ΤΟ 1992 Η ΒΑΡΚΕΛΩΝΗ ΕΔΙΩΞΕ ΤΟΥΣ ΦΤΩΧΟΥΣ, ΔΙΟΡΓΑΝΩΣΕ ΤΟΥΣ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΥΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΠΝΙΓΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΤΟΥΡΙΣΤΕΣ
Ένα βιβλίο και ένα αστυνομικό θρίλερ έξι επεισοδίων που αμφισβητεί το μύθο της περίφημης αστικής ανάπλασης της Βαρκελώνης για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1992. Μια πόλη που φτιάχτηκε από την αρχή, διώχνοντας τους παρείσακτους φτωχούς και πνίγηκε, εν τέλει, στους τουρίστες.
Το πρόσφατο αστυνομικό θρίλερ του Netflix “Η πόλη των σκιών”, γυρισμένο εξ ολοκλήρου στη Βαρκελώνη, δεν είναι μόνo μια συναρπαστική ιστορία που καθηλώνει και το κύκνειο άσμα μιας σπουδαίας ηθοποιού, της Βερόνικα Ετσέγκι, που πέθανε νικημένη από τον καρκίνο, λίγους μήνες πριν από την προβολή του.
Αποτελεί μια συνολική ματιά στην πρόσφατη ιστορία της καταλανικής πρωτεύουσας, αποκαλυπτική όσο και καταγγελτική για τη διαφθορά, τη διαπλοκή και την πραγματική διάσταση της ανάπλασης της με τα έργα για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1992.
Βασισμένη στο βιβλίο του Άρο Σάινθ ντελα Μάθα, “ο δήμιος του Γκαουντί”, η σειρά αφηγείται την έρευνα δυο αστυνομικών για μια σειρά δολοφονιών, με τα θύματα, όλα μέλη της υπεράνω υποψίας ελίτ-αστικής τάξης, να τοποθετούνται συμβολικά σε εμβληματικά σημεία της Βαρκελώνης. Εκεί, που χιλιάδες τουρίστες κάθε μέρα, θαυμάζουν τα έργα Άντονι Γκαουντί.
Γκαουντί και Βαρκελώνη είναι σχεδόν συνώνυμα, με την Κάζα Μιλά (Πεδρέρα), το πάρκο Γκουέλ και φυσικά τη Σαγράδα Φαμίλια είναι must seen τοποθεσίες, για κάποιον που επισκέπτεται την πόλη. Μετά θα περιπλανηθεί στη Ράμπλα, ή θα κατηφορίσει προς την Μπαρτσελονέτα.
Όταν, βέβαια, ο Γκαουντί (1852-1926) υλοποιούσε τις εμπνεύσεις του σε διάφορα σημεία της αγαπημένης του πόλης δεν είχε στο μυαλό του τη συρροή εκατομμυρίων τουριστών για να τις θαυμάσουν, σαν αξιοθέατα πλέον, περιμένοντας υπομονετικά στις ατέλειωτες ουρές.
Ο ρηξικέλευθος αρχιτέκτοντας, αντισυμβατικός όσο κανείς, πήγαινε να επιβλέψει την κατασκευή του έργου της ζωής του (Σαγράδα Φαμίλια) όταν χτυπήθηκε από διερχόμενο τραμ.
Ντυμένος με ρούχα που δεν παρέπεμπαν στο όνομα και το κύρος του, χωρίς κάποιο έγγραφο πάνω του που να υποδεικνύει την ταυτότητα του, έμεινε σχεδόν παρατημένος στο δρόμο, αφού οι περισσότεροι πίστεψαν ότι είχε τραυματιστεί ένας ζητιάνος. Μια μέρα μετά άφηνε την τελευταία του πνοή.
Η Σαγράδα Φαμίλια έμεινε ανονοκλήρωτη (μόνο το ένα τέταρτο του έργου είχε ολοκληρωθεί όταν σκοτώθηκε ο δημιουργός του), έγιναν διάφορες εργασίες στα εκατό χρόνια που μεσολάβησαν από το θάνατο του Γκαουντί και καθαγιάστηκε το 2010 από τον πάπα Βενέδικτο. Εκεί τοποθετείται και το σκηνικό για το αγωνιώδες φινάλε και τις αποκαλύψεις, που αφορούν τις αιτίες για τις δολοφονίες.
Το ξεκίνημα των δολοφονιών τοποθετείται στην Κάζα Μιλά, την περίφημη πολυκατοικία, που έχτισε ο Γκαουντί για την πλούσια οικογένεια Μιλά (ολοκληρώθηκε το 1912) και ο ήρωας του Μάθα, ο ιδιόρρυθμος αστυνομικός Μίρο Μιράτ , επιστρέφει στο τμήμα για να αναλάβει την υπόθεση στο τμήμα όπου κανείς δεν τον συμπαθεί. Μαζί του, ερχόμενη από τη Μαδρίτη, η Ρεμπέκα Καρίδο γίνεται η συνεργάτιδα του στις έρευνες και στη λύση του μυστηρίου.
Η σειρά είναι αρκετά σκοτεινή, καλά σκηνοθετημένη από τον Χόρχε Τορεγκρόσα και εκπέμπει την αγάπη για τη Βαρκελώνη και την ιστορία της. Αν και χρησιμοποιεί ψευδώνυμα, φαίνεται ξεκάθαρα ποιους φωτογραφίζει για την μετατροπή της πόλης σε κορυφαία επιλογή τουριστών απ’ όλο τον κόσμο, που έφεραν χρήμα, ανάπτυξη, όπως την εννοούν βέβαια οι καπιταλιστές.
Turists go home
Ο υπερτουρισμός της καταλανικής πρωτεύουσας, το στεγαστικό πρόβλημα με τα πανάκριβα ενοίκια και τον πυρετό του AirBnB, έβγαλε στους δρόμους τους πολίτες σε διαδηλώσεις.
Το σύνθημα “Turists Go Home” συγκλόνισε τη Βαρκελώνη το καλοκαίρι του 2024 σε μια σειρά διαδηλώσεων, που έγιναν και σε άλλες πόλεις της Ισπανίας, οι οποίες αντιμετωπίζουν το ίδιο πρόβλημα.
Η “πώληση της Μπαρτσελόνα στους τουρίστες” με ό,τι αυτό συνεπάγεται, είναι μια ανοιχτή πληγή για την πόλη, που μοιάζει απρόσιτη και πανάκριβη για τους κατοίκους της. Η πίεση από τις διαδηλώσεις, υποχρέωσε τον Δήμο της πόλης να αποφασίσει τη λήξη των αδειών για τουριστικά διαμερίσματα σε ορίζοντα τετραετίας.
Η σοσιαλιστική δημοτική αρχή, φιλοδοξεί ότι 10.000 κατοικίες θα επανατοποθετηθούν, μετά το 2028, στην εγχώρια αγορά, προς πώληση η ενοικίαση. Ένα πλήγμα, όπως ειπώθηκε, στις πλατφόρμες AirBnB και Booking, μέχρι, βέβαια, αποδείξεως του εναντίου.
Ο συγγραφέας Σάινθ Μάθα, που έδωσε το παρών στα γυρίσματα και συμφώνησε πλήρως με τη σκηνοθετική γραμμή του Χόρχε Τορεγκρόσα, είναι γέννημα-θρέμα της Βαρκελώνης. Στα 67 του χρόνια γνωρίζει, θυμάται και βάζει τους ήρωες του να αναπολούν και την πόλη που χάθηκε στη διαδρομή του χρόνου.
Στη σειρά χρησιμοποιήθηκε αρχειακό υλικό από το πως ήταν η πόλη, πριν ξεκινήσει η μεγάλη ανάπλασή της με αφορμή τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1992: “Θέλαμε να αναδείξουμε πως μαχαιρώθηκε αυτή η πόλη” δήλωνε ο Ισάκ Φερίθ, που υποδύεται τον Μίρο Μιράτ. O 46χρονος ηθοποιός, αν και γεννήθηκε στην Ανδόρρα, ζει και αυτός στη Βαρκελώνη και έχει άμεση επίγνωση (και τις σχετικές αναμνήσεις) από την ιστορία, ένα μέρος της οποίας αφηγείται, τόσο το βιβλίο, όσο και η σειρά.
“Θυμάμαι πως ήταν τα παλιά μαγαζιά στη Μπαρτσελονέτα, χτισμένα πάνω στην άμμο. Πηγαίναμε με τους φίλους και τις οικογένειες μας, μέχρι που κατεδαφίστηκαν όλα, για να δουν οι τουρίστες και οι αθλητές, μια άλλη, μια όμορφη πόλη” λέει ο Φερίθ, θίγοντας μια από τις πλευρές ενός πολυσύνθετου προβλήματος. Οι υπόλοιπες αναδεικνύονται μέσα από τα έξι επεισόδια μιας εξαιρετικής ισπανικής σειράς.
Η ασυδοσία, η απληστία της άρχουσας τάξης, η περιφρόνηση στα ανθρώπινα δικαιώματα, το κυνήγι του κέρδους, σε μια πόλη όπου πράγματι πρωταγωνιστούν οι σκιές. Οι θύτες γίνονται θύματα, οι τιμωροί χάνουν το δρόμο τους, οι αστυνομικοί παλεύουν με δαίμονες τους δικούς του δαίμονες.
Ο μύθος της ανάπλασης του 1992
Στη σειρά αν δεν καταρρίπτεται, τουλάχιστον αμφισβητείται με κάθε τρόπο, ο μύθος ότι η ανάπλαση της Βαρκελώνης του 1992 είναι ένα υπόδειγμα για την μετατροπή της πόλης σε ένα σύγχρονο αστικό κέντρο, που βελτίωσε πρώτα την εικόνα της και μετά το βιοτικό επίπεδο των κατοίκων της. Ότι γενικώς ήταν ένα παράδειγμα για την αστική ανάπτυξη και αναζοφώνηση μιας πόλης, που αναλαμβάνει να φιλοξενήσει τους Ολυμπιακούς Αγώνες.
Τι ξέραμε, μέχρι τώρα;
Οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 1992 ήταν απόλυτα επιτυχημένοι με τους Καταλανούς να παίρνουν συγχαρητήρια και τη διοργάνωση να μένει στην ιστορία και για την εμφάνιση της ντριμ-τιμ των ΗΠΑ στο μπάσκετ. Για μας τους Έλληνες θα είναι πάντα χαραγμένη στη μνήμη μας καθώς στο Ολυμπιακό Στάδιο του Μονζουίκ, θριάμβευσε η Βούλα Πατουλίδου, ενώ πήρε το πρώτο του χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο ο Πύρρος Δήμας.
Για να υποδεχθεί τους αγώνες η Βαρκελώνη άλλαξε όψη, εσυγχρονίστηκε και επεκτάθηκε προς τη θάλασσα, σε χώρους άλλοτε αποκλεισμένους σε πρόσβαση από βιομηχανικές ζώνες. Το Ολυμπιακό Χωριό και άλλες περιοχές, που χρησιμοποιήθηκαν για τις εγκαταστάσεις, μετατράπηκαν σε σύγχονες, ζωντανές συνοικίες. Βελτιώθηκαν επίσης οι υποδομές σε δρόμους και μεταφορές, από το αεροδρόμιο μέχρι τις συγκοινωνίες που αναμορφώθηκαν ρζικά.
Η πόλη σχεδόν αναδημιουργήθηκε, το αστικό τοπίο άλλαξε, άρα και η ζωή των πολιτών βελτιώθηκε στο έπακρο.
Έγιναν κι αυτά, αλλά όχι … μόνο αυτά. Δεν ωφελήθηκαν όλοι από την ανάπλαση. Οι υποδομές που σχεδιάστηκαν είχαν στόχο την “εικόνα προς τα έξω” και την προσέλκυση επενδυτών (που δεν βάζουν τα χρήματα τους για να χάσουν). Η ανοικοδόμηση αύξησε κατακόρυφα την αγορά και την ενοικίαση των κατοικιών, με αποτέλεσμα κοινωνικά στρώματα χαμηλών εισοδημάτων να μετακινηθούν για να λύσουν το πρόβλημα της στέγασης τους. Ή να μη το λύσουν καθόλου
Το περίφημο gentrification, δηλαδή ο εξευγενισμός, θεωρητικά υποβαθμισμένων περιοχών των αστικών κέντρων, συνήθως πλήττει εκείνους που δεν έχουν τις οικονομικές δυνατότητες. Η επέλαση των “επενδυτών” στην Αθήνα των τελευταίων ετών, πείθει για το ποιοι ελέγχουν, πλέον, την αγορά κατοικίας και σε ποιους απευθύνονται.
Σε πρώτο πλάνο, και στη Βαρκελώνη του 92, μπήκε η “αγορά” σε βάρος της κοινωνικής συνοχής. Οι άνθρωποι και η βιώσιμη ανάπτυξη σε άλλου είδους υποδομές, πέρασαν στο περιθώριο, αφού προτεραιότητα δόθηκε σε κολοσιαία έργα, που αφορούσαν κυρίως τα αυτοκίνητα και όχι οι ίδιοι οι πολίτες.
Στόχος των διοργανωτών και του Δήμου της Βαρκελώνης το 1992 να μη χαλάσει η “διεθνής εικόνα”. Σε αυτό πέτυχαν απόλυτα, καθώς το τουριστικό μοντέλο της πόλης έγινε πρότυπο και γιγαντώθηκε μέσα στις τρεις δεκαετίες που ακολούθησαν. Παραμερίστηκαν, ωστόσο, οι τοπικές ανάγκες και η ισονομία. Ειδικά αυτή…
Το παράδειγμα στο Poblenou
Το Poblenu είναι ένα βασικό παράδειγμα για όσους επιχειρηματολογούν υπέρ ή κατά της αστικής ανάπλασης της Βαρκελώνης. Το “Μάντσεστερ” της Καταλωνίας όπως ονομάστηκε η βιομηχανική ζώνη της Βαρκελώνης που άκμασε μέχρι τα 60’s και μετά εγκαταλείφθηκε στο έλεος του χρόνου.
Η κατασκευή του ολυμπιακού χωριού το 1992 και το έργο 22@Barcelona που ξεκίνησε οκτώ χρόνια αργότερα έφερε δραστικές αλλαγές στην περιοχή, όπου κανείς δεν ήθελε να πάει και τώρα θεωρείται πρότυπο οικιστικής ανάπτυξης, με την επιστροφή, μάλιστα, της βιομηχανικής αισθητικής.
Για να ολοκληρωθεί, ωστόσο, η ανάπλαση σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, υπήρξαν κατεδαφίσεις σπιτιών που ανακατασκευάστηκαν για νέες χρήσεις με υψηλότερες τιμές (τις οποίες βέβαια οι προηγούμενοι ένοικοι-ιδιοκτήτες, δεν μπορούσαν να ικανοποιήσουν), ενώ πάνω από 400 οικογένειες αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν στα πλαίσια του “καθαρισμού”, ή της δημιουργίας υποδομών και δρόμων.
Οι οικισμοί που υπήρχαν στο Poblenou ήταν κυρίως αυτοσχέδιοι και το 65% των κατοίκων που έμεναν στην περιοχή ήταν ρομά. Κανείς δεν πήγαινε να ζήσει εκεί, που οι ίδιοι είχαν χτίσει τις παράγκες τους. Όταν η περιοχή απέκτησε αξία για το ολυμπιακό χωριό, έπρεπε να φύγουν. Να πάνε αλλού. Και χωρίς, βέβαια, να πάρουν κάτι σαν αντάλλαγμα.
Στην Μπαρτσελονέτα, επίσης, υπήρχαν μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις, παραδοσιακά εστιατόρια, που πρόσφεραν καλό και φτηνό φαγητό. Όλα αυτά απαλλοτριώθηκαν για να δημιουργηθεί μια απόλυτα τουριστική περιοχή, με ακριβά εστιατόρια, καταλύματα και ακριβά εστιατορια για τους επισκέπτες. Οι βόλτες των ντόπιων κατοίκων της παλιάς Βαρκελώνης έδωσαν τη θέση τους στις ορδές των τουριστών.
Οι περισσότερες από τις εργατικές συνοικίες εξαφανίστηκαν με τον ίδιο τρόπο. Για την ανακατασκευή, την ανάπλαση, τον εκσυγχρονισμό, που οδήγησε, όμως, σε τεράστια αύξηση των τιμών και των ενοικίων. Τα χαμηλά εισοδήματα πιέστηκαν ακόμα περισσότερο, την ώρα που ο τουρισμός γιγαντώθηκε. Το κυριότερο: Δεν υπήρξε πρόβλεψη για το πως όσοι βρέθηκαν ξαφνικά σε οικονομική δυσπραγία με κυριότερο πρόβλημα το στεγαστικό, θα ξεπερνούσαν το πρόβλημα.
Οι προσπάθειες μετεγκατάστασης από τις αρχές δεν ήταν διαφανείς, οι αποκλεισμοί των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, διόγκωσαν τις ανισότητες, ενώ κάποιοι άρχισαν να κερδοσκοπούν. Στη σειρά, ο πατέρας των σίριαλ κίλερ, έχει πάθει έμφραγμα ενώ βλέπει τις μπουλντόζες να ιδοπεδώνουν το σπίτι του.
Η Βαρκελώνη από το 1992 και μετά είναι μια άλλη πόλη. Στη Σαγράδα Φαμίλια οι ουρές είναι τεράστιες, όπως και στα υπόλοιπα αξιοθέατα. Ο Γκαουντί δεν φανταζόταν ότι η Πεδρέρα θα δεχόταν καθημερινά χιλιάδες επισκεπτών. Ο Ισακ Φερίθ, θυμάται ότι τα γυρίσματα για την Πόλη των Σκιών, που είχαν προγραμματιστεί στην Κάζα Μιλά, γίνονταν μετά τις 9 το βράδυ και κρατούσαν μέχρι το επόμενο πρωί. Έως την ώρα, που θα έμπαινε το πρώτο κύμα των … τουριστών!
Ο αποχαιρετισμός στην Βερόνικα
H ισπανική σειρά έχει πολυεπίπεδη δράση και αναφορές. Σχολιάζει, όπως και το βιβλίο, την διαφθορά της ελίτ, αναδεικνύει τα προβλήματα της ανάπλασης, θίγει τον αμοραλισμό των media και οι αντισυμβατικοί ήρωες του δεν θυμίζουν -σε καμιά περίπτωση- πρότυπα αστυνομικών. Ο Μίρο Μιράτ έχει επιτεθεί σε ένα συνάδελφό του, είναι υποχρεωμένος να παρακολουθεί ψυχολόγο, τον χωρίζει η γυναίκα του που θέλει να πουλήσει το σπίτι τους, γενικώς δεν τα πάει τόσο καλά με τον εαυτό του.
Το βιβλίο του Άρο Σάινθ είναι το πρώτο με τον συγκεκριμένο ήρωα. Δεν ξέρουμε αν θα μεταφερθούν στη μικρή οθόνη και τα επόμενα μυθιστορήματα, πάντως, αυτό έχει πολύ ενδιαφέρον τουλάχιστον όπως το είδαμε στο Netflix. Υπάρχει, βέβαια, και η παράμετρος της τελευταίας εμφάνισης για τη Βερόνικα Ετσέγκι.
Κάθε επεισόδιο είναι αφιερωμένο στη μνήμη της, καθώς η μάχη της με τον καρκίνο ήταν γενναία και ο θάνατός της στις 24 Αυγούστου 2025 συγκίνησε όλη την Ισπανία. Η ερμηνεία της στο ρόλο της Ρεμπέκα Καρίδο ήταν σπουδαία, για μια γεμάτη εσωτερικότητα ηθοποιό, που έφυγε σε ηλικία μόλις 42 ετών. Στη σειρά, έχει χάσει τη μητέρα της από την ασθένεια, από την οποία έπασχε η ίδια…
Πιο πολύ, όμως, η Πόλη των Σκιών (Ciudad de Sompras, στα ισπανικά) που πλημμυρίζει από αγάπη και νοσταλγία για την Βαρκελώνη, θέτει πολλά ερωτήματα για τον κόσμο που ζούμε και τα αδιέξοδα που γεννά η βία. Εκείνη της καπιταλιστικής βαρβαρότητας και η αντίστοιχη ωμή απάντηση από τους αυτόκλητους τιμωρούς της.