ΥΠΟΤΙΜΑ ΤΟ WOKE ΚΙΝΗΜΑ ΤΟ ΤΑΞΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ, ΝΑΙ Η ΟΧΙ;
Μήπως η woke κουλτούρα προσεγγίζει φοβικά ή απαξιωτικά το ταξικό ζήτημα; Το βιβλίο του Αλέν Πολικάρ προσπαθεί να δώσει απαντήσεις.
Τα πολύ ενδιαφέροντα βιβλία όπως αυτό του Αλέν Πολικάρ “Το Woke Κίνημα δεν υπάρχει, η κατασκευή ενός μύθου” (Κυκλοφορεί από εκδόσεις “Πόλις”) έχουν το “προσόν” να ανοίγουν συζητήσεις και να θέτουν σοβαρά ζητήματα στο δημόσιο διάλογο. Ευτυχώς, γιατί διαφορετικά η εκδοτική παραγωγή θα ήταν πολύ βαρετή.
Στο εν λόγω πόνημα, ο διδάκτωρ πολιτικών και κοινωνικών επιστημών διατυπώνει τη βασική θέση ότι το woke κίνημα έχει να κάνει περισσότερο με την anti-woke παράνοια της άκρας Δεξιάς (και του ακραίου κέντρου στα καθ’ ημάς), πολιτικοί χώροι που επιχειρούν να συσκοτίσουν τα πραγματικά επίδικα της εποχής (πτώση της ποιότητας της Δημοκρατίας, Κλιματική Αλλαγή) κάτω από τον ηθικό πανικό τους για τον υπέρμετρο “ταυτοτισμό” και τον υπερβολικό “δικαιωματισμό”.
Εκτός αυτού όμως, το οποίο για κάποιον στοιχειωδώς προσεκτικό παρατηρητή είναι μάλλον αυταπόδεικτο, ο Γάλλος διαννοούμενος επιχειρεί να πείσει ότι το woke κίνημα (ας μεταχειριστούμε τον όρο απλά για τη συνεννόηση) δεν αδιαφορεί, όπως του καταλογίζουν, για τα ζητήματα της τάξης (ταξική πάλη, ταξικές διαφορές) προτεραιοποιώντας, την ίδια ώρα, απόλυτα τις ιδεολογικές μάχες για το φύλο και τη φυλή.
Ο Πολικάρ υποστηρίζει δικαίως ότι όσοι βρίσκονται στο “αντίπαλο” στρατόπεδο των ηθικών πανικών πασχίζουν να αποδείξουν ότι οι υποστηρικτές τoυ Woke κινήματος προχωρούν στην “φυλετικοποίηση του κοινωνικού ζητήματος” που συχνά παρουσιάζεται ως ένδειξη της αμερικανοποίησης της πνευματικής ζωής πράγμα που στη Γαλλία συνιστά έναν διαδομένο τρόπο απονιμοποίησης” όπως τονίζει χαρακτηριστικά.
Και καταλήγει σ’ ένα από τα συμπεράσματά του, λίγο πιο κάτω. “Η τοποθέτηση των μεταβλητών του φύλου ή της φυλής κάτω από τη μεταβλητή της τάξης σημαίνει πρακτικά ότι οι πρώτες επιφανειακές και άρα καμία και κανείς δεν υφίσταται διακρίσεις, για παράδειγμα ως μαύρος ή ως γυναίκα”.
Ισχύει, θα μπορούσε να πει κανείς, αλλά πρόκειται για συμπέρασμα που μπορεί να προσεγγιστεί και ως εξής: Το ότι οι μεταβλητές του φύλου και της φυλής δεν είναι, πράγματι, επιφανειακές, δεν σημαίνει ότι η μεταβλητή της τάξης δεν υποτιμάται σε πτυχές του σύγχρονου αριστερού λόγου.
Ακόμη κάτι που κατά την οπτική μας είναι σαφές και εύκολα αντιληπτό. Ωστόσο, ο Πελικάρ αντιμετωπίζει απαξιωτικά ισχυρισμούς συμφωνά με τους οποίους η προτεραιοποίηση των μεταβλητών του φύλου και της φυλής έναντι αυτής της τάξης γίνεται όπλο στα χέρια του καπιταλισμού στην προσπάθειά του “να εκμεταλλευτεί έναν “εφεδρικό στρατό” θηλέων και μεταναστών”.
Ουσιαστικά εδώ μιλάμε για την επιχείρηση ξεπλύματος που κάνουν χιλιάδες πλέον πανίσχυρες επιχειρήσεις (και πολυεθνικές) στο όνομα της ενίσχυσης της “εταιρικής ευθύνης” τους και της δημόσιας εικόνας τους να προβάλλουν και να στηρίξουν αιτήματα και καμπάνιες κατά των διακρίσεων (των γυναικών για παράδειγμα).
Είναι απορίας άξιον πως ο Πελικάρ δεν βλέπει ότι πλευρές του συστήματος ανακάλυψαν αίφνης τις κοινωνικές διακρίσεις τις οποίες όμως επιχειρούν να απογυμνώσουν από την πραγματική έννοια και σημασία τους παρουσιάζοντάς τες στο κοινό με όρους μάρκετινγκ.
Την ίδια ώρα, όπως είναι φυσιολογικό (σε καπιταλισμό πορευόμαστε ακόμα), οι ίδιες επιχειρήσεις δεν λένε κουβέντα για θέματα όπως αυτό της ταξικής εκμετάλλευσης ή των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων που παράγει αφειδώς ο σύγχρονος καπιταλισμός-καζίνο. Οι ίδιες επιχειρήσεις έχουν αλλεργία στον κάθε είδους συνδικαλισμό και πολλές επιβάλλουν μοντέλα εργασίας καθόλου συμβατά με τον 21ο αιώνα.
Προσοχή: Αυτό δεν σημαίνει ότι παραιτούμαστε από τον αγώνα κάθε άλλης διάκρισης εκτός από την ταξική. Ούτε τις υποτιμούμε. Αντιθέτως, στο πλαίσιο μίας ολιστικής προσέγγισης του κοινωνικού ζητήματος, τις συμπεριλαμβάνουμε στο ρεπερτόριά μας δίνοντας τους τη θέση που τους αξίζει.Ενας άνθρωπος μπορεί να υποστεί διακρίσεις ως φτωχός, ως ομοφυλόφιλος, ως γυναίκα, ως Παλαιστίνιος και με αρκετές άλλες ιδιότητες. Παρόλα αυτά, δεν αφήνουμε την ταξική διάσταση βορά στα χέρια της άκρας δεξιάς για να την κανιβαλίσει όπως μόνο αυτή ξέρει.
Δεν θα φτάσουμε φυσικά στο σημείο να ισχυριστούμε ότι “οι διαφορετικοί τύποι κυριαρχίας έρχονται στο προσκήνιο προκειμένου να μειώσουν της ταξικής κυριαρχίας, προς όφελος του καπιταλισμού” (θέση που στηλιτεύει απολύτως ορθώς ο Πελικάρ), όμως δεν θα αδιαφορήσουμε για την υποτίμηση της ταξικής διάστασης.
Ο Γάλλος συγγραφέας επισημαίνει σε ακόμη μία ορθή, κατά την οπτική μας, διαπίστωση ότι “η ύπαρξη του “γουοκισμού” επιτρέπει να μην σκέφτεται κανείς πλέον αυτά που θα έπρεπε να τον φοβίζουν (την οικολογική καταστροφή, την οπισθοχώρηση της Δημοκρατίας, την κανονικοποίηση του λόγου της Ακρας Δεξιάς)” έτσι ώστε να προτιμά να παριστάνει ότι τρομάζει μ’ αυτό δεν τον απειλεί στα αλήθεια.
“Ο αντι-γουοκισμός” συμπληρώνει “προκύπτει στην πραγματικότητα από μία επιθυμία υπεραπλούστευσης αλλά και λήθης”. Εχει δίκιο να μιλά για λήθη μόνο που στο επίμετρο του Jean Yves Pranchere (καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο των Βρυξελλών) που συνοδεύει το βιβλίο, η λήθη κάνει την εμφάνισή της από την ανάποδη. Ο Pranchere, παρά το γεγονός ότι προχωρά σε επιτυχημένα συμπεράσματα για την αντι-γουοκ παράνοια (που αίφνης έχει καταλάβει και μέρος της ακαδημαϊκής κοινότητας), δεν γράφει ούτε λέξη για την ταξική διάσταση των ζητημάτων.
Τα θέματα των πάσης φύσεως διακρίσεων όμως δεν μπορούν να απομονώνονται από την ταξική διάστασή τους διότι σ’ αυτήν περίπτωση, η προσέγγιση παραμένει λειψή, άτολμη, στα μέτρα του συστήματος. Του συστήματος, που θα προτιμούσε να αλλάξει τα πάντα εκτός από ένα: Την εκμετάλλευση βάσει της οποίας διαιωνίζει την κυριαρχία του.
Όπως γράφαμε λίγο πιο παλιά “ο Μαρξ αραχνιάζει στις βιβλιοθήκες, όταν δεν αντιμετωπίζεται με τρόπο μουσειακό, οι περισσότεροι δείχνουν συμβιβασμένοι με την ιδέα ότι ο καπιταλισμός στην παρούσα φάση είναι μάλλον ανίκητος. Δεν θέλουμε να πιστέψουμε ότι υπάρχουν άνθρωποι στην Αριστερά που υιοθετούν το απλοϊκό σχήμα του “οκ, τι να κάνουμε, αυτά μπορούμε να πάρουμε τώρα, οπότε ας αφήσουμε το ταξικό στην άκρη”, αλλά δεν θα πρέπει να το αποκλείσουμε κιόλας”.
Και παρακάτω: “Είναι, νομίζουμε, σαφές ότι ο ιδεολογικός πόλεμος των καιρών μας θα δοθεί σε όλα τα πεδία. Αν η Αριστερά το ένα από αυτά το αφήσει στη Δεξιά θεωρώντας ότι δεν έχει σοβαρές πιθανότητες να επικρατήσει ή γιατί στερείται οράματος και λύσεων, καλό θα είναι το ξέρουμε. Αυτή τη συμβιβασμένη Αριστερά, των σαλονιών και του αστισμού, την Αριστερά των καλών τρόπων και του political correct προφανώς η κοινωνία δεν την χρειάζεται”.
Οι μάχες, λοιπόν, είτε θα δοθούν σε όλα τα πεδία είτε στην πραγματικότητα δεν θα δοθούν πουθενά…