ΟΙ DECIUS, ΑΦΟΥ ΚΑΤΑΦΕΡΑΝ ΝΑ ΜΠΟΥΝ ΣΤΟ BERGHAIN, ΥΠΟΣΧΟΝΤΑΙ ΧΑΟΣ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ
Το πιο «τώρα που συμβαίνει» βρετανικό γκρουπ που συνδυάζει την πανκ αισθητική με το πνεύμα των κλαμπ, μιλάει στον Παναγιώτη Μένεγο λίγο πριν την πρώτη της εμφάνιση στην Αθήνα το Σάββατο 10.1.
O Lias Saudi δεν έχει ιδέα από house, techno, «μπλιμπλίκια», πίου πίου και ηλεκτρονικά -του διαβόλου- πράγματα. Ξέρει τι του αρέσει όταν το ακούει, ξέρει τι δεν του αρέσει, προχωράει. Αλλά αυτή η σκηνή τον ελκύει, όπως κάθε τι που αφήνει υποσχέσεις κραιπάλης κι ασυδοσίας. Έτσι κι αλλιώς, έχει βάλει κι ο ίδιος το λιθαράκι του στην «κουλτούρα της παρακμής» ως frontman των Fat White Family, μιας από τις πιο ενδιαφέρουσες μπάντες που έχει βγάλει η Μεγάλη Βρετανία τα τελευταία 15 χρόνια. Κι όταν λέμε «ενδιαφέρουσες», πέρα από τα μουσικά, τα παιδιά έχουν υπάρξει (αυτό που σε κάποιες ιδιολέκτους αποκαλούν) «λέσια». Χαοτικές λάιβ εμφανίσεις στη λεπτή γραμμή της μέθεξης με την παρωδία, σημαντικά ζητήματα με ουσίες για τα οποία κοκορεύονται εφηβικά στο Τύπο, αέναοι τσακωμοί μεταξύ τους, ούτε μια βαρετή συνέντευξη.
Ο Lias, που λέτε, μετακόμισε πριν κάποια χρόνια στο Βερολίνο. Κάποιος καχύποπτος θα πει για να ξεφύγει από τις κακές λονδρέζικες παρέες. Κι επειδή οτι συμβαίνει στο Βερολίνο, συμβαίνει στα κλαμπ του Βερολίνου, ο ήρωάς μας επιχείρησε ούτε μία, ούτε δύο, ούτε τρεις… αλλά πέντε (!) φορές να μπει στο ξακουστό κλαμπ Berghain. Με το διαβόητα σκληρό face control και, πλέον, τα διαπιστευτήρια της Rosalía. Κι έφαγε, και τις πέντε φορές, πόρτα. Σκληρό.
Όμως, όπως λέει μια παλιά παροιμία του νότιου Λονδίνου «γελάει καλύτερα, όποιος γελάει τελευταίος». Ειδικά, αν έχει ενώσει το πατροπαράδοτο smiley του acid house με την post punk αισθητική. Κι αυτό ακριβώς κάνουν με εξαιρετική επιτυχία κι απρόσμενη συνέπεια, εδώ και μια πενταετία, οι Decius, το άλλο σχήμα που συμμετέχει ο Lias Saudi. Ένα σχήμα που γεννήθηκε στο περιθώριο της σκηνής, η οποία διαμορφώθηκε τα τελευταία χρόνια γύρω από την pub The Windmill στο Μπρίξτον.
Μέλη τους: ο Quinn Whalley, 1/2 των acid house αναβιωτών Paranoid London και μετρονόμος στους επίσης προβοκάτορες Warmduscher // τα αδέρφια Luke & Liam May, DJs-παραγωγοί-ιδρυτές της Trashmouth Records που πηγαινοέρχονταν για δουλειές Λονδίνο-Νέα Υόρκη και κατέληξαν να κυκλοφορούν τα άλμπουμ των Fat White Family // και βέβαια ο Lias Saudi, αυτή η ιδιοσυγκρασιακή ταραχοποιός περσόνα που είναι επίσης συγγραφέας, αγκιτάτορας των σόσιαλ και, πλέον, περίπου θαμώνας του Berghain. Στο οποίο μπήκε πρώτα με τα κομμάτια των Decius όταν άρχισαν σταδιακά να εμφανίζονται στα σετ διάφορων DJs κι έπειτα με το ίδιο το γκρουπ για live τον Δεκέμβριο του 2023 σε μια ηδονική στιγμή εκδίκησης (έκτοτε έχουν εμφανιστεί εκεί άλλες 2-3 φορές). Ρεβάνς.
«Ναι, ο Λίας μπορεί να μπει τώρα όποτε θέλει στο κλαμπ. Αυτή η ιστορία είχε μια πραγματικά πλούσια δραματική φλέβα, είμαστε ικανοποιημένοι που την αξιοποιήσαμε όσο άξιζε. Η ζωή γίνεται όλο και πιο εύκολη από εδώ και πέρα…», μου γράφει σαρκαστικά ο Liam May λίγο πριν οι Decius έρθουν για πρώτη φορά στην Αθήνα, το Σάββατο 10.1 στο AN Club, στο πρώτο σοβαρά αναμενόμενο λαιβ της χρονιάς από τη νεοσύστατη κι εκλεκτική ομάδα POROSI (το προηγούμενο βράδυ εμφανίζονται στη Θεσσαλονίκη).
Τι χρειάζεται να ξέρετε για τους Decius; Καταρχάς ότι παίρνουν το όνομά τους από έναν Ρωμαίο αυτοκράτορα που κυβέρνησε μόλις για 2 χρόνια (249-251 μ.Χ.) πριν τον φάνε οι Γότθοι (το πλήρες όνομά του, για να ψαρώσετε, Gaius Messius Quintus Traianus Decius). Έχουν κυκλοφορήσει, μέσα σε τέσσερα χρόνια, δύο φανταστικά άλμπουμ κι αμέτρητα EPs («δεν έχουμε καμία στρατηγική, παρά μόνο “αν είναι έτοιμο κυκλοφόρησέ το όσο πιο γρήγορα μπορείς”»). Φτιάχνοντας τον δικό τους κρίκο στη μακρά (βρετανική) αλυσίδα του rave ‘n’ roll. Εδώ, πρώτες ύλες είναι το αρχετυπικό Chicago house και το φαλσέτο του Saudi να μουρμουράει τόσο high-pitched φωνητικά που νομίζει ότι οι υπόλοιποι του τα πειράζουν στο στούντιο, ενώ δεν το έχουν κάνει. Αν μαζεύεις τα δωδεκάιντσα με τα Ron Hardy classics, αν έχεις περπατήσει στο συνεχές Madchester-Scremadelica-DFA, αν έχεις ανάψει ένα κεράκι στην εκκλησία του Andrew Weatherall, “Decius είναι για σένα! Παμ!”.
«Μας ήταν, και παραμένει, ξεκάθαρο ότι οι Decius είναι μια “κολεκτίβα”. Αφενός μεν, γιατί όλοι μας αντιμετωπίζουμε το κόνσεπτ “μπάντα” ως εφιάλτη κι αφετέρου δε θέλουμε να μας αποκαλέσουμε έτσι γιατί θα είναι γρουσουζιά», συνεχίζει σαρδόνια ο Liam. «Δεν υπάρχει κάποιο ιδιαίτερο συστατικό, κάποια μυστική σος. Ο Lias, ας πούμε, προέρχεται από μια μοντέρνα εκδοχή του post punk, οι υπόλοιποι τρεις έχουμε τις καταβολές μας στο acid house. Τα κομμάτια μας πάντα ξεκινούν με ένα groove. Ύστερα έρχεται ο Lias με μερικούς στίχους από τραγούδια που έχουν απορρίψει οι Fat White Family. Κι, απ’ ότι φαίνεται, όλο αυτό έχει δουλέψει πολύ καλά».
Προσπαθώ να τον βάλω να μου εξηγήσει τις σχέσεις, τα όρια και τις προτεραιότητες μουσικών που είναι μέλη μιας ξεκάθαρα κλειστής κοινότητας και μπαινοβγαίνουν σε πρότζεκτ ανά δυάδες και τριάδες, σαν να παίζουν μουσικές καρέκλες, χωρίς όμως τελικά να χάνουν την μπάλα. «Η σχέση μας είναι αρκετά περίπλοκη, με όλους τους τυπικούς τρόπους που συναντάς σε μια δυσλειτουργική οικογένεια. Με τον Lias, συγκεκριμένα, υπήρξε μια σταδιακή εξέλιξη από πλήρη ασυμβατότητα σε μια τελική θέση σχετικής εμπιστοσύνης. Καθαρή αρμονία από την παραφωνία. Ο Quinn, πάλι, είναι πάντα μαζί μας πνευματικά, αλλά όχι και τόσο σωματικά. Υποθέτω ότι μοιάζει με εκείνον τον περίεργο θείο με τον οποίο διασκεδάζεις πολύ όταν είναι εκεί, αλλά ποτέ δεν ξέρεις πότε θα τον δεις ξανά».
Μιλάμε λίγο για το Λονδίνο που «θέλει χρόνο για να το καταλάβεις δεν είναι εύκολη πόλη… είναι μεγάλη, περίπλοκη και διαφορετική και σίγουρα δεν είναι άνετη, καθαρή και φθηνή». Υπερασπίζεται τα εδάφη του στο νότιο Λονδίνο, εκεί που είναι η δική τους «πιο χαλαρή φάση» από το ανατολικό που έχει εξελιχθεί σε μεγάλο χωριό των φασαίων «κάπως weird πια, αλλά και ταυτόχρονα πιο trendy – σίγουρα δεν υπάρχει τίποτα πιο υπερτιμημένο από τις τιμές των καφέ στο Χάκνεϊ». Δεν έχει σε πολύ μεγάλη εκτίμηση τη λονδρέζικη dance σκηνή, «είχε πλάκα στις πρώτες μέρες που όλα ήταν καινούρια, αλλά πια επηρεαζόμαστε και παίρνουμε ερεθίσματα από πολλά διαφορετικά μέρη».
Του ζητάω να μου σχολιάσει (όχι χρησιμοποιώντας ακριβώς αυτές τις λέξεις) ότι ο ακροδεξιός τσαρλατάνος Νάιτζελ Φάρατζ προηγείται στις δημοσκοπήσεις. Κι εκείνος αρκείται σε ένα βαθιά απογοητευμένο «δεν είναι το μόνο περίεργο που συμβαίνει στον κόσμο αυτές τις μέρες».
Citius. Altius. Fortius. Decius.
Ο πιο συνήθης χαρακτηρισμός που χρησιμοποιείται για να περιγράψει, όχι μόνο τον ήχο, αλλά και το vibe των Decius είναι “sleazy”/ “γλοιώδες”. Είναι περίπου υποχρεωτικό να το αναφέρεις όταν μιλάς/γράφεις γι’ αυτούς και η πλάκα είναι ότι όλοι το λέμε για καλό. «Δεν μας έχει προσβάλλει καμία περιγραφή του ήχου μας ως τώρα. Δεν έχουμε επιδιώξει να λένε κάτι συγκεκριμένο για μας, ούτε και νομίζω ότι ποτέ θα το κάνουμε», κλείνει γρήγορα το θέμα ο Liam May.
Παμε όμως στα λάιβ των Decius, που προηγούνται της φήμης τους. Αν δεν πιστεύετε τον Iggy Pop που τους χαρακτήρισε στο ραδιόφωνο του BBC 6 «ένα κράμα από τους πιο απείθαρχους, κυκλοθυμικούς κι ακόλαστους μουσικούς στην Αγγλία σήμερα», μπορείτε να δείτε τις παρακάτω εικόνες…
Ο Lias είναι πολύ πιθανό να φοράει ελάχιστα ρούχα (ή τίποτα), να περάσει το μεγαλύτερο μέρος του live ανάμεσα στο κοινό, να ψιθυρίζει ιστορίες για υποταγή, αφέντρες και ιδρωμένο σεξ στα dark rooms, ενώ το μιμείται επί σκηνής. Ο Liam είναι λακωνικός σχετικά με το τι συνιστά μια καλή εμφάνιση, συμφωνεί ότι το ιδανικό είναι ο συνδυασμός παραγόμενου χάους, εμπλοκής του κοινού, τεχνικής κι εκτελεστικής αποτελεσματικότητας. Εκεί όμως που είναι κάθετος είναι στο ότι η χορευτική μουσική δεν είναι απαραίτητο να έχει κάποιο νόημα. «Ποτέ. Η dance μουσική είναι εκεί για να σε κάνει να χορεύεις. Μια ιδέα ποτέ δεν εξελίσσεται σε νόημα, αν πρώτα δε μας έχει κάνει να χορέψουμε στο στούντιο».
Κι αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό των Decius. Η αναπολογητική «λειτουργικότητα», ο σκοπός. Έγραφα, παρουσιάζοντας το δεύτερο άλμπουμ τους, στο ΚΙΟΥΡΕΙΤΟΡ #3:
“Υπάρχει άραγε κάποιο υπόγειο τόσο βρωμερό για να χωρέσει τους Decius; Είναι μουσική για κλαμπ, αλλά δεν είναι απρόσωπη. Έχει στίχους, αλλά δεν είναι και για sing-a-longs. Οι Decius, χωρίς να τους ενδιαφέρει κιόλας, είναι συνεχιστές όλων όσοι προσπάθησαν κάποια στιγμή να ενώσουν την εμπειρία του λάιβ με εκείνη του dancefloor, από τους Talking Heads ως τους LCD Soundsystem. Δεν απευθύνονται όμως σε μορφωμένους liberals που είναι σοκαρισμένοι από τον Τραμπ, αλλά στους ανθρώπους που ξορκίζουν το τέρας του καπιταλισμού με το να γίνονται σκουπίδια όταν φτάσει η Παρασκευή απόγευμα. Και το κάνουν καλά οι άτιμοι…Αν ψάχνετε για ένα σχήμα που δεν παίρνει καθόλου στα σοβαρά τον εαυτό του, φτιάχνοντας το σάουντρακ για τις στιγμές που δεν μπορείτε να πάρετε κι εσείς στα σοβαρά τον δικό σας, μάλλον έχετε αργήσει στο ραντεβού σας με τον αυτοκράτορα Δέκιο. Το μήνυμα, άλλωστε, είναι σαφές: Citius, Altius, Fortius, Decius”.
Decius live στο An Club, Σάββατο 10.1, 21.00.
Ανοίγουν Modern Ruin και Degear0001 / εισιτήρια 26€ (προπώληση) – 29€ (ταμείο) – 20€ για ΑμεΑ, Άνεργους, Φοιτητές και άνω των 65 ετών (με την επίδειξη σχετικού πιστοποιητικού) //
Την Παρασκευή 9.1 οι Decius παίζουν στην Θεσσαλονίκη, Soul στα Σφαγεία, εισιτήρια 23€ (προπώληση) – 26€ (ταμείο)