ΙΘΑΚΗ: ΤΟ “ΟΧΙ” ΤΟΥ ΤΣΙΠΡΑ ΣΤΑ PUSHBACKS ΚΑΙ Ο ΜΥΘΟΣ ΠΕΡΙ “ΑΝΟΙΧΤΩΝ ΣΥΝΟΡΩΝ”
Πώς περιγράφει την αντιμετώπιση της προσφυγικής κρίσης του ’15-’16 στο βιβλίο του ο πρώην πρωθυπουργός. Οι απαντήσεις για τα θέματα που τον έκαναν στόχο δεξιάς και ακροδεξιάς.
Το βιβλίο του Αλέξη Τσίπρα «Ιθάκη» αποτέλεσε -με διαφορά από οποιοδήποτε άλλο- το εκδοτικό γεγονός του 2025. Το 2026 σχεδόν κάθε πολιτικός παρατηρητής εκτιμά πως θα μετουσιωθεί στο πολιτικό γεγονός της χρονιάς. Αυτό ξεκαθαρίστηκε άλλωστε κατά την παρουσίαση της «Ιθάκης» στις 3 Δεκεμβρίου στο Θέατρο Παλλάς. Εκεί όπου ο Αλέξης Τσίπρας, μπροστά σε ένα κοινό 3.000 ανθρώπων, έδωσε σαφέστατο μήνυμα δημιουργίας πολιτικού φορέα με ορίζοντα τις επόμενες εκλογές.
ΤΟ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΟ
Αν θελήσει κανείς να ξεχωρίσει ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά το βιβλίου, είναι το ότι «αναμετριέται» με τα σημεία της διακυβέρνησης της περιόδου 2015-2019 που συγκέντρωσαν τα περισσότερα αντιπολιτευτικά «πυρά». Ιδίως εκείνα με βάση τα οποία δομήθηκε ή άτυπη -πλην όμως καθοριστική όπως έδειξαν τα πράγματα- πολιτική σύμπραξη που αποκλήθηκε «αντι-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο». Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το λεγόμενο «μεταναστευτικό»!
Η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα βρέθηκε -όπως είναι γνωστό- αντιμέτωπη με την πιο ισχυρή ίσως μεταναστευτική κρίση των τελευταίων, πολλών δεκαετιών. Τότε έδωσε τις δικές της απαντήσεις που -αντικειμενικά- συγκρίνονται σήμερα με την πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Έστω και αν η ένταση του ζητήματος είναι σήμερα πολύ πιο περιορισμένη, το στίγμα της μεταναστευτικής πολιτικής της Ν.Δ προσωποποιείται στην ανάθεση του σχετικού «χαρτοφυλακίου» στον Αθανάσιο Πλεύρη, ενός από τους κυριότερους εκπροσώπους της ακροδεξιάς στο εσωτερικό της Ν.Δ. Στην πράξη αυτό μεταφράστηκε σε πολιτικές ανάσχεσης των διαδικασιών ασύλου, αντίθετες με το κοινοτικό κεκτημένο, σε σκληρή ξενοφοβική ρητορική και στο δόγμα των «σκληρών συνόρων» και της «κόλασης» για όσους επιλέξουν την Ελλάδα ως προορισμό.
Υπό αυτή την έννοια έχει ιδιαίτερο πολιτικό ενδιαφέρον να σταχυολογήσει κανείς το πως αποτιμά ο Αλέξης Τσίπρας στο βιβλίο του το μεταναστευτικό ζήτημα. Ιδίως από την στιγμή που η αντίληψη που εκφράζει, συνιστά ταυτόχρονα και τον τρόπο με τον οποίο θα καθορίσει στο άμεσο μέλλον τις πολιτικές θέσεις του. Στο πλαίσιο μάλιστα του διαλόγου με τους πολίτες το επόμενο διάστημα που ο πρώην πρωθυπουργός έχει εξαγγείλει.
ΤΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΤΗΣ «ΙΘΑΚΗΣ»
Όπως επισημαίνει στην «Ιθάκη» ο Αλέξης Τσίπρας η κυβέρνηση του κλήθηκε να διαχειριστεί «εν μέσω της δικής μας Οδύσσειας, την Οδύσσεια εκατοντάδων χιλιάδων ξεσπιτωμένων και κυνηγημένων ανθρώπων». Επισημαίνοντας μάλιστα ότι επρόκειτο για μία «πρωτοφανής δοκιμασία» για την οποία δεν υπήρχε προηγούμενη εμπειρία διαχείρισης.
Τονίζει πως το κεντρικό ζητούμενο ήταν «να οργανώσουμε μία επιχείρηση με τεράστιες διαστάσεις, με όρους ανθρωπισμού από τη μία μεριά, αλλά και σεβασμού του Διεθνούς Δικαίου και προστασίας της κυριαρχίας της πατρίδας και των συνόρων της από την άλλη». Έχοντας μάλιστα «απέναντι» τις πολιτικές ηγεσίες της συντηρητικής Ευρωπαϊκής Ένωσης που είχαν ξεκάθαρη «γραμμή» να μεταβιβαστεί στην Ελλάδα κάθε συνέπεια της προσφυγικής κρίσης.
Ο Αλέξης Τσίπρας στο βιβλίο του ξεκαθαρίζει πως η πολιτική του θέση και πρακτική ήταν στον αντίποδα της λογικής των pushbacks δίχως όμως αυτό να συνιστά «πολιτική ανοιχτών συνόρων» για την οποία βρέθηκε στο στόχαστρο πολλών. Αντιθέτως επέλεξε την μετατροπή του ζητήματος αυτό από «ελληνικό» σε «ευρωπαϊκό» και σε σημαντικό βαθμό και «ευρωτουρκικό». Μια και εξαρχής είχε επισημανθεί ο βασικός ρόλος της γειτονικής χώρας στη διαχείρισή του.
Όπως αναφέρει ο πρώην πρωθυπουργός στην «Ιθάκη» φάνηκε «από την πρώτη στιγμή, πως η Ευρώπη βρισκόταν αντιμέτωπη με ένα φαινόμενο πρωτοφανούς έντασης για τα δεδομένα της σύγχρονης Ιστορίας της» και για τον λόγο αυτό προσπάθησε να αναγνωρίσει η Ευρωπαϊκή Ένωση «το μεταναστευτικό ως ένα ζήτημα πανευρωπαϊκής ευθύνης».
Μάλιστα αποκαλύπτει στο βιβλίο ότι πολιτικός παράγοντας «πολύ ισχυρής χώρας» της Ε.Ε του ζήτησε να υιοθετήσει την πρακτική των pushbacks προκειμένου να επιτύχει την εισροή περισσότερων ευρωπαϊκών κονδυλίων και ένα πιο ευνοϊκό οικονομικό περιβάλλον. Μια πρόταση την οποία αρνήθηκε.
Όπως γράφει ο Αλέξης Τσίπρας «η λύση δεν ήταν τα pushbacks, αλλά οι νόμιμες οδοί μετανάστευσης και οι επιστροφές με εγγυήσεις για όσους δεν δικαιούνταν άσυλο». Στην βάση αυτή και αναφερόμενος στο σήμερα εκτιμά πως «η θέση μου ήταν και παραμένει ότι άξονας μίας ολοκληρωμένης ευρωπαϊκής, αλλά και εθνικής πολιτικής, πρέπει να είναι η συνεργασία με χώρες προέλευσης και διέλευσης». Για τον λόγο αυτό την διετία 2015-2016 καταβλήθηκαν έντονες προσπάθειες για μια ευρωτουρκική συμφωνία τον Μάρτιο του τελευταίου έτους.
ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ
Είναι γνωστό ότι η στάση του Αλέξη Τσίπρα στο μεταναστευτικό αντιμετώπισε μια πολεμική από «τα δεξιά» που συνοψίζεται στην γνωστή αναφορά περί του… αν έχει σύνορα η θάλασσα. Όμως ο ίδιος στην «Ιθάκη» καταγράφει μια πολύ διαφορετική προσέγγιση.
Η συνολική θέση του Αλέξη Τσίπρα περιγράφεται σε ένα ενδεικτικό απόσπασμα της «Ιθάκης». Εκεί αναφέρει πως «επέμεινα τότε ότι, για να τερματισθούν οι θάνατοι στη θάλασσα και να χτυπηθούν τα δίκτυα διακινητών, αυτή η πολιτική δεν αρκούσε. Έπρεπε να υποστηρίξουμε παράλληλα την προάσπιση των συνόρων, με σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου και της ανθρώπινης ζωής, που συμπεριλαμβάνει και τον συντονισμό με τις τουρκικές και ευρωπαϊκές Αρχές. Όπως και μια πολιτική επιστροφών όσων δεν είχαν δικαίωμα ασύλου».
Αναφερόμενος στο τρόπο που πρέπει να αντιμετωπίζει το ζήτημα η αριστερά σημειώνει ότι «ιδιαίτερα όταν αντιμετωπίζει τα πράγματα με όρους κυβερνητικής ευθύνης, δεν μπορεί να υποστηρίζει τη γραμμή των ανοιχτών συνόρων (open borders) και να προσποιείται ότι τα κράτη και οι τοπικές κοινωνίες δεν έχουν συγκεκριμένες δυνατότητες και όρια στον αριθμό προσφύγων και μεταναστών που θα μπορούσαν να ενσωματώσουν ομαλά».
Στην βάση αυτή σημειώνει πως «ήταν επιβεβλημένο να παλέψουμε για την καθιέρωση διαδικασιών νόμιμης και οργανωμένης μετανάστευσης στην Ευρώπη και στην Ελλάδα, τονίζοντας την ίδια στιγμή τη σημασία που έχει η συντεταγμένη ενσωμάτωση και συμπερίληψη προσφύγων και μεταναστών, τόσο σε ανθρωπιστικό επίπεδο όσο και σε σχέση με την ευρωπαϊκή και ελληνική οικονομία».