτειες θα ξαναρχίσουν. Και στην Αθήνα θα μείνω για έναν μήνα.
Είναι παράξενο, αλλά από τη στιγμή που φεύγω από το σπίτι μου στη Νέα Υόρκη και ειδικά από την Αμερική, νιώθω ξαφνικά να ενεργοποιούμαι.

Πραγματικά ενθουσιάζομαι -μόλις αλλάξουν οι συνθήκες γύρω μου, παρατηρώ τα πάντα, διαβάζω τα πάντα, «ξυπνάω» δημιουργικά. Οπότε ναι, το χρειάζομαι αυτό στη ζωή μου. Και φυσικά, το έργο μου είναι μια «αφομοίωση» όλων αυτών. Να προσθέσω κιόλας για τη Ρώμη, ότι την παγκόσμια πολιτική συγκυρία, το να περπατάς ανάμεσα στα ερείπια χιλιάδων χρόνων ιστορίας και να ξέρεις ότι υπήρξαν τόσοι δικτάτορες που ανέβηκαν και έπεσαν, είναι πραγματικά παρηγορητικό.

Ας μιλήσουμε για άνδρες – όχι τους δικούς σου, αλλά γενικώς για τους άνδρες. Αλλάζει ο τρόπος που τους βλέπεις όταν έχεις γιους;

Νομίζω ότι πάντα με ενδιέφεραν πολύ οι άντρες και τα αγόρια – και με τους δύο τρόπους ας πούμε χαριτολογώντας! Η ευαισθησία τους, η ψυχοσύνθεσή τους… Με ενδιαφέρει πάντα ο «άλλος». Τι σημαίνει να είσαι άντρας; Πώς είναι αυτή η εμπειρία; Για να είμαι ειλικρινής, μου προκαλεί συμπόνια. Μιλώ φυσικά για εκείνους τους άνδρες που αξίζει να ασχοληθείς μαζί τους.

Βλέπω τις αδυναμίες τους με ενδιαφέρει η ευαλωτότητά τους και είμαι σίγουρη ότι αυτό έχει αλλάξει με τον χρόνο, επειδή απέκτησα αγόρια. Οι άνδρες κουβαλούν τρομερό βάρος – θα το δεις με τον γιο σου όσο μεγαλώνει που θα πρέπει να αποδείξει ότι είναι «ο πιο δυνατός», «ο πιο γρήγορος», «ο καλύτερος». Τι πόνος να πρέπει να ανταποκριθείς σε τόσες προσδοκίες. Και οι γυναίκες έχουμε τους δικούς μας πόνους, αλλά αυτούς τους ξέρω. Με ελκύουν όσα δεν ξέρω.

Ζεις τη ζωή σου ενώ γράφεις;

Ναι, βέβαια. Πέρυσι έζησα στη Ρώμη ενώ έγραφα το βιβλίο και ταξίδεψα σε τόσα μέρη. Δεν είμαι από εκείνους που απομονώνονται για να γράψουν. Θέλω ησυχία τη στιγμή εκείνη αλλά γενικά χρειάζομαι να είμαι μέσα στον κόσμο. Χρειάζομαι τη ένταση, αλλιώς νιώθω πεσμένη και κάπως άδεια όταν δεν έχω πράγματα να δω, να ακούσω, να ανακαλύψω. Οπότε η κάθε μέρα έχει ένα μέρος δουλειάς, γραφής δηλαδή και ένα μέρος ζωής. Επίσης διαβάζω πολύ.

Οπότε γράφεις σαν να κάνεις τη δουλειά σου;

Αλλά ταυτόχρονα φροντίζω και την ψυχή μου. Γράφω εδώ και τόσο καιρό – είμαι 51 και γράφω από τα 14 μου. Το πρώτο μου βιβλίο το έγραψα στα 25, αλλά πριν από αυτό έγραφα ποίηση. Μπορεί πλέον να είναι το επάγγελμά μου, η αποστολή μου, αλλά είναι και ο τρόπος που υπάρχω στον κόσμο. Αν περάσει πολύς καιρός και δεν μπορώ να γράψω, τότε… πέφτω σε μια άβυσσο.

Γιατί όταν με κατακλύζουν εμπειρίες και συναισθήματα, χρειάζεται να τα επεξεργαστώ και να τα μετατρέψω σε κάτι άλλο. Υπάρχει σαν μια «μηχανή» μέσα μου που δουλεύει, που παίρνει εμπειρίες, συναισθήματα, αναγνώσεις, σκέψεις, όλα αυτά και τα συνθέτει. Για να δημιουργήσει κάτι – αυτή την ταπισερί που σου έλεγα: τις βελονιές, τους κόμπους, τη σύνθεση των θραυσμάτων. Και αν αυτό δεν συμβαίνει, είμαι εντελώς εκτός ισορροπίας ως άνθρωπος. Αλλά εντελώς και κυριολεκτώ.

Δεν φαίνεσαι όμως άνθρωπος που μπορεί να πέσει σε μαύρη τρύπα, τύπου κατάθλιψη.

Τα φαινόμενα απατούν. Δεν νομίζω ότι κάποιος που γράφει για αυτά που γράφω εγώ δεν έχει ζήσει όλο το φάσμα των ανθρώπινων συναισθημάτων. Πηγαίνεις εκεί, είτε το θέλεις είτε όχι. Είτε η ψυχή σου σε οδηγεί εκεί είτε όχι. Και, ναι, έχω βιώσει όλο το εύρος.

Η ψυχολόγος μου έλεγε ότι «αφού μπορείς να γράφεις, είσαι μια χαρά».

Ισχύει – αν μπορώ να γράφω, τότε ναι, είμαι καλά. Αυτό είναι σίγουρο. Αλλά υπάρχουν περίοδοι που δεν μπορείς να γράψεις. Ειδικά, στη δημιουργική γραφή. Παλιά νόμιζα ότι ήταν κάτι σαν writer’s block, ότι «στέρευε το πηγάδι». Με τον χρόνο και την εμπειρία, κατάλαβα ότι αυτές είναι περίοδοι κατά τις οποίες απορροφώ. Απορροφώ ζωή, εμπειρίες, σκέψη και κάποια στιγμή όλα αυτά θα ενωθούν.

Δεν μπορώ να τελειώσω ένα μυθιστόρημα σήμερα και να ξεκινήσω το επόμενο σε έναν μήνα. Μερικές φορές περνούν χρόνια και γράφω μόνο διηγήματα ή δοκίμια. Αλλά στις «άγονες» περιόδους, όταν κάτι δεν λειτουργεί και νιώθεις την απουσία της ικανότητας να γράψεις και πάλι, τότε, κάτι συμβαίνει. Και θέλω να τονίσω ότι παρόλο που δεν θα ευχόμουν σε κανέναν κάποιες εμπειρίες, είμαι βαθιά ευγνώμων ακόμη και για τις χειρότερες. Γιατί διευρύνουν τον ορίζοντά σου, το τι καταλαβαίνεις για τους ανθρώπους, για τον εαυτό σου, για τη ζωή. Και επίσης σου θυμίζουν ότι έχεις επιζήσει, ότι είσαι δυνατός.

Είσαι περήφανη για τα βιβλία σου; Οταν τελειώνει ένα βιβλίο, είναι απλώς μια τελειωμένη ιστορία;

Όχι, δεν επιστρέφω να τα διαβάσω -αυτό δεν το κάνω. Ίσως κάποια μέρα. Καμιά φορά παίρνω ένα από το ράφι και το ξεφυλλίζω λίγο, προσπαθώντας να θυμηθώ τι υπάρχει μέσα, αλλά πραγματικά δεν μπορώ… Δεν μπορώ να θυμηθώ. Αλλά νιώθω μεγάλη ανακούφιση που έχω κρατήσει ένα αρχείο της συνείδησής μου.
Και τώρα, όσο τα παιδιά μου μεγαλώνουν, το σκέφτομαι όλο και περισσότερο: ότι ό,τι κι αν συμβεί σε μένα -μακριά από εμάς, να μη συμβεί τίποτα- αλλά ό,τι κι αν γίνει, θα ξέρουν ποια είμαι, ποια ήμουν. Τα έχω γράψει όλα εκεί. Το αρχείο του εαυτού μου.

 

Σχετικό Άρθρο

 

Info:

Το Διεθνές Φεστιβάλ Λογοτεχνίας της Αθήνας (Athens International Literature Festival – AILF) έρχεται για πρώτη φορά στην Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων, από τις 27 έως τις 29 Μαρτίου, με ελεύθερη είσοδο, προσκαλώντας το κοινό σε μια τριήμερη γιορτή αφιερωμένη στη δύναμη της λογοτεχνίας.

Συζητήσεις, υπογραφές βιβλίων, masterclasses και μια σειρά από παράλληλες δράσεις εμπλουτίζουν τη φεστιβαλική εμπειρία και μετατρέπουν την Τεχνόπολη σε έναν ανοιχτό χώρο διαλόγου και έμπνευσης.

Το κοινό θα έχει την ευκαιρία να έρθει σε επαφή με δύο κορυφαίους συγγραφείς, τον βραβευμένο με Booker Πολ Λιντς και την Αμερικανίδα μυθιστοριογράφο Νικόλ Κράους, μέσα από δύο ξεχωριστά masterclasses που θα προσεγγίσουν εκ των έσω τη δημιουργική διαδικασία.

Στο πλαίσιο των συζητήσεων, κορυφαίοι συγγραφείς της διεθνούς σκηνής, όπως ο βραβευμένος με το Νόμπελ το 2025 Λάσλο Κρασναχορκάι και οι βραβευμένοι με Booker Ντέιβιντ Σολόϊ (2025) και Πολ Λιντς (2023) και φυσικά η Νικόλ Κράους.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα