Ο Βυσσινόκηπος του Έκτορα Λυγίζου Γιάννης Κουσκούτης

ΣΤΟΝ ΒΥΣΣΙΝΟΚΗΠΟ ΤΟΥ ΕΚΤΟΡΑ ΛΥΓΙΖΟΥ “ΑΓΓΙΞΑΜΕ” ΤΗΝ ΚΩΜΩΔΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ

Είδαμε τον “Βυσσινόκηπο” που σκηνοθετεί ο Έκτορας Λυγίζος στο Εθνικό Θέατρο σε συνθήκες καθολοκής προσβασιμότητας και σας μεταφέρουμε τις εντυπώσεις μας.

Μπαίνοντας στο κτίριο Τσίλλερ, το φουαγιέ του Εθνικού Θεάτρου ήταν γεμάτο ζωή και ενέργεια. Είχε έναν αέρα ξεχωριστό, γεμάτο από ανθρώπους με διαφορετικές δυνατότητες, καθώς η παράσταση του Βυσσινόκηπου παρουσιαζόταν σε συνθήκες καθολικής προσβασιμότητας. Μια πρωτοβουλία της πρώτης σκηνής της χώρα με τη στήριξη της Alpha Bank, στο πλαίσιο του προγράμματός της «Πολιτισμός για όλους» και σε συνεργασία με τη liminal.

Αυτή η εμπειρία δύσκολα μπορεί να αποδοθεί πλήρως με λέξεις. Είναι κάτι που ξεκινά από τη στιγμή που μπαίνεις στον χώρο, και δεν έχει να κάνει μόνο με το θέατρο που παρακολουθείς, αλλά με τον ίδιο τον τρόπο που βιώνεις τον κόσμο γύρω σου. Πώς μπορείς, ως θεατής, να απολαύσεις μια παράσταση όταν δεν έχεις πρόσβαση στην εικόνα ή στον ήχο; Πώς μπορεί κάποιος με μειωμένη όραση ή ακοή να βιώσει την ένταση που δημιουργεί η σκηνή, όταν οι αισθήσεις του περιορίζονται; Αυτές οι σκέψεις με συντρόφευαν για λίγα λεπτά…

Βυσσινίκηπος σε συνθήκες καθολικής προσβασιμότητας
Βυσσινίκηπος σε συνθήκες καθολικής προσβασιμότητας Θωμάς Δασκαλάκης

Οι απαντήσεις ήρθαν πολύ σύντομα και με έναν τρόπο που αδυνατούσα να φανταστώ. Η παράσταση αυτή του Βυσσινόκηπου που σκηνοθετεί ο Έκτορας Λυγίζος δεν ήταν απλώς μια θεατρική εμπειρία. Ήταν μια ολιστική προσέγγιση, που αγκάλιαζε τις ανάγκες του καθενός και προσέφερε την αίσθηση της ενσωμάτωσης, από την αρχή μέχρι το τέλος.

Η διαδικασία ξεκίνησε πριν καν σηκωθεί η αυλαία. Από το φουαγιέ χωριστήκαμε σε ομάδες, τις οποίες συνόδευαν ξεναγοί. Μπήκαμε μέσα στο σκηνικό από μία “μυστική πόρτα” και εκεί, στην απόλυτη σιωπή και την εξαιρετική ακρίβεια των περιγραφών, άρχισα να βλέπω με τα λόγια τους όσα είχαν δημιουργηθεί στη σκηνή.  Η τεράστια βυσσινιά, το θρόισμά της, το καθιστικό της οικογένειας με τη μεγάλη τζαμαρία, όλα αυτά δεν ήταν απλώς εικόνες, ήταν συναισθήματα και ιστορίες που ξεδιπλώνονταν μέσα από τους ξεναγούς, οι οποίοι περιέγραφαν τις σκηνές σαν να ήταν οι ίδιοι μέρος της. Αντί να βλέπω, άρχισα να νιώθω τη σκηνή, να τη ζω.

Θωμάς Δασκαλάκης

Οι ηθοποιοί στέκονταν στο πίσω μέρος της σκηνής. Εκεί συστήνονταν στο κοινό με λόγια γλαφυρά. Η Αμαλία Μουτούση συστήνεται ως Λιουμπόφ, μια γυναίκα που νιώθει πως έχει αποτύχει στη ζωή της, πως τα διαχειρίστηκε όλα λάθος. Μετά προσκαλεί τους επισκέπτες να πιάσουν τα μακριά μαλλιά της και τη γούνα που φορά, ένα σημάδι της αριστοκρατικής της φύσης. Έτσι συστήνονται και οι υπόλοιποι, όπως ο Γιάννης Κλίνης αφήνει να του πιάσουν τα μούσια άτομα με οπτική αναπηρία, καθώς τους εξηγεί ποιος είναι.

Κάθε κίνηση των ηθοποιών αποκτούσε διάσταση και νόημα για εκείνους που δεν μπορούσαν να δουν και κάθε λέξη, κάθε ήχος είχε μια άλλη ποιότητα για εκείνους που δεν μπορούσαν να ακούσουν. Μου ήταν αδύνατο να μη σκεφτώ πώς το θέατρο, και ειδικά το θέατρο με συνθήκες καθολικής προσβασιμότητας, δεν είναι απλώς μια παρουσίαση, αλλά μια αποδοχή του ανθρώπινου πνεύματος στην πιο αληθινή και βαθιά του μορφή.

Βυσσινίκηπος σε συνθήκες καθολικής προσβασιμότητας
Βυσσινίκηπος σε συνθήκες καθολικής προσβασιμότητας Θωμάς Δασκαλάκης

Η καλλιτεχνική διευθύντρια του Εθνικού Θεάτρου, Αργυρώ Χιώτη, μου λέει πως “η προσβασιμότητα στις παραστάσεις μας να γίνει καθημερινότητα, να γίνει κανονικότητα. Είναι θεμελιώδες, θεωρώ, για το Εθνικό Θέατρο να δίνει τη δυνατότητα σε περισσότερους ανθρώπους, σε όλες όλους, όλα να συμμετέχουν στην εμπειρία του θεάτρου”.  Η Ρούλη Χριστοπούλου, Corporate Responsibility Manager της Alpha Bank), μου λέει συγκινημένη πως πρώτη φορά βλέπει σε δράση τόσο πολύ κόσμο και τονίζει πως “η αναπηρία δεν πρέπει να θεωρείται κάτι εξωτικό ή προβληματικό και το περιβάλλον μας πρέπει να προσαρμοστεί ώστε να αγκαλιάσει όλους τους ανθρώπους. Η συνεργασία με το Εθνικό Θέατρο τα τελευταία τρία χρόνια σημειώνει σημαντική πρόοδο, καθώς έχουμε καταφέρει να μεγαλώσουμε την προσβασιμότητα και να κάνουμε τις παραστάσεις πιο ανοιχτές σε όλους. Από την πλευρά της

Και μετά η παράσταση…

Ο Τσέχωφ στον «Βυσσινόκηπο» το κύκνειο άσμα του, αποτυπώνει μια εποχή που φεύγει ανεπιστρεπτί και δημιουργεί μια γιορτή για την απώλεια, αποκαλύπτοντας την αμηχανία του ανθρώπου απέναντι στη ροή του χρόνου και στις αναπόφευκτες αλλαγές που φέρνει μαζί του.

Στο βάθος της σκηνής δεσπόζει ολάνθιστος ο βυσσινόκηπος, ένα σύμβολο ομορφιάς και ευημερίας που αντικατοπτρίζει το πλήγμα που υφίσταται ο κόσμος των ηρώων. Μπροστά του μία τεράστια τζαμαρία ενός βαρυφορτωμένου αστικού σαλονιού με σήμα κατατεθέν μία επιβλητική φλοκάτη αρκούδα.

Γιάννης Κουσκούτης

Τα μέλη μιας οικογένειας επανενώνονται μετά από χρόνια στο παλιό και υποθηκευμένο σπίτι τους, γνωρίζοντας καλά πως αυτή είναι η τελευταία τους ευκαιρία να βιώσουν ξανά τη ζεστασιά της οικειότητας που κάποτε τους ένωνε. Την ίδια ώρα προσπαθούν εναγωνίως να κρατήσουν ζωντανό αυτό που έχει ήδη περάσει στο παρελθόν. Σαν να αρνούνται να αποχαιρετήσουν την ίδια τους την παιδικότητα και να ενηλικιωθούν, αρνούνται να δουν την αλήθεια και να προχωρήσουν προς το μέλλον. Στέκουν ακίνητοι πνιγμένοι στις αυταπάτες που τους κρατούν εγκλωβισμένους στην ακινησία τους.

Με όχημα την εξαιρετική μετάφραση της Χρύσας Προκοπάκη και το ονειρικό σκηνικό της Μυρτώς Λάμπρου, ο Έκτορας Λυγίζος δημιουργεί μια αφήγηση που είναι γεμάτη με ιλαρότητα και συγκίνηση, διευρευνώντας τις λεπτές, ασαφείς γραμμές που χωρίζουν την κωμωδία από την τραγωδία. Οι ήρωές του παλεύουν να διατηρήσουν μια επιφανειακή ευτυχία, ενώ μέσα τους γνωρίζουν πως όλα γύρω τους καταρρέουν. Μοιάζουν με ήρωες του Γούντι Άλεν, είναι εμποτισμένοι με περίσσια νευρικότητα και κωμική ένταση.

Γιάννης Κουσκούτης

Τα στοιχεία αυτά μολονότι στην αρχή προκαλούν μια αρχική αμηχανία, γρήγορα μετουσιώνονται σε κινητήριο μοχλό της παράστασης και γίνονται το μέσο για να φανεί η θλίψη του ανθρώπου μπροστά στη συνειδητοποίηση ότι το παρελθόν, όσο γλυκό κι αν ήταν, δεν μπορεί να επαναληφθεί.
Τελικά, όσο οι χαρακτήρες πασχίζουν να διατηρήσουν τη φαινομενική τους κανονικότητα, τόσο ο θεατής γίνεται μάρτυρας της αναπόφευκτης αποδόμησής τους.

Αυτό το παιχνίδι του χιούμορ και της νευρικότητας, με την επιμονή που φτάνει στα όρια της υπερβολής, δεν είναι παρά μια άλλη όψη της τραγικότητας που διαπνέει το έργο του Τσέχωφ. Στο υπερβολικό και διαρκώς ασφυκτικό γέλιο, η υπέρβαση της ανθρώπινης αδυναμίας αναδεικνύεται πιο έντονα, φωτίζοντας την αμφισημία του κόσμου που διαλύεται.

Οι ερμηνείες

Ο Βυσσινόκηπος αυτός είναι μία παράσταση συνόλου. Κάθε χαρακτήρας φανερώνει τις προσωπικές του αντιφάσεις και τις κρυφές του επιθυμίες, σε ένα σχήμα απόλυτα καλοκουρδισμένο που ενσωματώνει μοναδικά τις ψυχολογικές και υπαρξιακές εντάσεις των ηρώων του Τσέχωφ. Αντίθετα με τον κόσμο που αλλάζει γύρω τους, οι ήρωες του Βυσσινόκηπου αρνούνται να το αποδεχτούν και να προχωρήσουν. Οι αντιφάσεις τους γίνονται η καρδιά της παράστασης και ο θεατής καλείται να συμμετάσχει σε αυτή τη σύγκρουση του παρελθόντος και του μέλλοντος που αρνείται να αγκαλιάσει την απώλεια και την αποδοχή της.

Γιάννης Κουσκούτης

Η Αμαλία Μουτούση, στον ρόλο της Λιουμπόφ Αντρέγεβνα Ρανέφσκαγια, αποτυπώνει την αδιέξοδη αγωνία και την οδυνηρή νοσταλγία της κεντρικής ηρωίδας με τρόπο μοναδικό. Το βάρος της τραγικής της φιγούρας αναδεικνύονται σε κάθε της κίνηση και λέξη, με την ίδια να γίνεται το επίκεντρο της συγκινητικής και τραγικής απώλειας της οικογενειακής κληρονομιάς. Η ένταση της ερμηνείας της – η οποία έχει και εξαιρετικές κωμικές στιγμές- φανερώνει την αδυναμία της να αποδεχτεί το παρόν και την αβεβαιότητα του μέλλοντος.

Ο Έκτορας Λυγίζος ερμηνεύει τον ρόλο –  κλειδί του Λοπάχιν, αυτού που είναι μεγαλωμένος στα σπάργανα της οικογένειας σαν υπηρέτης, αυτού που πάλεψε και τελικά κέρδισε τον βυσσινόκηπο για να τον μετατρέψει στο μέλλον σε οικόπεδα. Η νεύρωση και η συναισθηματική σύγχυση διαπνέουν την ερμηνεία του. Από τη μία γίνεται το «αφεντικό» από την άλλη τον πλημμυρίζει μία ενοχή για την προδοσία αυτή που διέπραξε απέναντι στην οικογένεια που τον μεγάλωσε. Η σκηνή, όπου ανακοινώνει με αμφιθυμία «εγώ τον αγόρασα!» αποτυπώνει το δράμα του να διαλέγεις τον «νέο κόσμο» με το τίμημα της απώλειας του παλιού.

Ο Βυσσινόκηπος του Έκτορα Λυγίζου
Γιάννης Κουσκούτης

Ο Γιάννης Κλίνης ως Λεονίντ Αντρέγεβιτς Γκάγεφ αποπνέει μια γλυκιά αφέλεια, με τον ίδιο να φαίνεται αμήχανος μπροστά στην αδυναμία του να αλλάξει ή να αναλάβει τις ευθύνες του. Η ερμηνεία του ενσαρκώνει την αδιόρατη αίσθηση της απόλυτης αδυναμίας, αποκαλύπτοντας την απελπισία του ήρωα, που πασχίζει να κρατηθεί ζωντανός στο παρελθόν του, ενώ ο κόσμος αλλάζει γύρω του.

Η Ράνια Οικονομίδου στον ρόλο της οικονόμου, με τον τρόπο που χτίζει τη σχέση της με τους άλλους χαρακτήρες, προσθέτει στην παράσταση τη δική της ξεχωριστή αίσθηση, αναδεικνύοντας τον ρόλο της ως θεματοφύλακα της καθημερινότητας. Η Μαρία Μοσχούρη στον ρόλο της Άνια εντυπωσιάζει με τη νεανική της ένταση και τη δροσιά. Η Σοφία Κόκκαλη είναι η Βάρια και αποτελεί την μοναδική ίσως περσόνα που διαπνέεται από μια πιο κλασική τσεχωφική αύρα.  Ο Γιάννης Παπαδόπουλος ως αιώνιος φοιτητής Τροφίμοφ, η Κατερίνα Πατσιάνη ως Ντουνιάσα, ο Φοίβος Συμεωνίδης ως Επιχόντοφ και ο Γιώργος Ζιάκας ως Γιάσα υπηρετούν με συνέπεια τους ρόλους τους.

Ο Βυσσινόκηπος του Έκτορα Λυγίζου
Η Ράνια Οικονομίδου Γιάννης Κουσκούτης

Αξίζει να δει κάποιος τον Βυσσινόκηπο;

Η απάντηση είναι απλή: επιβάλλεται. Ο Έκτορας Λυγίζος σκηνοθετεί ένα έργο που μιλά για την αδυναμία του ανθρώπου να αποδεχτεί την αλλαγή του κόσμου γύρω του, με μια ωμότητα που δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολίας. Με κωμική ένταση και τραγικότητα στήνει απέναντί μας έναν καθρέφτη με ερμηνείες που σπάνε τον χρόνο και αναδεικνύουν τη θλίψη που κρύβεται πίσω από τη φαινομενική επιτυχία και τα όνειρα ενός κόσμου που δεν έχει μέλλον. Αν δεν κατανοήσεις τη μελαγχολία που αναδύεται από αυτήν την παράσταση, ίσως είναι γιατί δεν θέλεις να καταλάβεις πως όλοι μας τελικά ξεχνάμε να ενηλικιωθούμε.

Σχετικό Άρθρο

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα