“ΒΟΥΓΟΝΙΑ”: ΑΚΟΜΑ ΚΙ ΟΤΑΝ ΣΤΑΖΕΙ ΒΙΤΡΙΟΛΙ, Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΑΝΘΙΜΟΣ ΞΕΡΕΙ ΝΑ ΤΟ ΔΙΑΣΚΕΔΑΖΕΙ
Απολαύσαμε τη νέα ταινία του Γιώργου Λάνθιμου με τους Έμμα Στόουν και Τζέσι Πλέμονς στο φεστιβάλ Βενετίας. Επίσης: Πρεμιέρα και για το “Jay Kelly” με τον Τζορτζ Κλούνεϊ.
Πώς επιστρέφεις στον τόπο του μεγάλου σου θριάμβου, 2 χρόνια μετά το “Poor Things” και το Χρυσό Λιοντάρι – και έχοντας προηγουμένως περάσει κι από τις Κάννες με τις “Ιστορίες Καλοσύνης”, που να θυμίσουμε πως κέρδισαν βραβείο ερμηνείας για τον Τζέσι Πλέμονς;
Για τον Λάνθιμο, η απάντηση ήταν στη διασκευή μιας καλτ νοτιοκορεάτικης ταινίας με τίτλο “Save the Green Planet!” κι η οποία παρά τις πολλές ενδιαφέρουσες ιδέες της δεν κατάφερνε πάντα να παρουσιάσει κάτι αληθινά συμπαγές. Έχει τους φανς της η ταινία, αλλά προσωπικά πάντα την έβλεπα σαν μια χαμένη ευκαιρία.
Ο Λάνθιμος, σε ένα εντυπωσιακό επιχείρημα υπέρ του βάρους της σκηνοθετικής υπογραφής (που το συζητάγαμε κατά σύμπτωση και στις κριτικές της εβδομάδας με αφορμή το σενάριο του Τόνι ΜακΝαμάρα για το “Ρόουζ Εναντίον Ρόουζ”), καταφέρνει να πάρει εκείνο το φιλμ και να το ανασκευάσει σε κάτι μοντέρνο και διαχρονικό την ίδια στιγμή, σε κάτι νιχιλιστικό και παράξενα συναισθηματικό ταυτόχρονα, σε κάτι διεστραμμένο όσο και –τελικά– σαφές και ευθύ.
“ΒΟΥΓΟΝΙΑ”, ΕΝΑ ΔΙΕΣΤΡΑΜΜΕΝΑ ΑΠΟΛΑΥΣΤΙΚΟ ΛΑΝΘΙΜΙΚΟ ΡΙΜΕΪΚ
Όπως και το ορίτζιναλ φιλμ του 2003, έτσι κι η “Βουγονία” ακολουθεί δύο τερματισμένους συνωμοσιολόγους που απαγάγουν μια πανίσχυρη CEO (στον gender-swapped ρόλο εδώ η Έμμα Στόουν) επειδή είναι πεπεισμένοι πως είναι εξωγήινη από την Ανδρομέδα που καταστρώνει και εκτελεί ένα σχέδιο ελέγχου της ανθρωπότητας.
Δε θα επεκταθούμε στα όσα ακολουθούν για να μπορέσετε να απολαύσετε χωρίς πολλές πληροφορίες τις αιματηρές και μη εκπλήξεις (και είναι πολλές) της ιστορίας με αποκορύφωμα ένα ντελιριακό τελευταίο 20λεπτο ανθολογίας. Ομολογουμένως ειδικά στην πρώτη μία ώρα ένα μικρό σφίξιμο το σήκωνε πάντως το φιλμ, χωρίς αυτό να σημαίνει πως μας κούρασε.
Ίσα-ίσα, ο Λάνθιμος διανθίζει τα βασικά στοιχεία της ιστορίας με πινελιές που όχι απλά κρατούν ζωντανό το ενδιαφέρον, αλλά απογειώνουν το σενάριο – γραμμένο από τον Γουίλ Τρέισι (του “Succession” και του “The Menu”) και διασκευασμένο από το ορίτζιναλ του Τζανγκ Τζουν-χουάν. Την ιστορία ντύνουν επιθετικοί ήχοι-μαχαιριές από τη μουσική του Τζέρσκιν Φέντριξ (του “Poor Things”) που ήδη από την εναρκτήρια σεκάνς παίρνει κάτι ζωηρό και εμψυχωτικό και το διαστρεβλώνει μέσα στην πορεία της ίδιας της σκηνής, σαν η ταινία εξαρχής να σου λέει πως θα δεις κάτι ανατρεπτικό, όσο ευθύ κι αν φαίνεται.
Μια ξυρισμένη γουλί Έμμα Στόουν, βαμμένη με μια αλοιφή και καδραρισμένη από ελαφρώς γυρτές υψηλές γωνίες, κάνουν την αιχμάλωτη CEO να μοιάζει με κάποιο απόκοσμο δημιούργημα του Βέρνερ Χέρτσογκ αφήνοντας τον θεατή σε μια ταυτόχρονη κατάσταση δέους και απειλής. Ακόμα κι όταν η βία γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας, αυτό συμβαίνει με αλλοιωμένο τρόπο – το gore άλλοτε βρίσκεται στα όρια του κάδρου, άλλοτε ισορροπεί με το σλάπστικ.
Τα πάντα στην ταινία είναι αιχμηρά και τσουχτερά και το ίδιο ισχύει και για τον κόσμο τον οποίον παρουσιάζει και σατιρίζει. Η Μισέλ Φούλερ της Έμμα Στόουν χρησιμοποιεί την inclusive μοντέρνα προοδευτική γλώσσα σαν όπλο, εντελώς κυνικά. Συμμορφώνεται με νέες εργασιακές πρακτικές επιρέποντας στους εργαζόμενους να φύγουν από τη δουλειά στις 17.30, «εκτός αν έχετε δουλειά ακόμα φυσικά, έχουμε στόχους να πιάσουμε χαχα ό,τι θέλετε κάνετε, εσείς επιλέγετε, όπως νομίζετε ε».
Ενσαρκώνει την εργαλειοποίηση του προοδευτισμού στην υπηρεσία ενός καπιταλισμού και γενικότερα μιας ανθρωπότητας σε καταστροφικό σπιράλ. Όσο η ταινία εξελίσσεται, όσο η Μισέλ χάνει τις ελπίδες και την υπομονή της, τόσο ρίχνει τα προσχήματα στο πώς μιλάει, στο πώς συνδιαλέγεται. Η Έμμα Στόουν σε άλλη μια εκπληκτική ερμηνεία, περνάει τον χαρακτήρα της μέσα από ένα ολόκληρο φάσμα από vibes οδηγώντας οργανικά στο νοσηρό φινάλε.
Απέναντί της ο Τζέσι Πλέμονς σε μια ενσάρκωση της ανθρώπινης απόγνωσης, έναν χαρακτήρα που μπορείς να νιώσεις ζωντανό μπροστά σου με όλες σου τις αισθήσεις – μετά το βραβείο ερμηνείας στις Κάννες, δε θα εκπλαγούμε καθόλου αν πάρει και οσκαρική διαδρομή ο νέος μόνιμος της κομπανίας του Λάνθιμου.
Όπως όμως έχει συμβεί κι άλλες φορές στο παρελθόν, το αληθινό μπαχαρικό που κάνει το φιλμ τόσο γευστικά απρόσμενο, είναι το διεστραμμένο χιούμορ του σκηνοθέτη και το πόσο ταιριάζει με τα βιτριολικά σενάρια ανθρώπων εκπαιδευμένων στην σύγχρονη κυνική σάτιρα. Το εντοπίζεις παντού, από μια ημι-αποτυχημένη σκηνή απαγωγής μέχρι συζητήσεις που κρύβουν κομμάτια της αλήθειας, κι από τη σάτιρα μιας κοινωνίας που κρύβει κάτι το αδηφάγο πίσω από τον δυναμισμό, μέχρι το φινάλε-ζωντανό fever dream.
Ένα μαύρο χιούμορ που συνδυάζεται με το συναίσθημα, περιέργως, παρά όλες τις τριγύρω ενδείξεις περί του αντιθέτου – αυτό είναι που κάνει έργα όπως τον “Αστακό”, τις “Άλπεις” ή το “Poor Things” τόσο δύσκολο να τακτοποιηθούν ως ένα πράγμα, καθώς μέσα τους βρίσκεις μια καρδιά που χτυπά, μια ανθρώπινη μελαγχολία που τα διαπερνά. Κάτι που ισχύει με έναν τελείως απρόσμενο τρόπο κι εδώ, ακόμα κι όταν το φιλμ μοιάζει με το πιο μαύρο (ή κατακόκκινο αν προτιμάς) troll αστείο.
Στο ορίτζιναλ φιλμ, μια από τις πιο χαρακτηριστικές σκηνές περιλαμβάνει τη χρήση αληθινών στιγμιοτύπων από το Ολοκαύτωμα, καθώς η κουβέντα των κεντρικών χαρακτήρων περιστρέφεται γύρω από την ανθρώπινη ροπή προς τη βία και και την καταστροφή. Εδώ δεν χρειάζεται ποτέ το φιλμ να γίνει τόσο κυριολεκτικό, παραμένοντας στη σφαίρα μιας αφήγησης ή ενός ονείρου, όμως αυτό το θυμωμένο «γαμώτο» το νιώθεις μέσα στον ιστό της ταινίας.
Στο πώς αντιδρά στον έλεγχο, στην ομογενοποίηση, στον καπιταλισμό και τους CEO, στα ίδια και τα ίδια λάθη που μας φέρνουν διαρκώς στο κατώφλι κάποιας νέας φρίκης. Μια αντίδραση γεμάτη χιούμορ και βία και αιχμηρότητα – και μια παράξενη μελαγχολία εκεί που λιγότερο την περιμένεις. Είναι το απολαυστικά διεστραμμένο αστείο του σήμερα.
“JAY KELLY” ΟΠΩΣ ΛΕΜΕ ΤΖΟΡΤΖ ΚΛΟΥΝΕΪ
Ή έτερη μεγάλη πρεμιέρα του Διαγωνιστικού δεν ήταν εξίσου πετυχημένη. Το “Jay Kelly” είναι η νέα ταινία του Νόα Μπόμπακ, όμως οι εποχές του “Frances Ha” και του “Marriage Story” μοιάζουν κάπως μακρινές για τον αγαπημένο σκηνοθέτη.
Ο Μπόμπακ, σε ένα σενάριο που συνυπογράφει με την ηθοποιό Έμιλι Μόρτιμερ, καταγράφει την διαδρομή αυτογνωσίας ή/και πανικού ενός μεγάλου κινηματογραφικού αστέρα, του Τζέι Κέλι του τίτλου, δηλαδή βασικά τον Τζορτζ Κλούνεϊ. Στον ρόλο, όχι πολύ πετυχημένα(!), ο Τζορτζ Κλούνεϊ να παίζει με έναν μονότονα γαλήνιο τρόπο το μισοψημένο υπαρξιακό σπιράλ του ‘ήρωά’ του.
Ο Τζέι ολοκληρώνει άλλη μια ταινία χωρίς να πιστεύει πως έχει δώσει ό,τι είχε να δώσει, κάτι που ισχύει και για τη ζωή του. Ύστερα από τη συνάντηση με έναν παλιό συμμαθητή του στην ερμηνευτική σχολή, ο οποίος ξύνει ακόμα ανοιχτές πληγές, ο Τζέι αμφισβητεί τα πάντα – ακόμα και το αν είναι στα αλήθεια ο εαυτός του που νομίζει ότι είναι. Απέναντι σε έναν διαρκή φόβο πως είναι μόνος (ενώ είναι περικυκλωμένος διαρκώς από κόσμο), θα αποφασίσει από τη μια στιγμή στην άλλη να ταξιδέψει στην Ευρώπη για να συναντήσει την κόρη του σε ένα ταξίδι που κάνει με την παρέα της. Πολύ νορμάλ και ψύχραιμο!
Πολύ θεατρικό αλλά χωρίς να αφοσιώνεται πλήρως σε αυτή την αισθητική κατεύθυνση, με τον Τζέι να επισκέπτεται πολλές σημαδιακές στιγμές από το παρελθόν του κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, το φιλμ γρήγορα γίνεται επίπεδο και προβλέψιμο, επιχειρώντας μια ψυχολογική αναζήτηση μέσα από ψυχισμό ενός υπερ-επιτυχημένου σταρ. Υπάρχουν ιδέες εκεί, καθώς και όμορφες στιγμές (που ενίοτε καταφέρνουν όντως να συγκινούν) αλλά το πακέτο ειλικρινά είναι τόσο first world problems που σε πολλά σημεία αναρωτήθηκα γιατί πρέπει να με απασχολεί αυτό που βλέπω.
Ο Άνταμ Σάντλερ κρατά τον ρόλο του μάνατζερ Ρον, ο οποίος προσπαθεί να αναλογιστεί μέσα από αυτή τη διαδρομή (στην οποία φυσικά και ακολουθεί τον Τζέι) ποιος είναι ο δικός του ρόλος στη ζωή του εργοδότη/φίλου του, και κατά πόσο τελικά κι ο ίδιος μπορεί να ισχυριστεί πως είναι ένα αληθινό πρόσωπο – πιο αληθινό από τον σούπερ σταρ Τζέι Κέλι, τουλάχιστον.
Ο Σάντλερ είναι πολύ καλός, αλλά δε μπορούσα παρά να σκέφτομαι πως μια ταινία που εστιάζει πολύ πιο αφοσιωμένα στη σχέση των δύο ανδρών, θα ήταν πιο μεστή και πιο ψυχωμένη. Ακόμα κι έτσι, ο Μπόμπακ ως χαρισματικός δημιουργός ολοζώντανων προφίλ χαρακτήρων και σπιρτόζικων σκηνών διαλόγου, βρίσκει τρόπους να ελκύει διαρκώς τον θεατή με γέλιο και με συγκίνηση (αν και το ‘κόλπο’ στο προβλέψιμο φινάλε είναι μια πολύ λάθος ιδέα κατά τη γνώμη μου).
Δεν πέρασα άσχημα, αλλά σε πολλά σημεία ένιωσα πως θα ήθελα να βλέπω μια παραλλαγμένη εκδοχή αυτής της ταινίας.
Σήμερα, το φεστιβάλ συνεχίζεται με την πρεμιέρα του ψυχολογικού θρίλερ “Μετά το Κυνήγι” του Λούκα Γκουαντανίνο με Τζούλια Ρόμπερτς και Άιο Αντεμπίρι, για το οποίο… πού να σας τα λέμε. Θα τα πούμε δηλαδή, αύριο – αρκεί να καταφέρουμε να βάλουμε τις σκέψεις μας σε σειρά!
Το “Βουγονία” του Γιώργου Λάνθιμου θα κυκλοφορήσει σύντομα στις αίθουσες από την Tanweer. To “Jay Kelly” θα προβληθεί στο Netflix στις 5 Δεκεμβρίου.