H ΤΕΛΕΙΟΤΗΤΑ: ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΠΡΑΣΙΝΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ
Το μυθιστόρημα που προκάλεσε τα φασαιοwars του φετινού καλοκαιριού και η αισθητικοποίηση που μπορεί να εφαρμόζεται παντού, εκτός από την αλληλεγγύη.
«Ρε σεις, τι είναι αυτό το πράσινο βιβλιαράκι που κρατάνε όλοι φέτος;».
Η απορία ήταν αγνή, καθόλου επιτελεστική (κρατήστε τη λέξη), συνεπώς ειλικρινής. Διατυπώθηκε την δεύτερη (μήπως ήταν τρίτη;) μερα των διακοπών στην πιο όμορφη παραλία του γνωστού σύμπαντος από πρόσωπο που προφανώς εκπροσωπούσε το «κίνημα των αδέσμευτων» στα φασαιοwars του φετινού καλοκαιριού. Μέχρι το πλοίο της επιστροφής: το ερώτημα απαντήθηκε, το πρόσωπο που είχε την απορία διάβασε το βιβλίο και διάλεξε στρατόπεδο, μερικά ακόμα άρθρα στον Τύπο κι αμέτρητα ποστ στο ίνσταγκραμ τόνωσαν το debate, η παραλία γέμισε ασφυκτικά μέχρι που άδειασε ξανά για να μας περιμένει και του χρόνου.
Κι αυτό δε συνέβη μόνο στο Δικό μας Νησί.
Η Τελειότητα του Βιντσέντζο Λατρόνικο ήταν το «μικρό πράσινο βιβλιαράκι» του φετινού «μεγάλου ελληνικού καλοκαιριού». Short – 138 σελίδες, προορισμένες να διαβαστούν σε λιγότερες από 24 ώρες. Shortlisted – ήταν ανάμεσα στους έξι τίτλους που διεκδίκησαν το Βραβείο Μπούκερ 2025 (κατέληξε στη συλλογή διηγημάτων Heart Lamp της ινδής Μπάνου Μούστακ). Long – λέμε τώρα, ήταν οι συζητήσεις που προκάλεσε κάπου μεταξύ πρωινού φρέντο, μεσημεριανής μπίρας και βραδινής ρακής, μέχρι να καταλήξει αυτοσαρκαστική slang: «άντε καλά ήταν, πάμε τώρα για λίγο Τελειότητα τον Σεπτέμβρη στην Αθήνα».
Το στόρι: Ένα ζευγάρι expats (η εθνικότητά τους είναι ένα μάλλον ευεπίλυτο αίνιγμα της πλοκής) ζουν στο Βερολίνο προσπαθώντας να τσεκάρουν όλα τα κουτάκια του μοντέρνου τρόπου ζωής. Αντιμετωπίζουν την αισθητική ως ηθική φροντίζοντας τα πάντα γύρω τους να είναι συμμετρικά και όμορφα, έχουν πλατιά κοινωνική συνείδηση την οποία προσπαθούν να συγχρονίσουν με την σαφώς στενότερη κοινωνική τους δράση, περιφέρονται στις κουλ γειτονιές της πόλης αδιαφορώντας για το πώς προέκυψαν (αδιαφορώντας δηλαδή για την συναρπαστική ιστορία μιας μέχρι πρόσφατα διχοτομημένης πόλης), εξαιρούν με αυθαίρετα επιχειρήματα τη συμβολή τους στο επάρατο gentrification, είναι πάντα καλά ενημερωμένοι για τα σημαντικά εγκαίνια/ τα εστιατόρια «κρυμμένα μυστικά»/ τα ξέφρενα κλαμπ. Και, φυσικά, όλα αυτά τα ποστάρουν on line. Όμως όσο ξεδιψούν με την ντοπαμίνη των likes, τόσο μεγαλώνει η πείνα τους για νόημα. Το οποίο, λόγω και της επαγγελματικής τους ευελιξίας, πείθονται ότι βρίσκεται στο Νότο κι εκεί πρέπει να το αναζητήσουν.
Είναι κάπως οικεία όλα αυτά, έτσι δεν είναι; Οι μονστέρες, τα βινίλια, το κεραμεικά σκεύη; (Εντάξει, ίσως όχι το διπλό στρώμα σε πλαίσιο από τατάμι.) Η Τελειότητα, υποθέτω όχι μόνο στην Ελλάδα, έχτισε το hype της ως «το βιβλιο για τυς φασαίους». Άλλωστε, στις σελίδες της καταγράφει τις (κατά Ρολάν Μπαρτ) Μυθολογίες μιας ζωής που εν έτει 2025 μοιάζει να αντιγράφει το Pinterest κι όχι να το αντανακλά. Ο Λατρόνικο την περιγράφει με έναν κλινικό, ευσύνοπτο τρόπο που σε στιγμές μοιάζει με μεγάλο ρεπορτάζ των New York Times, οι πρωταγωνιστές μας φυσικά είναι συνδρομητές τους. (Η καταγραφή των lifestyle αντικειμένων, ας πούμε, είναι λεπτομερής αλλά ανώνυμη, δε γίνεται με την επιτηδευμένη υπερβολή που χρησιμοποίησε κάποτε ο Μπρετ Ίστον Έλις για να σταυρώσει τον γιάπικο καταναλωτισμό των 80s στο American Psycho). Αυτή, αν καταλαβαίνω σωστά, είναι και η (σε ένα βαθμό δίκαιη) λογοτεχνική κριτική που ασκείται στην Τελειότητα. Ας πούμε, οι δύο, επίσης ανώνυμοι, πρωταγωνιστές μοιάζουν με άβαταρ. Σαν να στερούνται ανθρωπινότητας, (προφανώς σκόπιμα) δε μαθαίνουμε σχεδόν τίποτα για τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, στο μεγαλύτερο μέρος του μυθιστορήματος λογίζονται ως μια οντότητα παρά ως δύο μονάδες.
Το κοινό-στόχος; Προφανώς οι μιλένιαλς, τολμώ να πω οι μεγαλύτεροι ανάμεσά τους, εμείς. Οι οποίοι μάλλον δεν το πήραν και πολύ καλά, ψιλοτσαντίστηκαν, τουλάχιστον αν κρίνω από την σφυγμομέτρησή μου σε ένα καθόλου αντιπροσωπευτικό δείγμα τους. Η legit στάση τους απέναντι στην Τελειότητα είναι από αδιάφορο μπλαζέ ** shrug emoji ** «εντάξει, δε μας είπε και τίποτα καινούριο» μέχρι μπρούτα απόρριψη «λογοτεχνία για τα σόσιαλ, θα έπρεπε να λέγεται Μετριότητα». Με μερικές χαραμάδες ενδοσκόπησης («με έβαλε πάντως να σκεφτώ “μου αρέσουν όντως τα φυτα;”»), καχυποψία για τα πολιτικά κίνητρα των πρωταγωνιστών, ίσως και του συγγραφέα («δεν κρύβεται εύκολα ο συντηρητισμός τους»), αλλά και την τυπική tech επιφυλακτικότητα – αντίβαρο της εποχής («η ζωή μας είναι ένας αλγόριθμος κι εμείς τα ψηφία του» κατέληξε ένας άλλος φίλος στη σύντομη διαδικτυακή κριτική του).
Είναι λογικό. Σε κανέναν δεν αρέσει να του υπενθυμίζουν πόσο κοινότυπες είναι τελικά οι επιλογές που κάνει με στόχο η ζωή του να γίνει μοναδική, διαφορετική. Είναι πολύ παλιά ιστορία αυτή. Σαν το ανέκδοτο με τον ορισμό του χίψτερ που τελικά είναι εκείνος ο οποίος αποκαλεί έτσι όλους τους άλλους εκτός από τον εαυτό του.
Δεν ξερω αν η Τελειότητα είναι ένα σπουδαίο, διαχρονικό μυθιστόρημα – πιθανότατα όχι -, όμως ο Λατρόνικο το έχει πιάσει το zeitgeist. Δε χρειάζεται να το παίρνουμε προσωπικά. (Άλλωστε, πώς γίνεται να προσβάλλεσαι από κάτι που δεν είσαι;) Δεν είναι οι «φασαίοι» το πρόβλημά του, τους αντιμετωπίζει ως το κραυγαλέο αποτέλεσμα μιας εποχής που ο συνδυασμός παγκοσμιοποίησης + τεχνολογίας άλλαξε μέσα σε 25 χρόνια σχεδόν κάθε πτυχή της ζωής μας. «…το διαμέρισμα διατίθεται για βραχυχρόνια ενοικίαση στην τιμή των εκατόν δεκαοκτώ ευρώ τη βραδιά· στην τιμή περιλαμβάνεται η αμοιβή της Ουκρανής καθαρίστριας, η οποία πληρώνεται μέσω μιας γαλλικής πλατφόρμας gig-working με φορολογική έδρα την Ιρλανδία· συν την προμήθεια της πλατφόρμας τουριστικών ενοικιάσεων, με γραφεία στην Καλιφόρνια, και φορολογική έδρα στην Ολλανδία, κι εκείνη του διαχειριστή ψηφιακών πληρωμών, με έδρα στο Σιάτλ και θυγατρική στο Λουξεμβούργο· συν τον φόρο διαμονής που απαιτεί ο δήμος του Βερολίνου», είναι ένα πολύ χαρακτηριστικό απόσπασμα.
Αυτή η συνθηκη (παγκοσμιοποίηση + τεχνολογία) διαμόρφωσε τον αλγόριθμο. Κι ο αλγόριθμος, που σου δίνει την ψευδαίσθηση της εύκολης πρόσβασης παντού, έφτιαξε τα μοτίβα. Προκαλώντας την ασφυκτική, ρηχή αισθητικοποίηση των πάντων. Κάποτε, οι άνθρωποι νόμιζαν ότι είχαν υψηλά ιδανικά, έχοντας ως σημεία αναφοράς ιδεολογίες και κινήματα. Σήμερα, νομίζουμε ότι έχουμε υψηλή αισθητική, επειδή έχουμε τους ίδιους λογαριασμούς ως references στα σόσιαλ.
Φτάνουμε σιγά σιγά στον πυρήνα, Εκείνο που μάλλον ενοχλεί στην Τελειότητα είναι ο διαρκής υπαινιγμός της επιτελεστικότητας. Μην ανοίγετε λεξικά, είναι αυτό που λέγαμε παλιά «κάνω φιγούρα», αυτό που λέμε σήμερα «το κάνω για να το κάνω» (σαν τους πειραματισμούς των πρωταγωνιστών του βιβλίου με σεξ και ναρκωτικά) ή καλύτερα «το κάνω για να το ποστάρω». Είναι αυτό που λέμε σήμερα performative, έχετε τρακάρει και πόσες φορές φέτος το καλοκαίρι στον όρο “performative male”. Είναι αυτό που μετατρέπει κάθε μας δραστηριότητα, ακόμα και τις πιο απλές, σε μια σκυταλοδρομία από μποξάκια που πρέπει να τικαριστούν – κατά προτίμηση με instagrammable τρόπο.
Άλλωστε και το «μεγάλο ελληνικό καλοκαίρι» έχει τη δική του Τελειότητα: παγούρια Γιέτι / ο ακήρυχτος πόλεμος Μπίρκε – Τέβα / «χωριατική με ξινομυζήθρα όχι φέτα παρακαλώ» / μαγιό που ήταν μακριά, έγιναν πολύ κοντά και τώρα είναι (;) μεσαία / μαγιό που ήταν μπικίνι, έγιναν ολόσωμα και τώρα είναι ψηλόμεσα / λευκά τι σερτ, πόσους Τζέιμς Ντιν χωράνε οι Μικρές Κυκλάδες; / Καμπάρι / αβγά που έχουν άλλη γεύση στο σωστό καφενείο (αν και παντού είναι πανάκριβα) / φυσικά κρασιά στην άμμο/ Τέρρα τέντα που μπορεί και να μην ανοιχτεί ποτέ/ κάζουαλ Κάρχαρτ σικ για τις σποραδικές έξοδους/ παρεό-logia / random φωτογραφίες με ταλαίπωρους παππούδες και γιαγιάδες / μαύρη γάτα σε ασβέστη / ASMR γαλάζιος βυθός / βιβλιοφιλικά ποστ, αυστηρά 1-31/8 / καρουζέλ με κακές φωτογραφίες/ βάρκα με ανδρικό όνομα / dislike στο «Γλέντι» –> ειρωνικός χορός στο «Γλέντι» / φυσικα ΤΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ (και οι σχολές παραδοσιακών χορών για τις κρύες νύχτες του χειμώνα ως live action Tinder).
Όμως μισό λεπτό, αν είναι όλα επιτελεστικά, φασέικα και ψεύτικα, τι πρέπει να κάνουμε; Τι μας απομένει; Να πίνουμε ζεστό νερό από πλαστικά μπουκάλια, φορώντας άσχημα μαγιό με λαϊκοπόπ να παίζει τέρμα στο ηχειάκι ενοχλώντας όλη την παραλία που διαβάζει Στέφανο Ξενάκη; Προφανώς όχι είναι η απάντηση, αυτή η ιστορία της «αυθεντικότητας» των προθέσεων κι αν είναι παλιά. Και πολύ μάταιη.
Μπορούμε ασφαλώς να κάνουμε ότι θέλουμε, προσπαθώντας όσο γίνεται να μην τα παίρνουμε και πολύ στα σοβαρά. Έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχουν πιο first world problems από όλα αυτά. Έχουν μόνο πλάκα. Μέχρι να μην έχουν.
Μέρος της εικονογραφίας των φετινών διακοπών, της Τελειότητάς τους θα έλεγε ο κακεντρεχής, ήταν οι εκδηλώσεις αλληλεγγύης στην Παλαιστίνη. Εξ ορισμού απολύτως επιτελεστικές, άλλωστε ο σκοπός τους ήταν να υπάρξει ένα όσο το δυνατόν μεγαλύτερο εικονογραφικό pool που να δείχνει έμπρακτα την υποστήριξη ενός σημαντικού κομματιού των πολιτών αυτής της χώρας που, μεταξύ άλλων, αισθάνονται ότι η κυβέρνησή τους τηρεί στάση συενοχής για τα εγκλήματα πολέμου στη Γάζα. Οι συγκεντρώσεις δεν έλυσαν, αλίμονο, το πρόβλημα, έστειλαν όμως ένα μήνυμα προς τη σωστή κατεύθυνση, ακόμα και μέσω της αναπόφευκτης αυτοαναφορικότητάς τους. Οι καρδινάλιοι του δημόσιου λόγου, ξάγρυπνοι, διέκοψαν τις διακοπές τους, όχι για να καταδικάσουν επιτέλους την εν εξελίξει γενοκτονία με τους 60.000+ νεκρούς και τη συνεχιζόμενη λιμοκτονία, αλλά για να τα βάλουν με τους «ακτιβιστές της θερινής ραστώνης».
Ξέρετε, μπορείς να αισθητικοποιήσεις τα πάντα. Αλλά, όταν στην παρούσα συνθήκη αποκαλείς επιτελεστική την αλληλεγγύη, είναι γιατί μόνο έτσι την αντιλαμβάνεσαι…
«Η Τελειότητα», του Βιντσένζο Λατρόνικο (μτφρ. Δήμητρα Δότση), κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Loggia.