ΡΕΚΒΙΕΜ ΓΙΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΕΝΟΣ ΕΡΩΤΑ: ΕΙΔΑΜΕ ΤΗ ΘΡΥΛΙΚΗ ΣΥΜΠΡΑΞΗ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ – ΚΟΥΜΕΝΤΑΚΗ – ΚΟΥΡΕΝΤΖΗ
Είδαμε στην Εθνική Λυρική Σκηνή την πολυσυζητημένη παράσταση “Ρέκβιεμ για το τέλος ενός Έρωτα” και σας μεταφέρουμε τις εντυπώσεις μας.
[ο χτύπος αυτός σημαίνει θάνατο. Τον ξανακουσα άλλοτε
Προσπαθώντας να καλέσω στη μνήμη μου ένα,
Ενα μονάχα πράγμα, φωνάζοντας στον πυρετό μου
Βοήθεια, βοήθεια.]
«Λάζαρος», Δημήτριος Καπετανάκης (Μυθολογία του ωραίου)
Ο χτύπος. Αυτός ο επαναλαμβανόμενος, ανελέητος χτύπος — σαν κρουστό, σαν παλμός, σαν ρολόι που δεν μετράει χρόνο, αλλά απώλειες. Με αυτόν τον χτύπο ξεκινάει το Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα: όχι ως παράσταση, αλλά ως συνθήκη. Ως μνήμη που επιστρέφει, ως τραύμα που ξανανοίγει, ως σώμα που θυμάται.
Και είναι συγκλονιστικό ότι ο πυρήνας αυτού του έργου δεν είναι μια τυπική νεκρώσιμη ακολουθία, ούτε ένα συμβατικό θρησκευτικό κείμενο. Είναι η ποιητική διαθήκη ενός ανθρώπου που έφυγε νωρίς: ο Δημήτριος Καπετανάκης, φιλόσοφος και ποιητής, που πέθανε το 1944 σε ηλικία μόλις 32 ετών. Το τελευταίο του ποίημα, ο «Λάζαρος», ένας αυτοβιογραφικός διάλογος με τον θάνατο — γραμμένος λίγο πριν την εισαγωγή του στο νοσοκομείο, λίγο πριν η λευχαιμία σφραγίσει το τέλος — γίνεται εδώ η πρώτη ύλη του θρήνου. Και μαζί του, κάτι ακόμη πιο λεπτό: μια ενδόμυχη ελπίδα ανάστασης, όχι θριαμβική, αλλά ψιθυριστή. Μια ιδέα ότι κάτι μπορεί να σηκωθεί ξανά, έστω μέσα από τα χαλάσματα.
Πάνω σε αυτό το ποίημα στήνεται το “Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα”. Και πάνω σε αυτό συναντιούνται τρεις δημιουργικές δυνάμεις που δεν συνεργάζονται απλώς, αλλά “συγχωνεύονται” για να γεννήσουν εικόνα: οι σκληρές, επίπονες σκηνικές συνθέσεις του Δημήτρη Παπαϊωάννου, η πλήρως ενταγμένη στο έργο μουσική σύνθεση του Γιώργου Κουμεντάκη και η μυσταγωγική εκτέλεση του Θεόδωρου Κουρεντζή.
Μια συνάντηση που επαναφέρει —τρεις δεκαετίες μετά— τη μεγάλη συνδημιουργία του 1995 γύρω από το ίδιο θέμα: τον έρωτα όταν ακουμπά τον θάνατο. Και τον θάνατο όταν έχει το πρόσωπο μιας ολόκληρης γενιάς.
Γιατί αυτό το έργο δεν αφορά απλώς το AIDS. Αφορά τη χαμένη γενιά του AIDS. Τους φίλους που χάθηκαν, τα σώματα που σβήστηκαν, τα βλέμματα που έμειναν μετέωρα. Αφορά εκείνη την εποχή που ο έρωτας έγινε επικίνδυνος, που η επιθυμία απέκτησε τίμημα, που η τρυφερότητα έπρεπε να περνάει μέσα από τον τρόμο. Και το κάνει χωρίς εξωραϊσμό. Σε κοιτάζει κατάματα — και σε αναγκάζει να θυμηθείς.
Το Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα επέστρεψε το 2026 για δώδεκα παραστάσεις (24, 25, 27, 28, 29, 30 Ιανουαρίου) στην Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στο ΚΠΙΣΝ. Και σημείωσε το απόλυτο sold out. Αναμενόμενο.
Οι εικόνες του Δημήτρη Παπαϊωάννου: η σκηνή ως μνήμη, η κίνηση ως πένθος
Οι εικόνες του Δημήτρη Παπαϊωάννου δε συνιστούν απλώς «σκηνές». Μοιάζουν με χαρακτικά πάνω στο σκοτάδι. Σώματα που κουβαλούν άλλα σώματα. Πτώσεις που μοιάζουν με προσευχές. Αγκαλιές που δεν προλαβαίνουν να γίνουν σωτηρία.
Τα ανδρικά σώματα κατρακυλούν. Κατρακυλούν σαν να τα τραβάει μια αόρατη δύναμη, σαν να χάνουν ξαφνικά το δικαίωμα να στέκονται. Και μαζί τους κατρακυλάμε κι εμείς. Και μετά έρχεται η εκατόμβη. Μια συσσώρευση νεκρών. Ένα πεδίο σωμάτων. Ο ήχος τους καθώς σωριάζονται — αυτός ο ήχος που δεν είναι μουσική, δεν είναι εφέ, δεν είναι σκηνοθετικό τέχνασμα. Είναι ο πιο ωμός ήχος της ύλης: το σώμα που πέφτει, το σώμα που παύει να αντιστέκεται.
Μια κλίμακα — σύμβολο ανάβασης και κατάβασης μαζί, σύμβολο φυγής, αλλά και σύμβολο ματαιότητας. Σαν να ανεβαίνουν όλοι κάπου που δεν υπάρχει. Σαν να ανεβαίνουν μόνο και μόνο για να ξαναπέσουν. Κι όμως ξανασηκώνονται. Ανεβαίνουν και κατεβαίνουν αέναα. Γιατί αυτό είναι το πένθος: μια ατέρμονη άσκηση επανάληψης.
Στο Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα ο Δημήτρης Παπαϊωάννου οικοδομεί ένα σύμπαν. Μια γενεαλογία εικόνων που μοιάζει να έρχεται από πολύ μακριά — από την αρχαία τραγωδία, από το σωματικό θέατρο, από την εικαστική εγκατάσταση, από την ίδια την ιστορία του σώματος ως τόπου όπου γράφεται η απώλεια. Και μέσα σε αυτή τη γενεαλογία, κάτι ακόμη πιο παράξενο και πιο δυνατό συμβαίνει: μια συνάντηση πνευμάτων που ξεπερνά τον χρόνο. Σαν να μιλούν μεταξύ τους οι νεκροί με τους ζωντανούς, οι τότε με τους τώρα, οι χαμένοι με όσους έμειναν πίσω.
Η σκέψη του συναντά εδώ τη μνήμη όχι ως αφήγηση, αλλά ως τραύμα. Συναντά την απώλεια —και κυρίως τη διαχείρισή της που δεν έχει τίποτε το ποιητικό. Και μαζί, να αισθάνεσαι τη ματαιότητα, την αδυναμία, το «γιατί» που δεν απαντιέται.
Δεν μπορώ να σκεφτώ καλύτερη σύνδεση με το σήμερα από τη σκηνή όπου οι ζωντανοί αποθέτουν τους νεκρούς. Εκεί, χωρίς ρητορική, χωρίς συναισθηματικό εκβιασμό, χωρίς εξήγηση, η παράσταση γίνεται ξαφνικά κάτι παραπάνω από τέχνη: γίνεται καθρέφτης. Γίνεται η ίδια η εμπειρία του πένθους σε κοινή θέα. Πόσο σπαρακτικό και βαθιά τραυματικό.
Γιατί ο Δημήτρης Παπαϊωάννου δεν σε αφήνει να κρατήσεις απόσταση. Δεν σου επιτρέπει να γίνεις απλός θεατής. Σε κάνει μάρτυρα και συμμέτοχο. Σε βάζει μέσα σε μια τελετουργία όπου ο θρήνος δεν είναι «θέμα», αλλά εμπειρία. Και εκεί, μέσα σε αυτή τη συσκότιση, μέσα σε αυτή την εναπόθεση των σωμάτων, μέσα σε αυτό το άδειασμα, καταλαβαίνεις κάτι σκληρό: πως το AIDS δεν ήταν μόνο ασθένεια. Ήταν ιστορική σφαγή. Ήταν μια γενιά που έφυγε πριν προλάβει να ζήσει.
Η μουσική του Γιώργου Κουμεντάκη
Στην παράσταση αυτή ο ήχος δεν συνοδεύει την κίνηση — την προκαλεί. Τη σπρώχνει. Την αναγκάζει να υπάρξει. Ο χτύπος γίνεται νόμος, η πτώση γίνεται ρυθμός, η αναπνοή των σωμάτων συγχρονίζεται με μια μουσική που δεν χαρίζεται.
Οι εικόνες που πλάθει ο Δημήτρης Παπαϊωάννου μοιάζουν να πάλλονται πάνω σε ένα αόρατο μουσικό έδαφος, σαν να είναι το σώμα η ορατή πλευρά μίας σκοτεινής παρτιτούρας. Όταν οι ζωντανοί αποθέτουν τους νεκρούς, όταν τα σώματα σωριάζονται, όταν οι σκάλες ανοίγουν δρόμους προς έναν Άδη χωρίς λύτρωση, δεν είναι μόνο η εικόνα που σε συντρίβει. Είναι ότι όλα αυτά γίνονται μέσα σε μια μουσική τελετουργία, μέσα σε έναν κύκλο που επανέρχεται και επιμένει, σαν μνήμη που δεν ησυχάζει.
Και εκεί, ακριβώς εκεί, παίρνει τον λόγο ο Γιώργος Κουμεντάκης: όχι για να παρηγορήσει, αλλά για να θυμίσει. Να κάνει τον φόβο ήχο. Να κάνει το πένθος μορφή. Να κάνει την απώλεια κάτι που δεν ξεχνιέται.
Η μουσική του έχει κάτι από εκλεκτικό νεορομαντισμό, μια γραφή που κλασικίζει, που θυμάται, που ακουμπάει πάνω σε γνώριμες φόρμες για να τις κάνει ξανά απειλητικές. Είναι, με έναν τρόπο, η επιτομή του ρέκβιεμ: όχι ως είδος, αλλά ως κατάσταση.
Μια μουσική εσωστρεφής, απόλυτα συμβατή με το κυρίαρχο συναίσθημα της εποχής που την γέννησε: τον φόβο. Και τα έγχορδα, δοξαριές που δεν χάιδευαν, δεν στόλιζαν: χτυπούσαν κατευθείαν μέσα στην καρδιά.
Και ο χτύπος των κρουστών δεν έμοιαζε απλώς με τον θάνατο. Ήταν ο θάνατος. Ένας ήχος αμετακίνητος, σαν πόρτα που κλείνει, σαν βήματα σε διάδρομο νοσοκομείου, σαν το σώμα που παύει να αντιστέκεται. Ένας χτύπος που δεν επιτρέπει παρηγοριά.
Και κάπου εκεί, ξαναγυρίζει στο μυαλό σου ο πρώτος στίχος: “ο χτύπος αυτός σημαίνει θάνατο.”
Η μουσική διεύθυνση Θεόδωρου Κουρεντζή
Η μουσική διεύθυνση του Θεόδωρου Κουρεντζή δεν ήταν απλώς μια «ερμηνεία» της παρτιτούρας. Ήταν μια διαδικασία αναδημιουργίας της από την αρχή, σαν να ξανάχτισε ο ίδιος τον ήχο, πέτρα-πέτρα, ανάσα-ανάσα. Ο σούπερ σταρ του πόντιουμ δεν αρκέστηκε στο να οδηγήσει την ορχήστρα με ακρίβεια, την οδήγησε με μια εμμονική, σχεδόν χειρουργική λεπτομέρεια, σμιλεύοντας κάθε δυναμική, κάθε χρώμα, κάθε ρωγμή αναδεικνύοντας μια ένταση υπαρξιακή.
Υπό τη μπαγκέτα του, το έργο έμοιαζε να αιωρείται διαρκώς πάνω από μια άβυσσο που δεν επέτρεψε ποτέ στην κάθαρση να λειτουργήσει ανακουφιστικά. Αντίθετα, μας κράτησε σε μια κατάσταση παρατεταμένης αναμονής, σαν κράτημα της ανάσας — σαν ελεύθερη κατάδυση.
Η ακρόαση ήταν οδυνηρά καθαρή. Δεν άκουγες απλώς μια ορχήστρα ως ενιαίο σώμα, αλλά ξεχώριζες κρυστάλλινα το κάθε όργανο, το κάθε σπάσιμο, το κάθε «ανθρώπινο» τρέμουλο της μουσικής γραμμής. Οι μουσικοί σπαραγμοί είχαν πρόσωπο, σαν να μπορούσες να διακρίνεις μία-μία τις φωνές ενός πλήθους που θρηνεί. Σαν να έβλεπες τον πόνο να αποκτά μορφή, να διαλύεται σε χρώματα, να γίνεται ύλη.
Συμπέρασμα
Αν κάτι μένει, τελικά, από το Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα, δεν είναι μια εντύπωση. Δεν είναι ένα «μου άρεσε» ή «δεν μου άρεσε». Είναι ένα βάρος που σε ακολουθεί έξω από την αίθουσα, στο δρόμο, στο σπίτι, στο σώμα σου. Το Ρέκβιεμ δεν υπόσχεται λύτρωση ούτε προσφέρει παρηγοριά. Σου δίνει κάτι δυσκολότερο: μια καθαρή, σχεδόν σωματική συνείδηση της απώλειας.
Ο χτύπος αυτός σημαίνει θάνατο. Ναι. Αλλά κάπως αλλόκοτα νιώθεις να σημαίνει και ζωή. Γιατί όσο τον ακούμε, όσο τον αναγνωρίζουμε, όσο δεν τον αφήνουμε να σβήσει, οι χαμένοι δεν χάνονται οριστικά.