ΠΟΣΟ ΕΝΤΑΞΕΙ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ TREND ΤΗ ΛΑΤΙΝΟΠΟΥΛΟΥ;
Όταν ο ρατσιστικός λόγος μετατρέπεται σε meme και η ακροδεξιά σε «χαβαλέ», το TikTok παύει να είναι απλώς πλατφόρμα διασκέδασης.
Τις τελευταίες εβδομάδες, το ελληνικό TikTok έχει γεμίσει με «αστεία» βίντεο που χρησιμοποιούν ήχους από τοποθετήσεις της Αφροδίτης Λατινοπούλου. Το πιο viral είναι το: «Σκούπα σε όλη την Ελλάδα, καταγραφή και σύλληψη όλων των λαθρομεταναστών να τελειώνουμε». Σε περίπτωση που δεν έχει πάρει κάτι το μάτι σας, πρόκειται για αποσπάσματα στα οποία η γνωστή ακροδεξιά ευρωβουλεύτρια μιλά για «μαζικές απελάσεις λαθρομεταναστών» -σε εισαγωγικά, γιατί οι λέξεις δεν είναι ουδέτερες- ή επαναλαμβάνει ρατσιστικά, απάνθρωπα αφηγήματα, που έχουν μετατραπεί σε trends. Οι ίδιοι ήχοι χρησιμοποιούνται από χρήστες για ερωτικές απορρίψεις, καθημερινά σκηνικά ή χιουμοριστικές καταστάσεις. Το αποτέλεσμα; Γέλιο, views, αλγόριθμος, αναπαραγωγή.
Η μεγαλύτερη πολιτική απειλή των social media σήμερα δεν είναι απλώς η παραπληροφόρηση, αλλά η ικανότητά τους να μετατρέπουν επικίνδυνες ακροδεξιές προσωπικότητες σε «content». Όταν πλατφόρμες όπως το TikTok, το X ή το Instagram αντιμετωπίζουν τον πολιτικό λόγο με όρους engagement και όχι με όρους κοινωνικής ευθύνης, τότε λειτουργούν ως μηχανισμοί κανονικοποίησης.
Έχουμε δει διεθνώς πώς ακροδεξιές φιγούρες -από τον Donald Trump μέχρι τη Marine Le Pen ή πιο πρόσφατα πολιτικούς και influencers της νέας άκρας δεξιάς- αξιοποίησαν την αισθητική του meme, της πρόκλησης και της «αντισυστημικής περσόνας» για να ξεπλύνουν βαθιά αυταρχικές και ρατσιστικές ιδέες. Όταν ο λόγος τους περνά μέσα από τα φίλτρα του τρολ, του χιούμορ, της ειρωνείας ή της «απλής άποψης», παύει να αντιμετωπίζεται ως πολιτικός κίνδυνος και γίνεται lifestyle επιλογή.
Τα social media, με τον τρόπο που εξισώνουν κάθε φωνή στο feed, δεν κάνουν απλώς χώρο σε αυτές τις προσωπικότητες -τους προσφέρουν νομιμοποίηση, μετατρέποντας τον αποκλεισμό, τον ρατσισμό και τον αυταρχισμό σε κανονικό κομμάτι της δημόσιας συζήτησης. Και αυτή η διαδικασία είναι ίσως πιο επικίνδυνη από τον ανοιχτό εξτρεμισμό, γιατί δεν σοκάρει· απλώς συνηθίζεται.
Το ερώτημα όμως παραμένει: πόσο «okay» είναι να κάνουμε trend μια πολιτικό με τέτοιες απόψεις; Και κυρίως, τι σημαίνει αυτό για το πώς νομιμοποιούνται σήμερα επικίνδυνες ιδεολογίες;
Από τις μασχάλες, στο Ευρωκοινοβούλιο
Η Λατινοπούλου δεν εμφανίστηκε ξαφνικά στον δημόσιο λόγο. Η πολιτική της παρουσία χτίστηκε συστηματικά πάνω σε ένα συγκεκριμένο αφήγημα: τον έλεγχο των σωμάτων, τη στοχοποίηση των «άλλων» και τη διαρκή επίθεση σε κοινωνικές κατακτήσεις. Πολλοί τη γνώρισαν από τις παρεμβάσεις της για τις τρίχες στις μασχάλες των γυναικών, για τις τρίχες των γυναικείων σωμάτων, για το πώς «πρέπει» να είναι μια γυναίκα στον δημόσιο χώρο. Δεν ήταν απλώς γραφικότητες· ήταν η πρώτη ύλη ενός βαθιά συντηρητικού, επικίνδυνου λόγου.
Από εκεί και πέρα, η διαδρομή ήταν αναμενόμενη. Ο λόγος της σκλήρυνε, μετατοπίστηκε από το lifestyle-moral policing σε καθαρά ακροδεξιές θέσεις: ρατσισμός απέναντι στους Ρομά, απανθρωποποίηση μεταναστών, εμμονή με την «τάξη και ασφάλεια», ρητορική «εμείς και οι άλλοι». Δεν πρόκειται για μεμονωμένες δηλώσεις αλλά για συνεκτικό ιδεολογικό πλαίσιο. Και αυτό το πλαίσιο σήμερα αποκτά νέα ζωή μέσα από το TikTok.
Το «χιούμορ» ως όχημα νομιμοποίησης
Το TikTok λειτουργεί με τη λογική της αποσπασματικότητας και της ταχύτητας. Ένας ήχος αποκομμένος από το πολιτικό, κοινωνικό ή ιστορικό του πλαίσιο μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε meme. Ένα ρατσιστικό, σεξιστικό ή ομοφοβικό απόσπασμα απομονώνεται, επαναλαμβάνεται και τελικά παρουσιάζεται ως punchline. «Δεν το εννοώ πολιτικά, το κάνω για πλάκα» υποστηρίζουν πολλοί χρήστες, προσπαθώντας να αποστασιοποιηθούν από το περιεχόμενο που αναπαράγουν. Όμως εδώ ακριβώς εντοπίζεται το ουσιαστικό πρόβλημα: το χιούμορ δεν είναι ποτέ ουδέτερο, ούτε αθώο.
Το γέλιο δεν αιωρείται σε κοινωνικό κενό. Φέρει πάντα αξίες, νοήματα και ιδεολογικές προϋποθέσεις. Όταν γελάμε με κάτι, το αποδεχόμαστε προσωρινά ως μη απειλητικό. Κι αυτή η αποδοχή, όσο ανεπαίσθητη κι αν μοιάζει, έχει πολιτικές συνέπειες.
Όταν μια ακροδεξιά πολιτικός γίνεται trend, δεν αποδυναμώνεται ούτε γελοιοποιείται απαραίτητα. Αντίθετα, εξοικειωνόμαστε σταδιακά με τη φωνή της, με τις λέξεις που χρησιμοποιεί, με το ύφος και τη ρητορική της. Η συνεχής επανάληψη λειτουργεί κανονικοποιητικά. Το γέλιο γίνεται φίλτρο που αφαιρεί τη βαρύτητα και τη σκληρότητα των λεγομένων της. Έτσι, όροι όπως «λαθρομετανάστες» -που ήδη ενσωματώνουν μια βαθιά απανθρωποποιητική λογική- παύουν να σοκάρουν ή να προκαλούν αντίδραση. Σταδιακά μετατρέπονται σε καθημερινό λεξιλόγιο, σε κομμάτι της pop κουλτούρας.
Αυτή η διαδικασία δεν είναι καθόλου αθώα. Αντίθετα, αποτελεί έναν από τους βασικούς μηχανισμούς μέσω των οποίων η σύγχρονη ακροδεξιά κερδίζει έδαφος. Όχι πια μέσω ωμής επιβολής ή ανοιχτής βίας, αλλά μέσω ειρωνείας, memes, «χαβαλέ» και φαινομενικά αποπολιτικοποιημένου περιεχομένου. Η πολιτική μεταμφιέζεται σε content και έτσι περνά απαρατήρητη.
Ο αλγόριθμος δεν έχει ιδεολογία (;) Η ευθύνη της ψηφιακής κουλτούρας
Στον ψηφιακό χώρο, η ορατότητα ισοδυναμεί με δύναμη. Κάθε trend, ακόμα και όταν παρουσιάζεται ως «σατιρικό», ενισχύει το δημόσιο αποτύπωμα της Λατινοπούλου. Ο αλγόριθμος δεν έχει ιδεολογία, ούτε ηθική κρίση. Δεν μπορεί να διακρίνει αν ένα βίντεο αναπαράγεται για να αποδομηθεί ή για να υποστηριχθεί η Λατινοπούλου (και η κάθε Λατινοπούλου). Καταγράφει μόνο engagement: views, likes, σχόλια, κοινοποιήσεις. Και αυτό το engagement μεταφράζεται άμεσα σε πολιτικό κεφάλαιο.
Μια πολιτικός που έχει αντιληφθεί ότι μπορεί να απευθυνθεί σε ένα ακροδεξιό ακροατήριο γνωρίζει πως το TikTok αποτελεί πολύτιμη ευκαιρία. Δεν είναι τυχαίο ότι ο λόγος της είναι κοφτός, απλουστευτικός και προκλητικός. Είναι σχεδιασμένος για αποσπάσματα, για εύκολη αναπαραγωγή και για virality. Πρόκειται για λόγο φτιαγμένο ακριβώς για να «παίζει καλά» στον αλγόριθμο. Κάθε φορά που ένας ήχος της γίνεται trend, η στρατηγική της επιβεβαιώνεται και ενισχύεται.
Το «δεν πειράζει» και το «δεν τρέχει τίποτα»
Στην αρχή λέμε «δεν πειράζει, είναι απλώς ένα trend». Στη συνέχεια, «εντάξει, δεν την ψηφίζω, απλώς γελάω». Και κάπου εκεί χάνεται το όριο. Οι ιδέες που μέχρι χθες θεωρούνταν ακραίες παύουν να προκαλούν αντίσταση. Μετακινούνται αργά αλλά σταθερά προς το κέντρο του αποδεκτού δημόσιου λόγου.
Η ιστορία δείχνει ξεκάθαρα ότι καμία ακροδεξιά ιδεολογία δεν κυριάρχησε απότομα ή τυχαία. Πάντα προηγείται η κανονικοποίηση. Πάντα προηγείται το «έλα μωρέ, πλάκα κάνει» και το «μην τα παίρνεις τόσο σοβαρά». Όταν όμως ο ρατσισμός, ο εθνικισμός και ο σεξισμός παρουσιάζονται ως αστεία, παύουν να αντιμετωπίζονται ως πολιτική απειλή. Και αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο σημείο.
Δεν πρόκειται απλώς για ζήτημα ατομικής ηθικής ή προσωπικής επιλογής των χρηστών. Είναι ζήτημα συλλογικής ευθύνης και ψηφιακής κουλτούρας. Ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιούμε τις πλατφόρμες διαμορφώνει τον δημόσιο λόγο και τα όριά του. Το TikTok δεν είναι απλώς ένας χώρος χαλαρής διασκέδασης, είναι ένα κανονικό πολιτικό πεδίο.
Μέσα σε αυτό το πεδίο, η Λατινοπούλου δεν είναι «απλώς μια γραφική φιγούρα» ή ένα αστείο πρόσωπο για αναπαραγωγή. Είναι εκλεγμένη ευρωβουλεύτρια, με θεσμική ισχύ και σαφή ιδεολογική ατζέντα. Το να την κάνουμε trend χωρίς κριτική, έστω και με «χαριτωμένο» τρόπο, συμβάλλει άμεσα στη νομιμοποίησή της. Της προσφέρει χώρο, χρόνο και ακροατήριο.
Και αυτό δεν είναι κάτι που μπορούμε να προσπεράσουμε με ένα απλό scroll.
Τελικά, πόσο okay είναι όλο αυτό;
Η απάντηση δεν είναι απλή, αλλά είναι σαφής. Δεν είναι ουδέτερο. Δεν είναι ακίνδυνο. Κάθε φορά που μετατρέπουμε τον ρατσιστικό λόγο σε meme, τον βοηθάμε να επιβιώσει, να κυκλοφορήσει και να εδραιωθεί. Το χιούμορ μπορεί πράγματι να αποτελέσει εργαλείο αποδόμησης και αντίστασης, αλλά μόνο όταν συνοδεύεται από σαφή πολιτική συνείδηση και κριτική πρόθεση. Διαφορετικά, γίνεται το πιο αποτελεσματικό όπλο εκείνων που θέλουν να παρουσιάσουν τον αποκλεισμό, την ανισότητα και το μίσος ως «κοινή λογική».
Κι αυτό, όσο viral κι αν είναι, δεν είναι αστείο…