Leonidas Zarkos Photographer

Ο ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ ΞΑΝΑΣΤΑΥΡΩΝΕΤΑΙ

Η εντυπωσιακή επιτυχία μιας εντυπωσιακά κακής ταινίας, σε μια χώρα που δε σταματά ποτέ να περιμένει Μεσσίες.

Παρακολουθώ με ενδιαφέρον το φαινόμενο Καποδίστριας όλες αυτές τις μέρες, σίγουρα με μεγαλύτερο ενδιαφέρον από ό,τι η παρακολούθηση της ίδιας της ταινίας Καποδίστριας: Μια άτεχνα κατασκευασμένη αγιογραφία υπερηρωικών αποχρώσεων που αραδιάζει γεγονότα χωρίς την παραμικρή έγνοια για έννοιες όπως αφήγηση, ρυθμό, αίσθηση τόπου, αίσθηση χρόνου, ή κοινή λογική.

Ξέρετε πώς είναι όταν πετυχαίνεις μετά από καιρό εκείνον τον κουραστικό κοινό φίλο σε κάποια συνάντηση, κι εκείνος αραδιάζει στο-περίπου και όπως-τα-μισοθυμάται, πράγματα που διάβασε τις προάλλες σε κάποιο άρθρο; Που μετά από τις πρώτες μια-δυο υπερβολές και λάθη δεν μπαίνεις καν στον κόπο να διορθώσεις ή να αμφισβητήσεις κάτι που λέει, κι απλώς περιμένεις να ξεμείνει από καύσιμα για να πει κάποιος κάτι άλλο;

Έτσι ένιωθα βλέποντας τον Καποδίστρια. Μια ταινία που δεν ήταν καν κακή με τον απείρως πιο απολαυστικό τρόπο, για παράδειγμα, του Καζαντζάκη. Εδώ, φτάνοντας στη μέση είχα πια εξαντληθεί. Οι ίδιες 4-5 τοποθεσίες, φαινομενικά απαράλλαχτες από το “πέρασμα” του χρόνου, ανακυκλώνονταν μαζί με πρόσωπα πλήρως μονοδιάστατα που επαναλάμβαναν τις ίδιες μούτες και τα ίδια κίνητρα της μισής γραμμής καθόλη τη διάρκεια της ταινίας.

(Πόσες φορές να μειδιάσεις βλέποντας τον Μέτερνιχ να σφίγγει τα δόντια και να κοπανά το χέρι στο γραφείο του μουρμουρώντας κάποια παραλλαγή του «καταραμένε Καποδίστρια!»;)

Είναι κι εκτός των άλλων μια ταινία που δεν έχει από το κοινό της καμία απαίτηση, κάνοντας τα πάντα νιανια σε “ιστορικό” exposition (όλες οι σκηνές με Κοντογιαννίδη και Ιατρόπουλο είναι μούρλια, ο δε Μέτερνιχ είναι πιο flat κι από κακό που στρίβει το μουστάκι του σε παιδικό animation), και έχοντας ακόμα και έναν χαρακτήρα να ακολουθεί τον Καποδίστρια επί δύο ώρες εξηγώντας στο κοινό τι ακριβώς συμβαίνει.

Ακόμα πιο εντυπωσιακή είναι η ολοκληρωτική απουσία κίνησης, ρυθμού, δράσης – όπως θες πες το. Πληροφορίες, χαρακτήρες, πλοκή, τα πάντα παραδίδονται μέσα από κακογραμμένους διαλόγους ή ακόμα και μονολόγους, με τρόπο που κάνουν ακόμα και τις πιο μηχανικές σκηνές επεξήγησης από ταινία της Marvel να μοιάζει με κειμενογραφία επιπέδου Άαρον Σόρκιν στο απόγειό του.

Το φιλμ ξεκινά με τον Καποδίστρια να σώζεται ως εκ θαύματος (από την Παναγία, για να εκπληρώσει το έργο του υπέρ πατρίδος, όπως υπονοείται) και στη συνέχεια να πετυχαίνει την ανεξαρτησία της Ελβετίας και να διασώζει τη Γαλλία μετά την πτώση του Ναπολέοντα. Αυτά γίνονται στα πρώτα 15 λεπτά.

Στη συνέχεια παρακολουθούμε μια πλήρως δραματικά αδρανή ιστορία κατά το ξετύλιγμα της οποίας ο Καποδίστριας δεν κάνει πίσω ούτε χιλιοστό από την αγνότητα των πιστεύω του, ενώ στρατηγικά είναι αλάνθαστος. Σε συνδυασμό με την παρουσία αυτής της άυλης μορφής – Παναγίας που έχει διαρκώς στο πλευρό του, ο κατά Σμαραγδή Καποδίστριας είναι μια μεσσιανική, αλληγορική φιγούρα πολύ περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.

Εξ ου και προσωπικά, το τελευταίο που με ενοχλεί είναι η ιστορική ακρίβεια: Κάθε ταινία είναι μυθοπλασία κι ως εκ τούτου η ευθύνη της είναι απέναντι στον εαυτό της και στην ιστορία που λέει, το πώς την λέει, και ποια είναι η νοηματοδότηση που της προσφέρει μέσα από την επεξεργασία της πραγματικότητας. Το πρόβλημα με την ταινία του Σμαραγδή δεν είναι ότι στρογγυλεύει ή φουσκώνει γεγονότα – είναι ότι το κάνει με έναν τρόπο πληκτικό και αδιανόητα μονοδιάστατο, κανακεύοντας τον θεατή και κλείνοντας ερμητικά την πόρτα στις όποιες φύσεως αναζητήσεις.

Οι πιο συναρπαστικές μεσσιανικές αφηγήσεις, από το Χάρι Πότερ μέχρι το Matrix κι από το σινεμά του Ταρκόφσκι ως τη “Ζαν Ντ’Αρκ” του Ντράγιερ, ό,τι θέση κι αν παίρνουν απέναντι στον ίδιο τον μεσσιανισμό, κερδίζουν είτε παρουσιάζοντας ήρωες με ρωγμές, αμφιταλάντευση, αυτο-αμφισβήτηση, είτε τοποθετώντας υπό μία έννοια τον θεατή σε μια διαρκή θέση πρόκλησης της “αποστολής” και των πιστεύω του εκάστοτε ήρωα.

Ακόμα και στην ίδια την Καινή Διαθήκη, ο Ιησούς έχει στιγμές αδυναμίας, όπως (αλλά όχι μόνο) τη Γεθσημανή – στοιχείο αναγκαίο όχι μόνο για το χτίσιμο μιας ενδιαφέρουσας δραματουργίας, αλλά και δομικό για την ίδια την ιδέα του μεσσιανισμού. Όπου ανθρώπινες έννοιες όπως ο φόβος κι ο θυμός όχι μόνο δεν απουσιάζουν από τα χαρακτηριστικά του εκάστοτε ήρωα, αλλά υπερτονίζουν την σημασία και την βαρύτητα της όποιας θυσίας.

Αντιθέτως στον Καποδίστρια έχουμε μια εντελώς αδρανή φιγούρα, που κινείται σαν σύννεφο, κάνοντας τα πάντα τέλεια, και δίχως ποτέ να παρεκκλίνει ή να δοκιμάζεται εσωτερικά από τα όσα συμβαίνουν γύρω του. Από εδώ απουσιάζει πλήρως η πρόκληση, οι αδυναμίες, τα λάθη, υπάρχουν μόνο εξωτερικοί εχθροί, και άρα αυτό που μένει είναι ένας ήρωας που δρα αποκλειστικά ως επιβεβαίωση για το κοινό του. Τίποτα δεν αμφισβητείται. Δεν υπάρχει λύτρωση. Υπάρχει μόνο συλλογική αυτοδικαίωση.

Δεν χρειάζεται βέβαια να γίνει ολόκληρη ανάλυση για να καταλήξουμε στο συμπέρασμα πως η ταινία έχει τα δομικά στοιχεία προπαγάνδας, όπως και δεν χρειάζεται ιδιαίτερα εκπαιδευμένο βλέμμα για να διαπιστώσει κανείς την καλλιτεχνική απόσταση ανάμεσα στον Σμαραγδή και τον Ντράγιερ ή τον Ταρκόφσκι. Κοιτάζοντας προσεκτικά όμως αυτή την κατά Σμαραγδή εκδοχή της μεσσιανικής αφήγησης, μπορούμε να εντοπίσουμε εκεί έναν ενδιαφέροντα παραλληλισμό.

Από τον Φεντερίκο Φελίνι μέχρι τον Τιμ Μπέρτον, στην ιστορία του κινηματογράφου δεν είναι πρωτοφανές ένας δημιουργός να μιλά – είτε συνειδητά είτε όχι – για τον εαυτό του μέσα από το έργο του. Ο Σμαραγδής από την πλευρά του, μιλώντας για την ταινία, υπογραμμίζει διαρκώς αφηγήματα διωγμού και κάποιου γενικότερου «πολέμου» εναντίον του: Θεσμοί που τον πολεμάνε, ηρωισμός και αυτοθυσία στην προσπάθειά του να πει αυτά που κάποιοι δε θέλουν να ακούσουν, δυσφήμιση βάσει οργανωμένου σχεδίου από αυτούς που δεν θέλουν την επιτυχία του έργου του.

Leonidas Zarkos Photographer

Παράλληλα, τονίζει έννοιες ανιδιοτέλειας και αυταπάρνησης: «Δεν με ενδιέφεραν ποτέ τα εισιτήρια, αν μπορούσα να την έβλεπαν δωρεάν, θα το έκανα» δηλώνει για την εμπορική επιτυχία της ταινίας, συμπληρώνοντας πως δεν παίρνει χρήματα από τις ταινίες του. Αναφέρει πως υπήρχαν δωρητές για να γίνει πραγματικότητα το έργο: «Όλοι αυτοί βοήθησαν την ταινία σαν εθνικό χρέος».

Ακριβώς όπως κι οι ήρωές του, είναι δηλαδή κι ο ίδιος διωκόμενος και παρεξηγημένος (παρά την τεράστια, αδιαπραγμάτευτη επιτυχία του!), ηθικά άμεμπτος, ανιδιοτελής, στην υπηρεσία ενός σκοπού ανώτερου από τον ίδιο.

Μην πάμε μακριά, αυτό δεν είναι τελικά και το μεγάλο, διαχρονικό εθνικό αφήγημα; Όλες οι χώρες έχουν το δικό τους, και από τότε που ήμουν παιδί μέχρι σήμερα αυτό που πάντα επιμένει να επανέρχεται στη δική μας είναι αυτό το σύνδρομο καταδίωξης. Για ξένους που μας πολεμάνε επειδή μας ζηλεύουν, μας μισούν και μας φοβούνται κι εμάς που αντέχουμε κι επιβιώνουμε χάρη στο ακαθόριστο ελληνικό μεγαλείο – το «ελληνικό DNA» που έλεγε κάποτε και η Φανή Χαλκιά.

Σε αυτή τη διασταύρωση εθνικού φρονήματος και χριστιανικού ιδεατού, η ταινία πλασάρεται σαν ζεστή κουβερτούλα για ένα κοινό του οποίου η ποιότητα ζωής διαρκώς χειροτερεύει, σε μια κοινωνία διαλυμένων θεσμών και ανύπαρκτης κρατικής υποστήριξης και ηθικής. Αφήνει το κοινό να θαυμάσει αλλά και να ταυτιστεί με τον κατά Σμαραγδή Άγιο Καποδίστρια και να φύγει από την αίθουσα με σιγουριά και επιβεβαίωση.

Δεν πειράζει αν όλα φθίνουν – είναι αναμενόμενο, είναι μέρος του ιερού εθνικού μόχθου. Λίγο ακόμα να υπομείνουμε. Ο επόμενος Μεσσίας δε μπορεί να είναι μακριά.

Είναι λογικό εξάλλου να υποφέρουμε – οι πάντες θέλουν το κακό μας. Υπομονή. Λίγο ακόμα.

Στο τέλος θα δικαιωθούμε.

Σχετικό Άρθρο
Info:

Ο Καποδίστριας κυκλοφορεί στις αίθουσες από την Tanweer.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα