Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ DNA TEST ΕΘΝΙΚΗΣ ΚΑΤΑΓΩΓΗΣ
Λίγα λόγια για ένα βιβλίο που έρχεται να επιβεβαιώσει αυτό που ήδη υποψιαζόμασταν: οι γενετικές ταυτότητες δεν υπάρχουν παρά μόνο στη φαντασία μας.
Με αφορμή το βιβλίο του Κώστα Καμπουράκη, Εθνική καταγωγή και DNA, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2025.
Ανήκω στην ομάδα εκείνων (των μάλλον γραφικών πλέον) που μια από τις πρώτες ερωτήσεις που κάνουν σε αυτούς που γνωρίζουν είναι «από πού είσαι;». Μου αρέσει αυτό και ως μορφή ανθρώπινης προσέγγισης και ως άσκηση πατριδογνωσίας. Συμβαίνει συχνά οι χαρακτήρες κι οι συμπεριφορές να επιβεβαιώνουν τα στερεότυπα για τους ανθρώπους και τους τόπους τους. Άλλες πάλι, όχι.
Κι όμως, μολονότι απολαμβάνω να σκάβω στο παρελθόν των ανθρώπων, ομολογώ την έκπληξή μου όταν άτομα (κυρίως άτομα που εκτιμώ) προσφεύγουν σε τεστ DNA προκειμένου να μάθουν την απώτατη εθνική ή εθνοτική τους καταγωγή. Τι να’ναι αυτό που κάνει τους ανθρώπους να θέλουν να μάθουν «πραγματικά τί είναι» προσφέροντας σε προσιτή τιμή λίγο από το σάλιο τους σε μια εταιρία, η οποία θα τους απαντήσει ότι είναι 37% Έλληνες, 25% Ρουμάνοι και 32% Τούρκοι;
Και αλήθεια, πέραν του ότι υπάρχει ένα ερώτημα τι άραγε να σημαίνει αυτό για έναν άνθρωπο σήμερα, τι πραγματικά δείχνει ότι «είμαι 37% Έλληνας»; Ότι έχω ελληνικό αίμα; Προφανώς και όχι. Όπως η γενετική υπαγορεύει, το ανθρώπινο DNA είναι κατά 99,9% όμοιο. Σε πείσμα του βιολογικού ρατσισμού, ο άνθρωπος είναι οικουμενικό ζώο. Όμως, γιατί αυτό το 0,1% που διαφέρει αποκτά τόση σημασία και τόσο κόσμος τρέχει να μάθει «τι πραγματικά είναι» μέσα από αυτό;
Για απάντηση, διάβασα λοιπόν αυτό το έξοχο βιβλίο του Κώστα Καμπουράκη, πανεπιστημιακού – βιολόγου στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης. Το προτείνω ανυπερθέτως σε όσες κι όσους θέλουν να πάρουν βατές, κατανοητές και κυρίως επιστημονικά τεκμηριωμένες απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα.
Το βασικό συμπέρασμα εδώ είναι ότι γενετικές ταυτότητες δεν υπάρχουν παρά μόνο στη φαντασία μας. Το βιβλίο αριστοτεχνικά καταρρίπτει αυτόν τον τόσο διαδεδομένο μύθο. To επιχείρημα είναι απλό και αδιάσειστο, κοινός τόπος στις κοινωνικές και θετικές επιστήμες: οι εθνικές ή εθνοτικές ταυτότητες δεν συνιστούν βιολογικές κατηγορίες. Είναι κοινωνικές, ιδεολογικές και πολιτικές κατασκευές των τελευταίων αιώνων.
Με απλά λόγια, το ότι κάποιος είναι Έλληνας, Τούρκος, Γάλλος ή Αυστραλός δεν συνιστά κάποια αρχέγονη ουσία αλλά προϊόν πολιτικών αποφάσεων, διπλωματικών απολήξεων και κοινωνικο-ιδεολογικών ζυμώσεων. Επομένως, το τάδε % εθνικής καταγωγής δεν παραπέμπει σε κάποιο γενετικό Αδάμ ή Εύα. Εξάλλου, όπως τεκμηριώνει ο συγγραφέας, «τελικά είμαστε όλοι Αφρικανοί» υπό την έννοια ότι από την Αφρική ξεκίνησαν οι απώτατοι κοινοί πρόγονοι όλης της οικουμένης.
Αλήθεια λοιπόν, από ποιο χρονικό σημείο και ύστερα έχει σημασία από πού πραγματικά ήρθαμε; Γιατί παίζει ρόλο η καταγωγή των τελευταίων 5 γενεών και όχι των 50, λόγου χάρη; Και αλήθεια, όταν ψάχνουμε εθνική καταγωγή με δείγμα από σάλιο και βρίσκουμε ότι είμαστε φίφτι – φίφτι Βρετανοί και Ρουμάνοι, από πού προκύπτει ότι το ρουμανικό λόγου χάρη ήμισυ είναι «καθαρό» και δεν είναι μεικτό με κάτι άλλο; Όπως γράφει ένας ανθρωπολόγος «η έρευνα της ανάμειξης προϋποθέτει ότι έχει υπάρξει κάποια αρχέγονη κατάσταση χωρίς αυτήν». (σ. 211). Τέτοια όμως κατάσταση το ανθρώπινο γένος δεν προσφέρει, παρά μόνο η οικουμενική κατηγορία του homo sapiens.
Μια κατηγορία συνιστά μείξη όταν αποτελείται από δύο ή περισσότερες διακριτές κατηγορίες. Μπορώ μια χαρά να είμαι Έλληνας και Αμερικάνος. Αυτό όμως δεν αφορά κάποια γενετική ταυτότητα, αλλά μια ταυτότητα που εγώ υπό τους συγκεκριμένους καταναγκασμούς και ωθήσεις του περιβάλλοντος υιοθετώ. Άλλος διαλέγει να είναι περισσότερο Έλληνας, άλλος περισσότερο Αμερικάνος και πάει λέγοντας…
Το ζήτημα λοιπόν είναι τι κριτήρια ενεργοποιούνται κάθε φορά γι’ αυτό που είμαστε. Αν πάμε σε βιολογικά κριτήρια που παραπέμπουν σε φυλετικά χαρακτηριστικά, είμαστε ένα βήμα πριν την άβυσσο του φυλετισμού και εν συνεχεία του βιολογικού ρατσισμού. Φυσικά, μαύροι και λευκοί υπάρχουν, όμως δεν είναι όλοι οι μαύροι το ίδιο, ούτε όλοι οι λευκοί. Οι Έλληνες πριν από έναν αιώνα στην Αμερική δεν περνιόνταν για λευκοί, λόγου χάρη …
Το μόνο σχετικά μη επισφαλές είναι ότι το τεστ βάζει τους ανθρώπους συγκριτικά σε ένα πλαίσιο αναφοράς και υπαγορεύει κατά προσέγγιση ότι το DNA του ενδιαφερόμενου έχει βρεθεί περισσότερο στις περιοχές που αναφέρονται υψηλότερα ποσοστά. Το τεστ δηλαδή δεν λέει ότι κάποιος είναι 60% Έλληνας και 30% Ρουμάνος διότι αυτό θα ήταν αδιανόητο, αν και η πλειοψηφία του κόσμου το εκλαμβάνει έτσι.
Λόγου χάρη, αν το test βγάζει 60% από Ελλάδα και 30% από Ρουμανία, αυτό σημαίνει ότι αντίστοιχα DNA έχουν βρεθεί σε αυτές τις περιοχές κατά αυτά τα ποσοστά στην τράπεζα της εταιρείας που λαμβάνει το δείγμα. Το ότι κάποιος βγαίνει 50% Ιταλός και 30% Έλληνας, σημαίνει ότι αυτό το 0,1% του DNA του έχει μεγαλύτερη ομοιότητα με την ομάδα αναφοράς της Ιταλίας παρά με κάποια άλλη. Δεν σημαίνει ότι είναι κατά το ήμισυ Ιταλός, αλλά ότι αυτό το 0,1% βρίσκεται συχνότερα στην Ιταλία από την Ελλάδα.
«Τρέχα-γύρευε» δηλαδή, κατά το κοινώς λεγόμενο…
Και πάλι όμως, έστω κι έτσι: ποιος μπορεί να βεβαιώσει κάτι περισσότερο από την καταγωγή του προ-πάππου του; Όσο πιο βαθιά στο παρελθόν βουτάμε, τόσο απλώνεται το γενεαλογικό σκοτάδι. Το κρίσιμο ωστόσο ερώτημα, παραμένει: με ποια κριτήρια συγκροτήθηκαν αυτές οι ομάδες αναφοράς; Διότι, εκεί εξ αντικειμένου, μπαίνει μια σίγουρη λαθροχειρία στο επίπεδο του χρόνου: όσοι κάνουν τεστ δεν μπορούν να συγκριθούν με γενιές του παρελθόντος αλλά με συγκεκριμένες ομάδες αναφοράς που ζούνε σήμερα και κάνουν αντίστοιχα τεστ.
Επομένως, τζίφος κι από εκεί!
Εν κατακλείδι, οι αναλύσεις του DNA μπορεί να έχουν μια αξιοπιστία για να βρούμε κάποιους μακρινούς συγγενείς που έχουμε χάσει, έργο που επιτελούσε ως πρόσφατα η τηλεοπτική εκπομπή «Πάμε πακέτο» καθ’όμοιωση της αμερικάνικης εκπομπής The package. Eπ’ουδενί όμως για να κάνουμε ανασκαφή στην μακρινή μας εθνική καταγωγή ή όπως αλλιώς την ονομάσουμε.
Ειδικά για μας τους Έλληνες που ζούμε θαμπωμένοι μονίμως από την λάμψη της αρχαιότητας, η γενετική σχέση με τους αρχαίους ημών προγόνους είναι κάτι σαν φετίχ. Όμως γενετική σχέση μεταξύ αρχαίων και σύγχρονων Ελλήνων είναι αδύνατο να στοιχειοθετηθεί, εκτός αν θεωρούμε «ότι θα ήταν ποτέ δυνατό να αντιπροσωπεύεται η γενετική ποικιλότητα των Μυκηναίων από τα υπολείμματα των λίγων αρχαίων ατόμων» (σ. 266) που μπόρεσαν να εξεταστούν. Αυτό είναι πρακτικά αδύνατο, πέραν του ότι είναι πολιτικά εξαμβλωματικό και ιδεολογικά προβληματικό καθώς ανοίγει διάπλατα τον δρόμο σε θεωρίες περί φυλετικών ανισοτήτων και διακρίσεων.
Ο συγγραφέας δεν αφήνει περιθώριο άλλων ερμηνειών:
«τα αποτελέσματα των μοριακών αναλύσεων καταγωγής που κάνετε δεν μιλάνε στην πραγματικότητα για την καταγωγή σας. (…) Αυτά που τα εν λόγω τεστ μπορούν να κάνουν πολύ καλά είναι να σας βρουν συγγενείς, δηλαδή ανθρώπους με τους οποίους έχετε – σχετικά πρόσφατους – κοινούς προγόνους» ή «να προσδιορίσουν γεωγραφικές περιοχές στις οποίες έζησαν οι πρόγονοι του ενδιαφερομένου(σ. 286, 288 & 298).
Αν, πάρα ταύτα, ψάξουμε για κάτι θετικό που θα μπορούσαν να προσφέρουν αυτά τα τεστ τη σήμερον που θεωρίες white supremacy ανακάμπτουν απενοχοποιημένες, είναι να δείξουν ότι δεν υπάρχει «καθαρή» καταγωγή όποια κι αν είναι αυτή. «Η ποικιλότητα του ανθρώπινου DNA είναι προϊόν της μετανάστευσης και της γενετικής ανάμειξης». (σ. 300)
Και μιας και μιλάμε για «εθνική καταγωγή» ας γίνει αντιληπτό ότι τέτοια «καταγωγή» δεν υπάρχει. Το έθνος είναι υπόθεση της καρδιάς, όχι του σώματος. Της συνείδησης και της βούλησής μας. Έλληνας είναι αυτός που νιώθει Έλληνας. Τελεία.
Η τεκμηριωμένη επιστημονικά αντιπαράθεση στις θεωρίες του φυλετισμού που υποστηρίζουν ότι τα έθνη είναι ουσίες αναλλοίωτες που διατρέχουν τον χρόνο από την εποχή των παγετώνων είναι σήμερα υπόθεση αιχμής. Όχι μόνο για την επιστημονική πρόοδο, αλλά και για το ειρηνικό μέλλον των κοινωνιών μας.
Τον καλό αυτόν αγώνα υπηρετεί υποδειγματικά το βιβλίο του Κώστα Καμπουράκη. Έναν άνθρωπο που, όπως είπε στη βιβλιοπαρουσίασή του στην Αθήνα, «γράφει αγγλικά, διδάσκει γαλλικά και σκέφτεται ελληνικά». Και τούτο το κάνει πρωτίστως επειδή ο συγγραφέας δίνει αγώνα επιστημονικών και όχι ιδεολογικών θέσεων.
Αυτό τον κάνει πειστικότερο και επιδραστικότερο.