Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης / Studio Aris Rammos

Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ ΓΥΡΙΣΕ ΜΙΑ Α ΛΑ ‘80S ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΤΑΙΝΙΑ ΕΝΗΛΙΚΙΩΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΜΙΛΑΝΕ ΟΛΟΙ

Ο Γιώργος Γεωργόπουλος εμπνεύστηκε από “Rocky”, “Karate Kid” και Σοφία Βόσσου και γύρισε ένα ξεσηκωτικό, συγκινητικό sports movie ενηλικίωσης: “Πολύ Κοριτσίστικο Όνομα το Πάττυ”. Από το φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, μίλησε στο NEWS24/7 για τα μυστικά της ταινίας του.

«Πιστεύω πως έχουμε φτιάξει μια ταινία που, όπως και ο πρωταθλητισμός, κινείται ανάμεσα στην ένταση και τη συγκίνηση», αναφέρει ο Γιώργος Γεωργόπουλος υπογραμμίζοντας την εκρηκτική διάθεση ενός φιλμ γνώριμου, θαρραλέου, ειλικρινούς.

Αυτή δεν είναι η μόνη σύνδεση με τον πρωταθλητισμό. Όπως μας εξηγεί, μιλώντας στο NEWS24/7 από το φεστιβάλ Θεσσαλονίκης όπου προβλήθηκε η ταινία, η ίδια η προετοιμασία των ηθοποιών έμοιαζε με προπόνηση για αγώνες – καθώς το καθαρά τεχνικό, σωματικό κομμάτι ήταν αναγκαίο ώστε να επιτευχθεί ένα σημαντικό επίπεδο ρεαλισμού.

Βλέπετε, το Πολύ Κοριτσίστικο Όνομα το Πάττυ είναι, εκτός από όλα τα άλλα, και μια ταινία για το τζούντο. Και για μια νεαρή ελπιδοφόρα αθλήτρια (Μορτ Κλωναράκη) την οποία προπονεί ο παλιός θρύλος κόουτς Γιούρι (Βαγγέλης Μουρίκης), ο οποίος με στωικότητα και ένα απροσδιόριστο βάρος στις πλάτες του, επανέρχεται χρόνια μετά το κοουτσάρισμα μιας άλλης αθλήτριας ως τον παγκόσμιο θρίαμβο.

Ο Γιούρι ψάχνει μια νέα αρχή. Η Δάφνη θέλει να μάθει τον κόσμο για πρώτη φορά. Σαν άλλος Μιγιάγκι, θα την καθοδηγήσει, όμως οι επιπλοκές δε θα αργήσουν να έρθουν: Ένα αντίπαλο ντότζο που προκαλεί τον Γιούρι. Μια παλιά του αθλήτρια έρχεται σαν αντίπαλος. Και για τη Δάφνη, οι αμφιβολίες, η αβεβαιότητα, αλλά και ο ενθουσιασμός, η ανακαλυψη του Νέου που πάντα φέρνει η ενηλικίωση.

Μέσα από αυτή την υπέροχη, πολύ συχνά συγκινητική διαδρομή, ο Γεωργόπουλος δεν αφήνει ποτέ την ταινία του να γίνει σχηματική, ούτε σε τεχνικό, ούτε σε αφηγηματικό επίπεδο. Και χωρίς να φοβάται κάποιες δύσκολες, απαιτητικές στροφές στο στόρι. Οι β’ χαρακτήρες είναι αξιομνημόνευτοι, από τις κοπέλες στον αθλητικό περίγυρο της Δάφνης, μέχρι την βοηθό προπονητή Ιουλία (Γιούλα Μπούνταλη), μια σιωπηλά τρομερά σημαντική παρουσία.

Αλλά και τεχνικά: Οι μάχες εντυπωσιάζουν, ενώ κουβαλούν και πολλή συναισθηματική φόρτιση. Όπως συμβαίνει φυσικά σε κάθε σπουδαία sports movie της κινηματογραφικής ιστορίας – από τα οποία ο Γεωργόπουλος ξεκάθαρα εμπνέεται.

Ο σκηνοθέτης έχει γυρίσει 2 ταινίες στο παρελθόν, το Tungsten και το Δεν Θέλω Να Γίνω Δυσάρεστος, Μα Πρέπει Να Μιλήσουμε Για Κάτι Πολύ Σοβαρό – που είχε μάλιστα προταθεί και για Ίρις καλύτερης ταινίας. Η Πάττυ δεν έχει σχέση με εκείνες τις ταινίες, οι οποίες έτσι κι αλλιώς και μεταξύ τους διέφεραν πολύ.

Όπως μας λέει ο Γεωργόπουλος: «Δεν με ενδιαφέρει κάποιος να με αναγνωρίζει από την υπογραφή μου. Δεν με ενδιαφέρει καν να με αναγνωρίζει. Με ενδιαφέρει κάθε φορά που θα μπω μια ταινία να ζω μια ωραία καινούργια περιπέτεια».

Και αν μη τι άλλο, το Πάττυ, η ελληνική ταινία με το μακράν μεγαλύτερο hype στο φετινό φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, είναι αν μη τι άλλο μια ωραία – όχι, ψέμματα – μια φανταστική καινούρια περιπέτεια.

Αλλά πώς έγινε πραγματικότητα;

Θέλω να μου πεις λίγο για την εξαρχής σύλληψη του όλου πράγματος. Είχες δεδομένα κάποια πράγματα που σου αρέσουν και σε εκφράζουν, αλλά πώς αποφάσισες ότι ήθελες να είναι κάτι τέτοιο – με πολλούς χαρακτήρες, με αντίπαλα ντότζο, με πλοκή. Όχι δηλαδή μια ιδέα που την ακολουθείς, αλλά κάτι πολύ πιο δομημένο.

Ξεκίνησε γιατί ήθελα να συνδυάσω πράγματα που αγαπούσα από πολύ μικρός. Ήθελα να επανατοποθετήσω τον εαυτό μου σε σχέση με το ίδιο το σινεμά και τη βάση με την οποία το αγάπησα. Γύρισα αρκετά πίσω για αυτό.

Αυτό συνέπεσε με μια περίοδο που συζητούσαμε να γίνω μπαμπάς. Τελικά έγινα μπαμπάς στην προετοιμασία της ταινίας. Είχα ένα νεογέννητο στη διάρκεια της ταινίας. Αυτό άνοιξε ένα κανάλι επικοινωνίας με τον εαυτό μου όπως ήμουν μικρός, στα ‘80s. Ήθελα να κάνω μια ταινία με πράγματα που αγαπούσα παιδί: αθλητικές ταινίες, teen, ‘80s, αμερικανικές ως επί το πλείστον, με ένα άθλημα που έκανα κι εγώ μικρός για πάρα πολλά χρόνια. Από πιτσιρίκι μέχρι το τέλος της εφηβείας.

Όλο αυτό ήθελα να το κάνω και με μια αίσθηση λίγο «μπαμπαδίστικη», γιατί σε αυτό το mood ήμουν. Στο τέλος της ημέρας, ήθελα να κάνω μια ταινία που ο γιος μου να μπορεί να τη δει σε πέντε-έξι χρόνια. Οι δύο προηγούμενες χρειάζονται να περάσει περισσότερος χρόνος για να τη δουν. [γελάει]

Η ιστορία μου βγήκε τελείως απρόσκοπτα. Έμαθα για ενα deadline που εκείνη τη χρονιά είχε το lab του Σάντανς που εκείνη τη χρονιά ήταν στην Ελλάδα. Υπήρχε deadline περίπου σε έναν μήνα από όταν το έμαθα, κι έκατσα και το έγραψα όλο μέσα σε έναν μήνα για να το στείλω. Τελικά το πήραν, και το δούλεψα εκεί με εξαιρετικούς advisors: τον Τζεφ Νίκολς, τη Λίζα Τσολοντένκο, την Εύα Στεφανή.

Το έγραψα επί τούτου: κάθισα έναν μήνα και το έγραψα για να είμαι έτοιμος. Έδωσα πρώτο draft, το μετέφρασα κιόλας – έγραφα κι είχα μια φίλη μεταφράστρια που όσο έγραφα μετέφραζε κατευθείαν. Μετά όλα πήραν κάπως το δρόμο τους. Αλλά πάντως η κινητήρια δύναμη ήταν καθαρά η αγάπη για το αγνό teen σινεμά που αγάπησα μικρός.

Οπότε αφού έκανες και τζούντο, φαντάζομαι ότι όλα αυτά homage θα έγιναν ακόμα πιο συναισθηματικά και προσωπικά – στο Karate Kid, ας πούμε.

Ε, ναι. Σε αυτή τη διαδικασία ξαναήρθα σε επαφή με τον δάσκαλό μου του τζούντο που είχα να τον δω 30 χρόνια, ήταν πολύ συγκινητική δουλειά. Αυτό το ταξίδι προς τα πίσω ήταν πολύ έντονο για μένα.

Κάτι που μου άρεσε ως θεατής είναι ότι φαίνεται εξαρχής πως είναι μια ταινία που σου λέει, κάθισε, κι εγώ θα σε πάω ένα ταξίδι. Έχει κινητική σκηνοθεσία, σκηνές μάχης, αντίπαλα locations, χαρακτήρες, stakes… Όσο αναφορά λοιπόν τη δομή, πόσο αναίμακτα σου βγήκε το σενάριο;

Στο σενάριο, επειδή αγαπώ πολύ αυτού του είδους τη δομή μου βγήκε σχετικά αναίμακτα. Το δύσκολο ήταν να γίνει η ταινία. Γιατί μια τέτοια ταινία έχει τεράστιες δυσκολίες. Θέλει μελέτη του είδους – και εγώ ήθελα να είμαι πολύ πιστός στο είδος. Δεν ήθελα να κάνω κάτι σαν αθλητική ταινία. Ήθελα να κάνω αθλητική ταινία. Τέρμα. Ούτε elevated sports film, ούτε τίποτα τέτοιο.

Μια αθλητική ταινία που τελειώνει όπως όλες οι αθλητικές ταινίες: Θα τα πούμε όλα στον τελικό.

Εγώ αυτό αγαπώ στις αθλητικές ταινίες. Ό,τι και να γίνει στη διάρκεια της ιστορίας, όλα θα τα λύσουμε στον τελευταίο αγώνα. Το θέμα είναι πόσο φορτισμένοι θα φτάσουμε στον αγώνα αυτόν, και με ποιο τρόπο.

Πώς θα φορτίσουμε και τους ήρωες και τους θεατές; Γιατί πρέπει αυτός ο αγώνας να έχει σημασία τελικά. Και για τους ήρωες και για τους θεατές. Είναι θεωρώ πολύ βασικό, όπως και στον αθλητισμό, να υποστηρίζεις κάποιον. Δε βλέπεις με το ίδιο ενδιαφέρον έναν ποδοσφαιρικό αγώνα που δεν υποστηρίζεις καμιά ομάδα, το βλέπεις με μια απόσταση. Αν θέλεις να μπεις μέσα στον αγώνα, πρέπει να υποστηρίζεις κάποιον.

Ήταν σημαντικό να γίνει αυτό γι’αυτό και ίσως οι γραμμές καλών και κακών είναι λίγο πιο έντονες απ’ ό,τι στις προηγούμενες ταινίες μου – αν και πάλι, προσπάθησα να μην έχουμε τέρατα από τη μία και αγίους από την άλλη.

Τελοσπάντων, έχει μια πολύ μεγάλη απλότητα ο μηχανισμός της αθλητικής ταινίας που εγώ το βρίσκω πρόκληση. Τώρα η κατασκευή; Ήταν τρομερά δύσκολο πράγμα. Δεν το είχα ξανακάνει, ούτε εγώ ούτε οι συνεργάτες μου. Ήταν κάτι καινούριο για όλους μας. Πηγαίναμε βήμα-βήμα. Το μοντάρισμα το έκανα σχεδόν παράλληλα με το γύρισμα, για να ξέρω πού βρισκόμαστε.

Η μεγαλύτερη δυσκολία ήταν οι ηθοποιοί: να ανταποκριθούν και στο αθλητικό κομμάτι. Η προετοιμασία… Δηλαδή εντάξει, δεν θα πάμε στους Ολυμπιακούς με το τζούντο μας [γελάει], αλλά πιστεύω ότι τα καταφέραμε αρκετά καλά.
Πρόκληση και περιπέτεια. Το ότι έκανα μια τόσο διαφορετική ταινία σε σχέση με τις προηγούμενες…. Κι οι δύο προηγούμενες είναι φυσικά διαφορετικές μεταξύ τους, αλλά μου αρέσει η αίσθηση της περιπέτειας. Θέλω κάτι να με αναζωογονεί, να νιώσω αδρεναλίνη όταν κάνω μια ταινία.

Οι ηθοποιοί είναι πραγματικά φανταστικοί. Πώς τους βρήκες; Πώς δούλεψες μαζί τους, δεδομένης της σωματικής απαίτησης που ανέφερες;

Κάναμε επίσημο open casting. Ακριβώς επειδή χρειαζόμασταν αυτό το στοιχείο του μαχητικού αθλήματος έπρεπε να είναι πιο ανοιχτό το κάλεσμα. Στείλανε self tapes… δηλαδή ο Mort που είναι η Πάττυ έστειλε tape από το εφηβικό του δωμάτιο μέσα, ήταν πολύ χαριτωμένο. Είχε κάνει ταεκβοντό, όχι τζούντο, αλλά είχε αθλητική κουλτούρα.

Η Φιλίππα που κάνει τη Ζωή είχε κάνει λίγο τζούντο, η Μελίνα που κάνει τη Στέλλα είχε κάνει ένα κινέζικο είδος πάλης, που λέγεται Σουάι Τζιάο, που είναι το πιο κοντινό στο τζούντο που υπάρχει εκεί έξω. Υπήρχε πολλή προετοιμασία, κανονική προπόνηση. Ρωτήσαμε κάθε αθλήτρια, ποιες είναι οι αγαπημένες σας τεχνικές; Και πάνω σε αυτό χτίσαμε, χορογραφικά πώς θα είναι ο κάθε αγώνας.

Είχαμε judo instructors κάθε μέρα φυσικά μαζί τους, είχαμε τραυματισμούς, είχαμε όλα αυτά που μπορεί να έχει ένας αθλητής στην προετοιμασία για αγώνες. Όλοι οι υπόλοιποι γύρω από αυτά τα κορίτσια ήταν πραγματικοί τζουντόκα.

Που το κάνει ακόμα πιο δύσκολο, γιατί ξέρεις, το τζούντο μας, το κρίνανε αληθινοί αθλητές. [γελάει] Οπότε είχαμε πάρα πολύ αυστηρούς κριτές κατά τη διάρκεια της ταινίας, αλλά αυτό μας έκανε καλό.

Είναι πάρα πολύ αναπολογητική η ταινία σε αυτό που κάνει κι ένα από αυτά είναι οι σκηνές μάχες. Έχει ροή, ακολουθεί τις κινήσεις τους, κυλιέται μαζί τους, έμπαινε μέσα στην κίνηση. Επειδή όπως είπες δεν είχες ξανακάνει κάτι τέτοιο, πώς το δούλεψες; Τι σημεία αναφοράς είχες;

Οι αναφορές είναι προφανείς: αθλητικές ταινίες των ‘80s, Karate Kid, Rocky, Personal Best… Απλές, άδολες ταινίες των ‘80s. Ήθελα όμως να φέρω μια πιο σημερινή προβληματική. Αλλά και άλλες ταινίες. Το Girlfight της Κάριν Κουσάμα. Ή το Sanshiro Sugata του Κουροσάβα, που ένας τόσο μεγάλο δημιουργός ξεκίνησε με μια ταινία τζούντο!

Στο τεχνικό, ήταν πολλή δοκιμή. Έκανα πολλή προετοιμασία. Πήγαινα στις προπονήσεις με μια μικρή μηχανή, προσπαθούσα να βρω τον τρόπο. Οι περισσότερες ταινίες πάλης βασίζονται σε πολλά κοψίματα στο μοντάζ και πολλές γωνίες για να καλύψουν την αδυναμία των ηθοποιών. Αυτό ήθελα να το αποφύγω. Ήθελα να νιώσουμε τους χαρακτήρες. Προτίμησα μεγαλύτερα πλάνα, με κίνηση, ακόμα κι αν η τεχνική δεν ήταν τέλεια.

Προτιμούσα να φαίνεται χειρότερο το τζούντο μας και να νιώσουμε τους χαρακτήρες, παρά να το πετσοκόψω προκειμένου να κερδίσω αληθοφάνεια ή τεχνική ένταση. Αυτή την ένταση την άφησα μόνο για το κομμάτι του τελικού.
Αλλά κι εκεί ήταν πάρα πολύ δύσκολο. Δεν είναι μόνο οι αθλητές και η μηχανή, είναι προπονητές απ’έξω σε δεύτερο επίπεδο, θεατές πιο έξω σε τρίτο επίπεδο. Και δουλεύεις σε 360 μοίρες που σημαίνει ότι τρέχει μια ομάδα πίσω από τη μηχανή κι όλοι οι άλλοι πρέπει να είναι εξαφανισμένοι… πολύ μεγάλο επίπεδο δυσκολίας.

Και πάνω σε αυτά να έχεις πάντα και τον περιορισμό του μπάτζετ που σημαίνει περιορισμός χρόνου στο γύρισμα. Δηλαδή θα ήθελα πολύ 5 παραπάνω μέρες γυρίσματος για αυτή την ταινία – θα ψόφαγα για να τις έχω. [γελάει]

Είπες ότι η προβληματική σου ήθελες να είναι πιο σημερινή. Αυτό με τι τρόπο το προσέγγισες;

Δεν χρειάστηκε και πολλή σκέψη, γιατί τα πραγματικά προβλήματα του αθλητισμού σήμερα είναι συγκεκριμένα που συνοψίζονται και στην ταινία. Δεν θα τα αναφέρω συγκεκριμένα γιατί είναι μέσα στην ταινία, αλλά όποιος θέλει να ρίξει μια πιο βαθιά ματιά στον αθλητισμό, αυτά θα κοίταζε. Είναι δύο ζητήματα, πασιφανή, είναι παντού, μας απασχολούν συνέχεια και θα μας απασχολούν για χρόνια. Το ένα από τα δύο ζητήματα σήμερα το βλέπεις πιο συχνά να σχολιάζεται, το άλλο πολύ λιγότερο.

Με ενδιαφέρει η ισορροπία εδώ. Αν είχε γυριστεί αυτή η ταινία το 2012 ας πούμε, θα ήταν διαφορετική πιθανώς. Πόσο σε δυσκόλεψε αυτό το στοιχείο;

Το πρώτο draft το είχα γράψει προ Me Too. Ήρθαν αλλαγές, όχι γιατί φοβήθηκα κάτι αλλά γιατί σκέφτηκα πολύ πώς θα νιώσει ένας άνθρωπος –αγόρι ή κορίτσι– που έχει μια πραγματική τέτοια ιστορία βλέποντας αυτή την ταινία. Έκανα και έρευνα, μίλησα με κόσμο. Στη διάρκεια της προετοιμασίας γνώρισα πολλά κορίτσια με πραγματικές εμπειρίες.

Μέσα από αυτή τη διαδικασία γεννήθηκε και ο χαρακτήρας της Ιουλίας, της Γιούλας Μπούνταλη. Στο αρχικό σενάριο η λύση ερχόταν αλλιώς. Αυτός ο χαρακτήρας γεννήθηκε από αυτές τις συζητήσεις και τις διεργασίες. Αυτή είναι η βασικότερη διαφοροποίηση.

Εμένα όλες μου τις ταινίες με ενδιαφέρει να κινούνται σε μια γκρίζα ζώνη – θεματικά, αν θες, ή και ηθικά. Με ενδιαφέρει να τελειώνει η ταινία και να αρχίζει μια κουβέντα. Αν μπορεί να αρχίσει μια κουβέντα με οποιοδήποτε τρόπο πάνω σε αυτό το θέμα, με ενδιαφέρει. Με ενδιαφέρουν οι ηθικές μετατοπίσεις, όχι μόνο απέναντι στους χαρακτήρες, το οποίο είναι ένα συνηθισμένο πράγμα στο σινεμά, το θέλουμε όλοι αυτό – με ενδιαφέρουν οι ηθικές μετατοπίσεις απέναντι και στην ίδια την ταινία.

Αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον για την Ιουλία. Γιατί ο χαρακτήρας της είναι όντως ένα ηθικό κέντρο βάρους…

Είναι κι η καλή έξωθεν μαρτυρία μας. Είναι η θέση μας.

Και ο χαρακτήρας του Γιούρι; Από τι γεννήθηκε; Θα μπορούσε να έχει εκφραστεί με πολλούς τρόπους ένας τέτοιους παλιός, γκουρού προπονητής… αλλά έχει μια στωικότητα, δεν αντιμετωπίζει τίποτα επιθετικά. Έχει μια σιωπή, μια τραγικότητα πολύ ανθρώπινη.

Αυτός ο άνθρωπος στην πραγματικότητα έχει δημιουργήσει μια αθλήτρια από το μηδέν. Την έχει φτιάξει ο ίδιος. Και μέσα σε ό,τι έχει συμβεί, βλέπει το δικό του λάθος. Έχει κάνει λάθος ο ίδιος για να έχει συμβεί αυτό. Κάπου χάθηκε ο δρόμος. Ενώ είναι ένας προπονητής που πιστεύει ότι οι αξίες είναι πάνω από τη νίκη, συνειδητοποιεί ότι έχει διαμορφώσει μια αθλήτρια που δεν λειτουργεί έτσι.

Ούτε τον εαυτό του στον καθρέφτη δε μπορεί να αντιμετωπίσει σε σχέση με αυτό. Από εκεί προκύπτει η στωικότητα. Δεν του δώσανε μια αθλήτρια πριν έξι μήνες. Την έχει από παιδί.

Αυτό δούλεψα και με τον Βαγγέλη. Ο Βαγγέλης θα έβαζε αυτή τη δωρικότητα στην ερμηνεία όπως και νά’χει. Αλλά υπήρχε και σεναριακά στον χαρακτήρα.

Υπάρχει στη διαδρομή του λίγο αυτή η τραγωδία του ότι… πρέπει να αναγνωρίσω τον εαυτό μου σε αυτό το άτομο; Από τα χέρια μου βγήκε.

Λίγο Φρανκενστάιν δηλαδή! Και έχει και την ανησυχία με τη νέα του αθλήτρια ότι αυτό μπορεί να ξανασυμβεί. Δηλαδή ένα sub-plot ψυχολογικό που έχουμε συζητήσει με τον Βαγγέλη, το λεγόμενο Τραύμα του Δαίδαλου. Αυτός ως Δαίδαλος βλέπει για τον εαυτό του ότι αυτό μπορεί να του ξανασυμβεί – ότι η αθλήτριά μου πέταξε, κάηκε στον ήλιο, μπορεί να συμβεί και με τη νέα μου αθλήτρια.

Και αυτό εξηγεί γιατί είναι τόσο αυστηρός. Και γιατί ανησυχεί τόσο για τη νέα του αθλήτρια. Και όλα αυτά τον οδηγούν σε νέα λάθη στη διάρκεια της ταινίας.

Νιώθω γενικά πάντως ότι είναι μια ταινία που παρότι φαίνεται δύσκολη ως παραγωγή δεν βρίσκει εύκολες λύσεις. Δηλαδή όσο την έβλεπα σκεφτόμουν σε διάφορα σημεία ότι… ε, δε θα το γυρίσει ακριβώς αυτό το σημείο, μια σκηνή μάχης πχ, θα βρει τρόπο να το “κλέψει”.

[γελάει] Δεν έχει τέτοια!

Αυτό ακριβώς. Πώς κατάφερες να το κάνεις λοιπόν με τους δικούς σου όρους;

Βρήκα στήριξη για αυτό! Στην παραγωγή ο Στέφανος Κουτσαρδάκης, η Φένια Κοσοβίτσα, ο Χρήστος Κωνσταντακόπουλος με στήριξαν πολύ. Πίστεψαν στο κόνσεπτ.

Και να σου πω κάτι; Δεν φοβάμαι να κάνω μια κακή ταινία. Αν δεν μου έβγαινε, δεν μου έβγαινε. Όλοι δικαιούνται να κάνουν μια κακή ταινία. Κανείς δεν πέθανε από μια κακή ταινία. Υπήρχε σε όλο αυτό λίγο μια άγνοια κινδύνου.

Και είναι και όπως είπαμε, διαφορετικές οι ταινίες σου μεταξύ τους.

Θέλω να είναι διαφορετικές οι ταινίες μου. Δεν με ενδιαφέρει κάποιος να με αναγνωρίζει από την υπογραφή μου. Δεν με ενδιαφέρει καν να με αναγνωρίζει. Με ενδιαφέρει κάθε φορά που θα μπω μια ταινία να ζω μια ωραία καινούργια περιπέτεια, να εξελιχθώ σαν σκηνοθέτης. Και ο μόνος τρόπος να γίνει αυτό είναι να βρίσκω μπροστά μου πράγματα που δεν έχω ξανακάνει. Και πιστεύω ότι και οι επόμενες ταινίες θα είναι πάλι κάτι διαφορετικό – σε ένα χώρο που δεν έχω ξαναπατήσει.

Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης / Studio Aris Rammos

Σχετικό Άρθρο
Info:

Η ταινία Πολύ Κοριτσίστικο Όνομα το Πάττυ κυκλοφορεί στις 26 Φεβρουαρίου από την Tanweer. Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε τον Νοέμβριο του ‘25 στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα