Ο Rufus Wainwright

Ο RUFUS WAINWRIGHT ΓΙΑ ΤΟ DREAM REQUIEM: “ΦΕΡΝΩ ΤΟΝ ΛΟΡΔΟ ΒΥΡΩΝΑ ΞΑΝΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ”

Ένα σκοτεινό ποίημα του Λόρδου Βύρωνα, μια πανδημία που άλλαξε τον κόσμο και η προσωπική απώλεια έγιναν η πρώτη ύλη για το πιο φιλόδοξο έργο του. Ο Rufus Wainwright μας μιλά για το Dream Requiem που έρχεται στο Μέγαρο Μουσικής.

Ο Rufus Wainwright ανήκει σε εκείνη τη σπάνια κατηγορία καλλιτεχνών που κινούνται με άνεση ανάμεσα σε διαφορετικούς μουσικούς κόσμους χωρίς να αισθάνονται την ανάγκη να διαλέξουν έναν. Γεννημένος το 1973 στο Rhinebeck της Νέας Υόρκης και μεγαλωμένος κυρίως στο Μόντρεαλ, μέσα σε μια οικογένεια όπου η μουσική ήταν καθημερινή γλώσσα – ο πατέρας του Loudon Wainwright III και η μητέρα του Kate McGarrigle υπήρξαν σημαντικές μορφές της αμερικανικής folk – ο ίδιος ακολούθησε μια πορεία που ένωσε την τραγουδοποιία με τη θεατρική μεγαλοπρέπεια της συμφωνικής μουσικής.

Από το ντεμπούτο του στα τέλη των 90s μέχρι τα άλμπουμ που τον καθιέρωσαν ως μία από τις πιο ιδιαίτερες φωνές της pop art, και από εκεί στις όπερες “Prima Donna” και “Hadrian”, ο Wainwright έχτισε μια διαδρομή στην οποία κινείται με την ίδια άνεση ανάμεσα στο πιάνο, την ποπ μπαλάντα, τη χορωδιακή γραφή και τη σκηνική υπερβολή. Σήμερα, με το “Dream Requiem”, ένα έργο που έρχεται στη χώρα μας με αφηγήτρια την Κιάρα Μαστρογιάννη, κόρη της Κατρίν Ντενέβ και του Ιταλού ηθοποιού Μαρτσέλο Μαστρογιάννη, αυτή η πορεία μοιάζει να φτάνει σε ένα από τα πιο φιλόδοξα και αποκαλυπτικά της σημεία.

Τα διεθνή μέσα τον περιγράφουν εδώ και χρόνια ως έναν δημιουργό «δύσκολο να τον περιορίσεις» σε μία μόνο ιδιότητα, με ακούραστη δημιουργικότητα και μια παρουσία που συνδυάζει το θεατρικό ένστικτο, την καλλιτεχνική φιλοδοξία και μια σχεδόν παλιομοδίτικη πίστη στη δύναμη του τραγουδιού. Ο ίδιος έχει μιλήσει ανοιχτά για τις υπερβολές, τον εθισμό, τις απώλειες, τη ματαιοδοξία, την οικογένεια, τη βαρύτητα της μητρικής φιγούρας και τη συνειδητοποίηση του χρόνου που περνά· στοιχεία που κάνουν τη δημόσια περσόνα του να μοιάζει ταυτόχρονα λαμπερή και εκτεθειμένη.

Ο Rufus Wainwright Tony Hauser

Με αφορμή την παρουσίαση του Dream Requiem στο Μέγαρο Μουσικής, μιλήσαμε μαζί του λίγο πριν περάσει το κατώφλι μιας αίθουσας ηχογράφησης. Ευγενής και χαλαρός μάς μίλησε για την ιδέα πίσω από το έργο, ενώ το μυαλό του έμοιαζε ήδη να συνθέτει με ενθουσιασμό τα επόμενα βήματα της διαδικασίας στο στούντιο – και μόνο προς το τέλος της κουβέντας μας εξήγησε το γιατί.

Το Ρέκβιεμ ενός Ονείρου γεννήθηκε από ένα σκοτεινό ποίημα του Λόρδου Βύρωνα

Το Dream Requiem είναι ίσως η πιο φιλόδοξη σύνθεσή του μέχρι σήμερα: ένα έργο για ορχήστρα, χορωδία, σοπράνο και αφηγητή, που προσπαθεί να μιλήσει για την απώλεια σε έναν κόσμο όπου η απειλή δεν είναι μόνο προσωπική αλλά και πλανητική.

Το “Dream Requiem”  γεννήθηκε μέσα στο παράξενο κλίμα της πανδημίας. Ο ίδιος ο Rufus Wainwright το περιγράφει σαν ένα ρέκβιεμ για την ανθρώπινη επαφή – για τη φωνή, την εγγύτητα και την αλληλεγγύη που ξαφνικά έγιναν επικίνδυνες λέξεις την περίοδο του Covid. Την ίδια στιγμή, ενώ το έγραφε το 2020, η Καλιφόρνια καιγόταν από μεγάλες πυρκαγιές. Έτσι στο έργο τρύπωσε και μια δεύτερη αγωνία: η οικολογική καταστροφή. Εδώ ο Wainwright κάνει μια ενδιαφέρουσα επιλογή. Αντί να χρησιμοποιήσει μόνο το κλασικό λειτουργικό κείμενο της νεκρώσιμης λειτουργίας, ενσωματώνει το ποίημα “Darkness” του Λόρδου Βύρωνα.

Αυτή η σύζευξη είναι η καρδιά του έργου: η παραδοσιακή νεκρώσιμη λειτουργία για την ανθρώπινη απώλεια μαζί με ένα ποίημα που μιλά για την κατάρρευση του κόσμου.

Η παγκόσμια πρεμιέρα του “Dream Requiem”, μας εξηγεί ο Rufus Wainwright, έγινε στο Παρίσι σχεδόν δύο χρόνια πριν. “Όπως συμβαίνει συχνά με τα ενδιαφέροντα έργα τέχνης το έργο δημιούργησε τον εαυτό του. Δεν ξεκίνησα με την πρόθεση να γράψω ένα Requiem. Όλα άρχισαν όταν ανακάλυψα το ποίημα Darkness του Λόρδου Βύρωνα“.

Ο Rufus Wainwright AP Photo/Chris Pizzello

Μας εξηγεί ότι το ποίημα γράφτηκε το 1816, τη χρονιά που έμεινε γνωστή ως “η χρονιά χωρίς καλοκαίρι”, όταν η έκρηξη του ηφαιστείου Tambora στην Ινδονησία γέμισε την ατμόσφαιρα στάχτη και προκάλεσε παγκόσμια ψύξη και παράξενα φαινόμενα φωτός. Ο Λόρδος Βύρωνας φαντάζεται έναν πλανήτη που βυθίζεται στο σκοτάδι. Εκείνο το διάστημα βρισκόταν τότε στη Villa Diodati στη Γενεύη, μαζί με τον Percy Shelley και τη Mary Shelley – την ίδια περίοδο που όπως λέγεται γεννήθηκε η ιδέα του Frankenstein.

Το ποίημα ξεκινά με μια από τις πιο διάσημες πρώτες φράσεις στη ρομαντική ποίηση: «I had a dream, which was not all a dream». Είδα ένα όνειρο που δεν ήταν μόνο όνειρο… αλλά ήταν μια δυστοπική εικόνα αποκάλυψης.

«Το ποίημα με γοήτευσε βαθιά. Ένιωσα σχεδόν εμμονή με αυτό, γιατί μου φάνηκε ότι αντανακλά τις περιβαλλοντικές καταστροφές που βιώνει ο κόσμος σήμερα. Μιλούσε ακριβώς για αυτή την κατάσταση και για αυτό το λόγο με άγγιξε τόσο έντονα. Λίγο αργότερα ήρθε η πανδημία του Covid. Ο κόσμος άλλαξε δραματικά. Την ίδια περίοδο συνέβη και κάτι προσωπικό: το μικρό μου σκυλί, που λεγόταν Puccini, πέθανε με έναν αρκετά βίαιο τρόπο. Όλα αυτά συνέβαλαν στο συναισθηματικό υπόβαθρο μέσα στο οποίο άρχισε να σχηματίζεται το έργο.»

Κάπου εκεί – όπως μας λέει – εμφανίστηκε ένας φίλος του, ο χορογράφος Arthur Pita. Ο Pita είχε δημιουργήσει μια χορογραφία πάνω στο Agnus Dei, ένα κομμάτι που ο Wainwright είχε γράψει το 2021. Τμήμα της Καθολικής λειτουργίας και συγκεκριμένα της νεκρώσιμης λειτουργίας (Requiem), το Agnus Dei στα λατινικά σημαίνει «Αμνός του Θεού» και αναφέρεται στον Χριστό. Όταν τελείωσαν τη βιντεοσκόπηση της χορογραφίας, ο Pita του είπε σχεδόν τυχαία: «Γιατί δεν γράφεις ολόκληρη τη λειτουργία;».

«Η ιδέα δεν μου φάνηκε καθόλου κακή. Ρώτησα κάποιες ορχήστρες αν θα ενδιαφέρονταν – κυρίως την Orchestre de Radio France στο Παρίσι. Η απάντηση ήταν θετική. Πολύ γρήγορα το ενδιαφέρον μεγάλωσε και τελικά περίπου δέκα ορχήστρες θέλησαν να παρουσιάσουν το έργο». Έτσι, όπως μας λέει γελώντας, «βρέθηκα ξαφνικά με την ανάθεση να γράψω ένα Requiem. Το ποίημα του Byron ήταν ήδη εκεί και φαινόταν να ταιριάζει απόλυτα.»

Όταν του επισημαίνουμε ότι στην Ελλάδα ο Βρετανός ποιητής έχει παίξει ιδαίτερο ρόλο στην Ελληνική Επανάσταση, μας λέει ότι γνώριζε ήδη αυτή την ιστορική διάσταση του προσώπου. Μάλιστα εξηγεί κάτι που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον: ανακάλυψε το ποίημα ακριβώς μέσα από μια ελληνική σύνδεση.

«Πριν από χρόνια σκεφτόμουν να συνεργαστώ για μια όπερα στην Αθήνα, σε ένα πρότζεκτ που τελικά δεν πραγματοποιήθηκε. Καθώς ερευνούσα υλικό για εκείνη την πιθανή συνεργασία, τότε ήταν που έπεσα πάνω στο ποίημα του Byron. Έτσι, όπως λέει, «το βρήκα λόγω της Αθήνας». Και προσθέτει με μια δόση τρυφερότητας: «Είναι όμορφο που ο Byron επιστρέφει τώρα σπίτι».

Ο Rufus Wainwright στη σκηνή το 2013. AP Photo/Wong Maye-E

Στο ποίημά του βλέπει παραλληλισμούς με τις σημερινές περιβαλλοντικές και πολιτικές ανησυχίες; «Υπάρχουν αμέτρητοι. Οι παραλληλισμοί μπορεί να είναι γεωγραφικοί, βιολογικοί ή πολιτικοί. Σήμερα, μοιάζει σαν να ζούμε μέσα στη σκοτεινή προφητεία που είχε φανταστεί ο Byron. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι πρόκειται για το τέλος. Σημαίνει όμως ότι πρέπει να αντιμετωπίσουμε την πραγματικότητα.»

Ενώ το ρέκβιεμ, η νεκρώσιμη λειτουργία, οδηγείται παραδοσιακά προς το φως – προς το Lux Aeterna και τη λύτρωση –  το ποίημα του Byron, αντίθετα, καταλήγει σε απόλυτη εξαφάνιση. Όταν τον ρωτάμε γιατί τα συνδύασε, απαντά με μια σχεδόν φιλοσοφική σκέψη: «για να υπάρξει αναγέννηση, πρέπει πρώτα να υπάρξει θάνατος. Ο κόσμος βρίσκεται ίσως σε αυτή την πορεία. Είναι μια τροχιά που μπορεί να φαίνεται τρομακτική ή απελπιστική, αλλά αποτελεί μέρος του κύκλου ζωής και θανάτου. Μόνο αφού πεθάνει κάτι μπορεί να γεννηθεί ξανά.»

Η χρήση παιδικής όπερας δίνει ένα ακόμα creepy στοιχείο στο αποτέλεσμα, αλλά τελικά δεν ήταν τόσο σκηνοθετημένη όσο θα φανταζόμασταν. «Αρχικά δεν υπήρχε παιδική χορωδία. Η πρώτη ορχήστρα που ανέθεσε το έργο, δηλαδή Radio France, ήταν στην πραγματικότητα εκείνη που το πρότεινε. Μου είπαν ότι διαθέτουν μια πολύ διάσημη παιδική χορωδία και μήπως θα ήθελα να την εντάξω. Και είπα, εντάξει, γιατί όχι; Αυτός ήταν ο αρχικός, πρακτικός λόγος. Στην πορεία όμως η επιλογή απέκτησε μεγαλύτερο βάθος. Βοήθησε το έργο να αποκτήσει μια αίσθηση ελπίδας, μια αίσθηση μέλλοντος. Έδωσε κάποια θετική διάσταση στο τέλος ενός τόσο σκοτεινού έργου».

Ποπ ή ορχηστρική μουσική και η επιλογή της Chiara Mastroianni

Στο ερώτημα αν η σύνθεση για μεγάλη ορχήστρα και χορωδία άλλαξε τον τρόπο που σκέφτεται τη μελωδία σε σχέση με την ποπ, απαντά ότι στην πραγματικότητα έχει ήδη μεγάλη εμπειρία σε αυτή τη γραφή. «Έχω γράψει αρκετά ορχηστρικά έργα. Έχω γράψει δύο όπερες και, αν κάτι αντιπροσωπεύει αυτό το Requiem, είναι η άνθηση των ικανοτήτων μου. Δουλεύω πάνω σε αυτά τα πράγματα εδώ και πολλά και πλέον ξέρω καλά τι κάνω. Νομίζω ότι στη σύνθεσή μου μπορεί κανείς να ακούσει μια ορισμένη αυτοπεποίθηση και μια σταθερότητα σε αυτό που προσπαθώ να εκφράσω ορχηστρικά, τονικά και μουσικά.»

Ο Rufus Wainwright στη σκηνή το 2013 - Στο Timbre Rock and Roots concert στη Σιγκαπούρη AP Photo/Wong Maye-E

Μουσικά, ο Wainwright κινείται σε μια γλώσσα έντονα ύστερου ρομαντισμού. Οι επιρροές από Verdi και Puccini είναι συνειδητές – άλλωστε το έργο είναι αφιερωμένο σε εκείνους. Σε κάποια σημεία ακούγονται ακόμη και σκιές από τον Carl Orff. Παρ’ όλα αυτά, η γραφή έχει τη δική της δραματική, θεατρική ένταση, κάτι λογικό αν σκεφτεί κανείς ότι ο Wainwright αν και ο κόσμος τον γνωρίζει από το ποπ παρελθόν του, έχει γράψει όπερες. Ένα στοιχείο που θαύμαζε σε εκείνον ο Leonard Cohen (Ο Wainwright και η Lorca Cohen, κόρη του Leonard Cohen, έχουν αποκτήσει μια κόρη).

Για τη σχέση ποπ και κλασικής μουσικής, πιστεύει ότι βαθιά μέσα τους είναι το ίδιο πράγμα, αλλά γεννιούνται με διαφορετικούς τρόπους. «Τείνω να τα αντιμετωπίζω ως ξεχωριστές οντότητες. Παρ’ όλα αυτά, ένα από τα πιο δυνατά σημεία του Requiem είναι το Sanctus, που έχει πολύ έντονη ενέργεια – και στην πραγματικότητα είναι απλώς ένα καθαρό ποπ τραγούδι που έγραψα και στη συνέχεια το μετέτρεψα σε κλασικό κομμάτι.»

Για τους ερμηνευτές – την αφηγήτρια και τη σοπράνο – εξηγεί ότι η επιλογή δεν είναι πάντα αποκλειστικά δική του. «Έχω δουλέψει ξανά με την υψίφωνο Caitlin Gotimer – είναι εξαιρετική. Αλλά δεν μπορώ πάντα να διαλέγω εγώ. Είναι ένας συνδυασμός του τι θέλω, ποιος είναι διαθέσιμος και με ποιον θέλει να συνεργαστεί η ορχήστρα. Άρα δεν είναι ποτέ απόφαση ενός μόνο ανθρώπου», μας λέει.

Η Chiara Mastroianni

Με τη Chiara Mastroianni, που θα ακούσουμε στον ρόλο της αφηγήτριας στο Μέγαρο Μουσικής συνεργάζεται για πρώτη φορά. «Δεν έχω δουλέψει ξανά μαζί της — αυτή θα είναι η πρώτη μας συνεργασία. Έχω όμως τραγουδήσει με τη μητέρα της στο Παρίσι, και ήταν καταπληκτικά», θυμάται, αναφερόμενος στην Catherine Deneuve. Για την ίδια τη Chiara λέει: «Έχω δει μερικές από τις ταινίες της, που μου αρέσουν πολύ, και έχουμε μιλήσει αρκετά στο τηλέφωνο. Ξέρω ότι είναι πολύ αφοσιωμένη και παθιασμένη με τη δουλειά της — θέλει πραγματικά να δουλέψει σκληρά και να το κάνει καλά. Νιώθω μεγάλη εμπιστοσύνη σε αυτό».

Η πρώτη αφηγήτρια του έργου ήταν η Meryl Streep, την οποία γνωρίζει εδώ και χρόνια. «Την ήξερα πολύ καιρό. Δεν είχαμε δουλέψει ακριβώς μαζί, αλλά είχαμε βρεθεί και κάνει παρέα εδώ κι εκεί», λέει. Και προσθέτει γελώντας: «Δεν μπορείς να κάνεις λάθος με τη Meryl Streep». Από τότε στο έργο έχουν συμμετάσχει και άλλες μεγάλες προσωπικότητες. «Έχω συνεργαστεί με τη Jane Fonda, με την Isabelle Huppert… αρκετούς ανθρώπους πια». Μάλιστα, σε μία παράσταση ανέλαβε ο ίδιος τον ρόλο του αφηγητή. «Νομίζω ότι το κοινό το χάρηκε. Ήταν σαν να είχες τον ίδιο τον συνθέτη εκεί πάνω να μιλά μέσα από τη μουσική του – σαν να είχες τον Μότσαρτ στη σκηνή να μιλά με τη μουσική του. Αν και δεν λέω ότι είμαι ο Μότσαρτ», σπεύδει να προσθέσει γελώντας.

Ένα πολιτικό “Hallelujah” – Ο Τραμπ είναι καταστροφή

Ο Rufus Wainwright AP Photo/David Azia

Ο Wainwright νιώθει πολύ άνετα στη σκηνή εξάλλου ως ένας από τους σημαντικούς δημιουργούς της art pop και chamber pop από τα τέλη της δεκαετίας του ’90, καθιερώθηκε πρώτα ως τραγουδοποιός και τραγουδιστής. To 2001 η φωνή του συνδέθηκε και με μια από τις πιο γνωστές σύγχρονες εκτελέσεις του “Hallelujah” του Leonard Cohen, που συμπεριλήφθηκε στο soundtrack της ταινίας Shrek και τον έφερε σε επαφή με ένα πολύ ευρύτερο κοινό. Σχεδόν 20 χρόνια αργότερα όταν η εκτέλεση του “Hallelujah”  χρησιμοποιήθηκε σε προεκλογική εκδήλωση του Τραμπ, ο Wainwright αντέδρασε έντονα, δηλώνοντας ότι η χρήση του τραγουδιού με αυτόν τον τρόπο ήταν «βαθιά προσβλητική».

Τον ρωτάμε για τον Τραμπ και αναστενάζει. «Είναι μια πλήρης καταστροφή», λέει χωρίς περιστροφές για την πολιτική κατάσταση στις ΗΠΑ. «Ζω στις Ηνωμένες Πολιτείες – αν και έχω και καναδική υπηκοότητα, ενώ ο σύζυγός μου είναι Γερμανός. Έχουμε και μια στρατηγική εξόδου, αν χρειαστεί. Παρ’ όλα αυτά δεν σκοπεύω να φύγω. Νομίζω ότι είναι σημαντικό για μένα να βρίσκομαι τώρα στις ΗΠΑ και να ψηφίσω τον Νοέμβριο. Πολλά από όσα συμβαίνουν στις Ηνωμένες Πολιτείες συμβαίνουν και σε όλο τον κόσμο, οπότε δεν μπορείς πραγματικά να το σκάσεις. Ίσως είναι καλύτερα να παλέψεις για λίγο στην πηγή — να είσαι σαν τον Λόρδο Βύρωνα». Και καταλήγει: «Δεν φεύγω ακόμη, αλλά τα πράγματα γίνονται σίγουρα όλο και πιο έντονα».

Στο θέμα της τεχνητής νοημοσύνης στη μουσική η θέση του είναι ξεκάθαρη. «Δεν έχω συγκινηθεί ούτε μία φορά από οτιδήποτε έχει φτιάξει η τεχνητή νοημοσύνη — είτε μιλάμε για μουσική είτε για τέχνη — τουλάχιστον σε βαθιά, ουσιαστικό επίπεδο. Έχω δει και ακούσει πολλά πράγματα. Μερικές φορές είναι εντυπωσιακά, αλλά κάτι βασικό λείπει. Ένα από τα σπουδαία στοιχεία της μουσικής – και της μεγάλης μουσικής – είναι η ευθραυστότητά της. Υπάρχουν λάθη, υπάρχουν ατέλειες. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν φαίνεται να μπορεί να το κάνει αυτό ακόμη. Αλλά για να είμαι ειλικρινής, δεν ανησυχώ ιδιαίτερα γι’ αυτό σε σχέση με τη μουσική. Και σε όποιον θέλει να δημιουργήσει έργα μου με ΑΙ του λέω καλή τύχη, γιατί δεν πρόκειται να βγάλεις και πολλά λεφτά».

Ο Rufus Wainwright AP Photo/David Azia

Στο τέλος τον ρωτάμε τι συμβουλή θα έδινε στους νέους που ξεκινούν τώρα και προσπαθούν να βρουν τον δρόμο τους στη μουσική βιομηχανία. Η απάντησή του έρχεται απλή και κοφτή. «Να επικεντρωθούν στη δουλειά. Στο ίδιο το τραγούδι, στους στίχους, στη μελωδική γραμμή. Η τέχνη είναι να χάνεσαι μέσα στη διαδικασία. Να χαθείς μέσα σε αυτό που κάνεις και αυτό σημαίνει ότι κάνεις κάτι πολύ ιερό και πολύ διαχρονικό».

Όταν του θυμίζουμε μια παλιότερη διατύπωσή του — ότι «το ναρκωτικό επιλογής του είναι η καλλιτεχνική εξερεύνηση» — συμφωνεί αμέσως. «Πιστεύω βαθιά ότι οι άνθρωποι είναι απλώς δοχεία για μηνύματα που ήδη υπάρχουν και επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά. Εσείς ως Έλληνες καταλαβαίνετε καλά τι θέλω να πω. Τα έργα δεν έχουν αλλάξει και πολύ από την αρχαιότητα. Απλώς συνεχίζουμε το μήνυμα. Το μόνο που χρειάζεται είναι να είμαστε δεκτικοί.»

Αυτό το διάστημα ακούει την Weyes Blood, την Addison Rae και χαρακτηρίζει ενδιαφέροντα τον Perfume Genius, αλλά το πιο σημαντικό το άφησε για το τέλος. «Το σημαντικό νέο για μένα τώρα είναι ότι ετοιμάζομαι να μπω στο στούντιο και να κάνω έναν ποπ δίσκο. Το περίμενα χρόνια αυτό, να επιστρέψω εκεί που νιώθω οικεία, δηλαδή στα τραγούδια. Δεν μπορώ να πω πολλά, αλλά έχω πολύ υλικό. Δουλεύοντας όλα αυτά τα χρόνια στον κόσμο της κλασικής μουσικής και του θεάτρου, υπήρξαν στιγμές που είχα τον χρόνο να αποσυρθώ να “γλείφω τις πληγές μου” και να γράφω τραγούδια. Αυτά θα μπουν σε έναν ποπ δίσκο που ελπίζω να κυκλοφορήσει σύντομα».

Και κλείνει απλά: «Μπαίνω να τα ηχογραφήσω».

 

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα