ΚΟΥΡΔΙΣΤΑΝ: ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΠΟΥ ΠΛΑΝΙΕΤΑΙ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ
Ο Αλέξης Νταλούμης βρίσκεται εδώ και μήνες στην περιοχή και γράφει για το NEWS 24/7 για τη θέση των Κούρδων σε μια Μέση Ανατολή που βιώνει τις μεγαλύτερες αλλαγές της σύγχρονης ιστορίας της.
Ροζάβα – Άλλη μια προδομένη επανάσταση.
“Πώς αισθάνεσαι που βρίσκεσαι στο πιο ασφαλές μέρος στη Μέση Ανατολή;” μου είπε ο νεαρός άνδρας, προκαλώντας γενικευμένη θυμηδία στο σαλόνι του ανδρικού διαμερίσματος του Rojava Information Center, το βράδυ της 28ης Φλεβάρη. Πράγματι, κατά έναν ειρωνικό κάπως τρόπο, το Κάμισλο της Βορειοανατολικής Συρίας είναι μία από τις ασφαλέστερες πόλεις της περιοχής, από τότε που ξεκίνησε η επίθεση στο Ιράν.
“Για μια φορά μπορούν κι οι κάτοικοι της Συρίας να παρακολουθήσουν έναν πόλεμο από ασφαλή απόσταση”, πρόσθεσε με πικρό χαμόγελο ένας άλλος, αναφερόμενος στα 15 χρόνια συνεχούς ορυμαγδού που αιματοκύλησαν τη Συρία από άκρη σε άκρη. Η βία αυτή μόλις είχε σιγάσει.
Ξεκίνησα στα τέλη Γενάρη να έρθω για ρεπορτάζ σε μια εμπόλεμη ζώνη, αλλά μέχρι να φτάσω, υπεγράφη η συμφωνία εκεχειρίας της 29ης Ιανουαρίου, ανάμεσα στη Συριακή Μεταβατική Κυβέρνηση (STG) και τις -υπό Κουρδική καθοδήγηση- Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF), το στρατιωτικό σκέλος της Δημοκρατικής Αυτόνομης Διοίκησης της Βόρειας και Ανατολικής Συρίας (DAANES). Μια εκεχειρία που σε αντίθεση με τις προηγούμενες, κρατάει ακόμα και δείχνει κάποια σημάδια μονιμοποίησης.
Τα γεγονότα του Ιανουαρίου ήταν καταιγιστικά στη ΒΑ Συρία ή Ροζάβα (Δυτικό) Κουρδιστάν, όπως αποκαλείται από τους Κούρδους και ότι διημείφθη έχει άμεση σχέση κι επιρροή στα τεκταινόμενα στον πόλεμο του Ιράν και την προσπάθεια εμπλοκής του κουρδικού στοιχείου σε αυτόν.
Το Δεκέμβριο του 2024, ο κόσμος είδε με έκπληξη έναν πρώην αρχηγό του Συριακού τμήματος της Αλ Κάιντα να κηρύσσεται μεταβατικός πρόεδρος της Συρίας με τις ευλογίες της Δύσης. Πρόσφατα, ο Ντόναλντ Τραμπ παραδέχτηκε μάλιστα ότι αυτός τον τοποθέτησε εκεί, ωστόσο η πραγματικότητα είναι ότι υπάρχουν ενδείξεις ότι ο Τζολάνι, όπως λεγόταν τότε, και η οργάνωσή του Hayat Tahrir al Sham (HTS), είχε επιλεγεί από καιρό από περιφερειακές δυνάμεις της περιοχής, κυρίως την Τουρκία και ακολούθως το Κατάρ, αλλά και τον Αμερικανο-βρετανικό άξονα για να αναλάβει κάποια στιγμή το ρόλο του ηγέτη της Συρίας.
Αφότου η HTS σχημάτισε τη νέα κυβέρνηση και αυτοδιαλύθηκε μέσα σε αυτήν, ξεκίνησε μία διαδικασία διαπραγμάτευσης για την ενσωμάτωση της DAANES/SDF και των θεσμών τους στο νέο Συριακό κράτος. Η προθεσμία που δώθηκε για την εφαρμογή της, ήταν το τέλος του 2025. Με τον ερχομό του νέου έτους, ελλείψη οριστικής συμφωνίας, ξεκίνησε σύρραξη μεταξύ των δύο πλευρών που ανάγκασε σε διαρκή υποχώρηση τις SDF και συρρίκνωση της περιοχής ελέγχου της DAANES.
Μια σειρά γεγονότων που προηγήθηκαν αυτής της σύρραξης, εγείρει ερωτηματικά και αν μη τί άλλο είναι χρήσιμο συγκείμενο όσων ακολούθησαν μέχρι και σήμερα.
Στις 10 Οκτώβρη του 2025 ανακοινώθηκε η συμφωνία εκεχειρίας στη Γάζα, της οποίας η επίσημη υπογραφή έγινε στις 13 του μήνα στην Αίγυπτο, παρόντων των ηγετών της Αιγύπτου, του Κατάρ, της Τουρκίας και των ΗΠΑ. Στο περιθώριο της συνάντησης ο Ντόναλντ Τραμπ επαίνεσε τον Ταγίπ Ερντογάν για τη συνδρομή του στην επίτευξη συμφωνίας λέγοντας “…Είναι πάντα εκεί όταν τον χρειάζομαι”. Σύμφωνα με ρεπορτάζ του Reuters στις 22 του ίδιου μήνα, η Άγκυρα πίεσε τη Χαμάς να δεχθεί το σχέδιο Τραμπ για την εκεχειρία, προκειμένου η Τουρκία να αποκομίσει οφέλη σχετικά με το πρόγραμμα των F-35 και το μέλλον της Συρίας.
Στις 19 Δεκέμβρη ψηφίστηκε από το Κονγκρέσο των ΗΠΑ η άρση του μεγαλύτερου μέρους των κυρώσεων εναντίον της Συρίας. Την ίδια μέρα, επίσημος λογαριασμός του υπουργείου Εξωτερικών της κυβέρνησης της Δαμασκού, έκανε πανηγυρική ανάρτηση για το γεγονός που περιλάμβανε χάρτη της Συρίας χωρίς τα υψίπεδα του Τζολάν.
Οι πρώτες μέρες του νέου έτους ήταν πλούσιες σε εξελίξεις και παρασκήνιο. Οι πρώτες εχθροπραξίες μεταξύ της STG και των SDF ξεκίνησαν στις κουρδικές γειτονιές του Χαλεπίου, Σεχ-Μασούντ και Ασραφίγια στις 6 Ιανουαρίου. Δύο μέρες πριν, μία κρίσιμη συνάντηση των δύο πλευρών στη Δαμασκό διεκόπη απότομα παρά την πρόοδο που είχαν σημειώσει οι διαπραγματεύσεις. Μία μέρα πριν ξεκίνησε η συνάντηση στο Παρίσι, μεταξύ Συρίας και Ισραήλ υπό την αιγίδα των ΗΠΑ και παρουσία του Τούρκου Υπ.Εξ. Χακάν Φιντάν, ο οποίος είχε ξεχωριστή συνάντηση με τον Υπ.Εξ. της Συρίας Ασάαντ αλ Σαϊμπανί.
Όπως αποκάλυψε ρεπορτάζ του γράφοντος στο Drop Site News, που επιβεβαιώθηκε την επόμενη μέρα από το Reuters, ο Σαϊμπανί ήταν αυτός που διέκοψε τη συνάντηση της 4ης Γενάρη στη Δαμασκό, κατά παραγγελία της Τουρκίας και πως οι συνομιλίες στο Παρίσι ουσιαστικά έδωσαν το πράσινο φως για την επίθεση στην SDF.
Ακολούθησε η απόλυτη εγκατάλειψη των SDF από τις ΗΠΑ, αλλά και από μία σειρά από αραβικές φυλές που είχαν σταθεί στο πλευρό τους για πολλά χρόνια, με κάποιες μάλιστα να στρέφονται ένοπλα εναντίον τους. Μέσα σε αυτό το συγκείμενο οι SDF ουσιαστικά παρέδωσαν αμαχητί όλες τις περιοχές με αραβική πλειοψηφία και υποχώρησαν στους κουρδικούς θύλακες Χάσεκε και Κομπάνι. Εκεί τα πράγματα άλλαξαν και οι επελαύνουσες μέχρι τότε δυνάμεις της STG συνάντησαν ανυπέρβλητη αντίσταση κι άρχισαν να έχουν σοβαρές απώλειες.
Στις 18 Ιανουαρίου, η Αυτόνομη Διοίκηση κήρυξε γενική επιστράτευση που έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από τον κουρδικό πληθυσμό. Την επόμενη μέρα ο Φερχάτ Σαμί, επίσημος εκπρόσωπος των SDF έκανε μία ιστορική ανάρτηση στην πλατφόρμα Χ. Όλες του οι αναρτήσεις μέχρι τότε ήταν πάντα στα αραβικά, στο πλαίσιο μιας πολιτικής με στόχο τη συμπερίληψη, βάση του θεμελιακού προτάγματος της επανάστασης της Ροζάβα περί “αδελφοσύνης των λαών”. Αυτή τη φορά όμως ήταν στα κουρδικά:
“Όλα για το λαό μας, είτε μια ζωή με αξιοπρέπεια είτε ένας έντιμος θάνατος”.
ΜΠΑΣΟΥΡ – Το Ντουμπάι του Κουρδιστάν
Πριν περάσω μέσα στη Ροζάβα, έκατσα μία βδομάδα στο Ερμπίλ ή Χεβλέρ (Hewler) στα κουρδικά, την πρωτεύουσα της περιοχής Κουρδιστάν του Ιράκ (KRI). H KRI είναι γνωστή στους Κούρδους και ως Μπασούρ (Başȗr-Νότος). Είναι ένα από τα τέσσερα μέρη του ιστορικού Κουρδιστάν, του μεγαλύτερου έθνους στον κόσμο —περίπου 45 εκατομμύρια άνθρωποι— χωρίς κράτος. Τα άλλα τρία μέρη είναι το Μπακούρ (Bakur-Βορράς) στη ΝΑ Τουρκία, η Ροζάβα (Rojava-Δύση) στη ΒΑ Συρία και το Ροζελάτ (Rojhelat-Ανατολή) στο ΒΔ Ιράν.
Σε αντίθεση με τα άλλα τρία μέρη, η KRI είναι αρκετά ανεπτυγμένη, το Ερμπίλ δε, αναφέρεται καμιά φορά ως το Ντουμπάι του Κουρδιστάν. Πολλοί από τους ντόπιους ισχυρίζονται ότι αυτό οφείλεται στο ότι μπόρεσαν να διαμορφώσουν τη δική τους μοίρα, καθώς η KRI έχει καθεστώς ημι-αυτονομίας από το κεντρικό κράτος του Ιράκ από το 1992, ως άμεσο αποτέλεσμα του Πολέμου του Κόλπου και της ζώνης απαγόρευσης πτήσεων υπό την ηγεσία των ΗΠΑ που προστάτευσε την περιοχή από τον Σαντάμ Χουσεΐν.
Στο κατάκεντρο της Ερμπίλ βρίσκεται η Ακρόπολη, ένα μοναδικό μνημείο με ιστορία 8.000 χρόνων και ολόγυρά της σε ομόκεντρους κύκλους απλώνεται μία σύγχρονη πόλη με ολοένα και περισσότερους ουρανοξύστες. Το Ντουμπάι του Κουρδιστάν, όπως αρέσκονται να λένε κάποιοι από τους κατοίκους του. Βασικός στόχος της παραμονής μου στην πόλη ήταν να διερευνήσω την άνοδο του κουρδικού εθνικισμού, μαζί με την αντίστοιχη ραγδαία υποχώρηση της δημοφηλίας του προτάγματος περί “αδελφοσύνης των λαών”.
Πράγματι συνάντησα διάχυτα αντιαραβικά συναισθήματα, από καχυποψία μέχρι αποστροφή, ενώ την ίδια στιγμή αυτό που ήταν στα χείλη όλων ήταν η αναγκαιότητα για ενότητα των Κούρδων. “Πριν ήμασταν διαχωρισμένοι, ανάλογα με την κομματική ταυτότητα, ή με τον Οτσαλάν, ή με τον Μπαρζανί, τώρα έχουμε γίνει ένα”, μου είπε με ενθουσιασμό ένας νεαρός μεταλλεργάτης, μετανάστης από τη Ροζάβα.
Πράγματι, υπάρχει μια μακρά και πικρή ιστορία αντιπαλότητας μεταξύ των κουρδικών κομμάτων που έχει κλιμακωθεί ακόμη και σε πολεμική σύγκρουση. Οι τρεις κύριες παρατάξεις που ανταγωνίζονται για εξουσία και επιρροή είναι το Δημοκρατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (KDP) και η Πατριωτική Ένωση του Κουρδιστάν (PUK) με έδρα το Ιράκ, καθώς και το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (PKK), το οποίο ιδρύθηκε και έδρασε στην Τουρκία, αλλά διατηρεί εδώ και καιρό το αρχηγείο και τις κύριες στρατιωτικές του βάσεις στο όρος Καντίλ, στο βορειοανατολικό άκρο του Ιράκ, ακριβώς πάνω στα σύνορα με το Ιράν.
Το KDP και η PUK βρίσκονται σε διαμάχη εδώ και δεκαετίες, αν και περιστασιακά ενώνονται στην κοινή, διαρκή προσπάθειά τους για ανεξαρτητοποίηση από τη Βαγδάτη. Το 1992 σχημάτισαν από κοινού την Περιφερειακή Κυβέρνηση του Κουρδιστάν (KRG), αλλά το 1994 διολίσθησαν σε έναν εμφύλιο πόλεμο που διήρκεσε τρεισήμισι χρόνια, οδηγώντας σε μια εκεχειρία που χώρισε την KRI σε δύο αντίστοιχες περιοχές ελέγχου. Το KDP, που κατέχει την προεδρία της Κουρδικής Περιφερειακής Κυβέρνησης (KRG) από το 2005, έχει συντηρητικό, εθνικιστικό προσανατολισμό και ελέγχεται από τη φατρία των Barzani από την ίδρυσή του το 1946.
Η PUK, που εμφανίστηκε το 1975 ως μια πιο αριστερή εναλλακτική λύση στο KDP, ελέγχεται από τη φατρία των Talabani. Από την άλλη πλευρά, το PKK ιδρύθηκε από τον Αμπντουλάχ Οτσαλάν το 1978 πάνω σε μαρξιστικές-λενινιστικές αρχές και βρίσκεται σε πόλεμο με το τουρκικό κράτος από το 1984. Έχει χαρακτηριστεί ως τρομοκρατική οργάνωση και πρόσφατα αυτοδιαλύθηκε επίσημα, στο πλαίσιο ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων που ξεκίνησαν πριν από περίπου έναν χρόνο. Διατηρεί μια μακροχρόνια αντιπαλότητα με το KDP και στον εμφύλιο πόλεμο του 1994 στο Ιράκ πολέμησε στο πλευρό της PUK, ενώ το KDP υποστηρίχθηκε από την Τουρκία.
ΜΠΑΚΟΥΡ – Η γενέτειρα του PKK
Η Τουρκία είναι το κράτος που κατέχει το μεγαλύτερο κομμάτι του Κουρδιστάν, γεωγραφικά και πληθυσμιακά. Οποιαδήποτε κίνηση προς την κατεύθυνση μιας ανεξάρτητης ή και αυτόνομης κουρδικής οντότητας αντιμετωπίζεται ως υπαρξιακός κίνδυνος. Το Βόρειο Κουρδιστάν είναι η γενέτειρα του PKK και ο χώρος της ύψιστης πολιτικής του ηγεμονίας. Ως εκ τούτου έχει αποτελέσει το νο1 εσωτερικό εχθρό του κράτους για δεκαετίες. Υπάρχει όμως πλέον μια πιθανότητα για ειρήνη.
Στις 22 Οκτωβρίου 2024, ο Ντεβλέτ Μπαχτσελί, ηγέτης του ακροδεξιού Κόμματος Εθνικιστικής Δράσης (MHP), μικρότερου εταίρου στον κυβερνητικό συνασπισμό με το AKP του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, προχώρησε σε μια δήλωση στην τουρκική Εθνοσυνέλευση που αιφνιδίασε πολλούς. Κάλεσε τον φυλακισμένο Κούρδο ηγέτη Αμπντουλάχ Οτσαλάν να μιλήσει στο κοινοβούλιο και να καλέσει τον αφοπλισμό και τη διάλυση του PKK. Υπαινίχθηκε επίσης ότι μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και στην αποφυλάκισή του, έπειτα από 25 χρόνια σχεδόν πλήρους απομόνωσης.
Η εξέλιξη αυτή πιθανότατα δεν ήταν αιφνίδια. Για τουλάχιστον δύο χρόνια πριν, το PKK και οργανώσεις που συνδέονται με αυτό προωθούσαν διεθνώς την καμπάνια «Ελευθερία στον Οτσαλάν, πολιτική λύση στο κουρδικό ζήτημα». Οι συζητήσεις για μια πιθανή νέα ειρηνευτική διαδικασία είχαν ήδη επανεμφανιστεί στον δημόσιο διάλογο από την 1η Οκτωβρίου, όταν ο Μπαχτσελί αντάλλαξε χειραψίες με βουλευτές του φιλοκουρδικού κόμματος DEM μέσα στο κοινοβούλιο -μια κίνηση που πολλοί θεώρησαν ένδειξη παρασκηνιακών διαπραγματεύσεων.
Στις 28 Δεκεμβρίου, αντιπροσωπεία του DEM έλαβε για πρώτη φορά μετά από εννέα χρόνια άδεια να επισκεφθεί τον Οτσαλάν στη φυλακή του Ιμραλί. Την επόμενη ημέρα αναφέρθηκε ότι ο Οτσαλάν δήλωσε πως είναι έτοιμος «να κάνει το αναγκαίο θετικό βήμα και να απευθύνει το σχετικό κάλεσμα», ενώ σχεδόν ταυτόχρονα η τουρκική κυβέρνηση ανακοίνωσε ένα επενδυτικό σχέδιο ύψους 14 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την οικονομική ανάπτυξη της νοτιοανατολικής Τουρκίας, δηλαδή των κυρίως κουρδικών περιοχών.
Στις 27 Φεβρουαρίου 2025, ο Αμπντουλάχ Οτσαλάν προχώρησε σε μια ιστορική δήλωση καλώντας το PKK να καταθέσει τα όπλα και να διαλυθεί. Λίγες ημέρες αργότερα, στις 2 Μαρτίου, το PKK ανακοίνωσε κατάπαυση του πυρός με την Τουρκία. Η έκκληση του Οτσαλάν προκάλεσε αντιδράσεις τόσο στο διεθνές δίκτυο υποστηρικτών του κουρδικού κινήματος όσο και στην τουρκική πολιτική σκηνή. Ωστόσο, η προοπτική μιας νέας ειρηνευτικής διαδικασίας δεν είναι πρωτοφανής. Το PKK έχει επανειλημμένα εκφράσει την πρόθεση να επιδιώξει μια πολιτική λύση και τέτοιες διαδικασίες έχουν ξεκινήσει επανειλημμένως στο παρελθόν, χωρίς ωστόσο να ευοδωθούν.
Οι τελευταίες ειρηνευτικές συνομιλίες κατέρρευσαν το 2015, σε μια περίοδο που άλλαξε ριζικά το πολιτικό τοπίο της Τουρκίας. Την ίδια χρονιά, το φιλοκουρδικό HDP —πρόγονος του σημερινού DEM— κατάφερε για πρώτη φορά να ξεπεράσει το εκλογικό όριο του 10% και να εισέλθει στο κοινοβούλιο με ποσοστό 13,1%, στερώντας από το AKP την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Ο ηγέτης του, Σελαχατίν Ντεμιρτάς, συνελήφθη το 2016 με κατηγορίες περί τρομοκρατίας και παραμένει φυλακισμένος μέχρι σήμερα. Παρ’ όλα αυτά, από τότε η παρουσία ενός φιλοκουρδικού κόμματος στο κοινοβούλιο μονιμοποιήθηκε, αλλάζοντας δραστικά τις ισορροπίες της τουρκικής πολιτικής.
Πολλοί αναλυτές επισημαίνουν ότι ο Ερντογάν χρειάζεται τις ψήφους των βουλευτών του DEM προκειμένου να μπορέσει να περάσει την αναθεώρηση του συντάγματος που θα του επιτρέψει να ξανακατέβει στις προεδρικές εκλογές. Ωστόσο, ακόμα περισσότερο ίσως χρειάζεται τους ίδιους τους Κούρδους ψηφοφόρους για να έχει ελπίδα να κερδίσει. Την ίδια στιγμή, βασικό αίτημα του κουρδικού κινήματος είναι η συνταγματική αναγνώριση των δικαιωμάτων τους.
Η βουλευτής του DEM Όζγκιούλ Σακί, απαντώντας σε ερωτήσεις μου τον περασμένο Δεκέμβριο, απέρριψε αυτήν την προσέγγιση. Όπως σημείωσε: «Τα αιτήματα του κουρδικού λαού δεν είναι αποτέλεσμα συγκυριακής διαπραγμάτευσης ούτε μπορούν να περιοριστούν σε μια ανταλλαγή ψήφων με συνταγματικές αλλαγές. Πρόκειται για αιτήματα που πηγάζουν από μια ιστορική ανισότητα που διαρκεί περισσότερο από έναν αιώνα. Αν η ειρηνευτική διαδικασία περιοριστεί σε υπολογισμούς εξουσίας ή σε εκλογικούς σχεδιασμούς, δεν θα μπορέσει να παράγει ούτε πραγματική ειρήνη ούτε δημοκρατικό μέλλον. Μια βιώσιμη λύση προϋποθέτει μια διαφανή και ουσιαστική διαδικασία δημοκρατικού μετασχηματισμού που να αφορά ολόκληρη την κοινωνία».
Σε κάθε περίπτωση, το PKK λειτουργεί μεμονωμένα ως μέρος ενός ευρύτερου πολιτικού πλέγματος του κουρδικού κινήματος. Στο κέντρο αυτής της δομής βρίσκεται η Ένωση Κοινοτήτων του Κουρδιστάν (KCK), ένα δίκτυο που συντονίζει οργανώσεις σε διαφορετικές χώρες της περιοχής που έχουν αναφορά στην ιδεολογία του Οτσαλάν, συμπεριλαμβανομένου και του PJAK στο Ιράν, το οποίο ωστόσο δήλωσε ευθαρσώς ότι η συμφωνία αφοπλισμού δεν το αφορά
ΡΟΖΕΛΑΤ – Ευκαιρία ή παγίδα;
Το ιρανικό κομμάτι του Κουρδιστάν έχει μια σειρά από ιδιαιτερότητες που το ξεχωρίζουν από τα άλλα τρία. Σε αντίθεση με τις κουρδικές περιοχές της Τουρκίας, του Ιράκ και της Συρίας, οι οποίες αποτελούσαν κάποτε μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το ιρανικό Κουρδιστάν παραμένει υπό συνεχή ιρανική κυριαρχία για τουλάχιστον τέσσερις αιώνες. Η Αυτοκρατορία των Σαφαβιδών διέλυσε τα κουρδικά πριγκιπάτα πολύ νωρίτερα από ό,τι οι Οθωμανοί, επιβάλλοντας τη συγκεντρωτική εξουσία και τη σιιτική θρησκευτική κυριαρχία.
Επιπλέον, οι περισσότεροι Ιρανοί Κούρδοι είναι Σουνίτες σε ένα εμφατικά σιιτικό Ιράν, γεγονός που τους καθιστά διπλή μειονότητα, κάτι που δεν ισχύει στις άλλες περιπτώσεις. Μια άλλη σημαντική διαφορά είναι ότι στο Ιράν, οι Κούρδοι αν και αποτελούν περίπου το 10-15% του πληθυσμού, είναι η τρίτη μεγαλύτερη εθνοτική ομάδα μετά τους Πέρσες και τους Αζέρους. Αυτό διαφέρει από τις άλλες τρεις χώρες, όπου οι Κούρδοι είναι η μεγαλύτερη εθνοτική μειονότητα. Επίσης, οι Ιρανοί Κούρδοι, χαρακτηρίζονται από μεγαλύτερη θρησκευτική, γλωσσική, κοινωνική και εν τέλει και πολιτική ποικιλομορφία.
Μολονότι παραμένει ο κοινός παρονομαστής του διαρκούς αγώνα για αυτοπροσδιορισμό και η εναντίωση στην κεντρική εξουσία της Τεχεράνης, αυτά εκφράζονται με ένα πιο πλούσιο φάσμα κομμάτων. Έξι από αυτά προέβησαν σε μια ιστορική κίνηση πρόσφατα ανακοινώνοντας το σχηματισμό συμμαχίας. Η συμβολική και πολιτική σημασία αυτής της κίνησης είναι μεγάλη, ωστόσο τα στρατιωτικά μεγέθη διαφέρουν.
Το KDPI, το παλαιότερο και ιστορικότερο κουρδικό κόμμα του Ιράν με παρακαταθήκη τη Δημοκρατία του Μαχαμπάντ (1946), διατηρεί σήμερα κυρίως συμβολική ισχύ. Παρά το ένδοξο παρελθόν, η στρατιωτική του επιρροή φθίνει: διαθέτει περίπου 2.000 μαχητές, οι οποίοι όμως παραμένουν επιχειρησιακά αδρανείς μετά τις δολοφονίες ηγετών του (Κασσεμλού, Σαραφκαντί) από την Τεχεράνη.
Η συμφωνία Ιράκ-Ιράν (2023) διέλυσε τις βάσεις του στα σύνορα, μετατρέποντας το αρχηγείο του στην Κόγια σε πολιτικό καταυλισμό. Έτσι παραμένει περισσότερο ένας «ιστορικός θεσμός» παρά ένας ενεργός στρατιωτικός παράγοντας. Περιορισμένο στους Σουνίτες Σορανί, το KDPI αδυνατεί να διεισδύσει στις σιιτικές κουρδικές περιοχές, παραχωρώντας έδαφος στον δυναμισμό του PJAK που το ιδεολογικό του πλαίσιο τού επιτρέπει να υπερβαίνει τις γλωσσικές και θρησκευτικές διαιρέσεις.
Αν και το νεότερο, το PJAK πλεονεκτεί λόγω της οργανικής του σχέσης με το PKK, αξιοποιώντας την εμπειρία και τα δίκτυά του. Είναι μακράν το πιο μάχιμο και στρατιωτικά υπολογίσιμο. Παρά την επίσημη εκεχειρία με την Τεχεράνη από το 2011, ευθύνεται για το 70% των επιθέσεων κατά του καθεστώτος την τελευταία δεκαετία. Θεωρείται ότι έχει περίπου 3.000 ετοιμοπόλεμους μαχητές σε στρατηγικά σημεία όπως το Καντίλ και το Άσος, ωστόσο έγκυρες πηγές μέσα από το κουρδικό κίνημα επιμένουν ότι αυτός ο αριθμός είναι πλέον κατά πολύ μεγαλύτερος.
Από τα υπόλοιπα κόμματα, το πιο σημαντικό ήταν ιστορικά το Komala, το οποίο ωστόσο υπέστη πολλαπλές διασπάσεις με αποτέλεσμα να διαιρεθεί σε τέσσερα κομμάτια και να χάσει την υπολογίσιμη επιρροή που είχε.
Όντας απαγορευμένα στο Ροζελάτ, τα ιρανοκουρδικά κόμματα έχουν τις βάσεις τους στο ιρακινό Κουρδιστάν και έχουν δεχτεί αρκετά πλήγματα με νεκρούς και τραυματίες τις τελευταίες μέρες από το Ιράν αλλά και τις σύμμαχες αυτού Σηιτικές πολιτοφυλακές εντός του Ιράκ. Αυτό ήρθε εν μέρη σαν αποτέλεσμα της πολυδιαφημισμένης προσέγγισης που επιχείρησε η κυβέρνηση Τραμπ προκειμένου να χρησιμοποιήσει τους Κούρδους ως τις περίφημες “μπότες στο έδαφος” που θα χρειαζόταν για να ολοκληρώσει την επίθεση στο Ιράν. Μέχρι στιγμής φαίνεται να έχει εισπράξει αρνητικές απαντήσεις.
Μεταξύ των διαφόρων κουρδικών παρατάξεων του Ιράν, αλλά και του Ιράκ, υπάρχει διάχυτη η αίσθηση μιας ιστορικής ευκαιρίας για διεκδίκηση αυτονομίας ή και ανεξαρτησίας.
Ταυτόχρονα όμως υπάρχει και συναίσθηση του μεγάλου ρίσκου και της αφερεγγυότητας των υποψήφιων συμμάχων. Η σκιά των πρόσφατων εξελίξεων στη Ροζάβα πέφτει βαριά πάνω στις εξελισσόμενες συζητήσεις.
Ωστόσο, πολλά ακούστηκαν και γράφτηκαν για αυτή την επικείμενη επίθεση, πολύ συχνά εντελώς ανακριβή, με αποκορύφωμα το ντόμινο των fake news μεταξύ 4ης και 5ης Μαρτίου που ανακοίνωναν πως έχει ήδη ξεκινήσει στρατιωτική επιχείρηση εναντίον του ιρανικού καθεστώτος από κουρδικές δυνάμεις. Την αμέσως επόμενη μέρα η Σανάζ Ιμπραήμ Αχμέτ, Πρώτη Κυρία του Ιράκ και ιστορικό στέλεχος του PUK, εξέδωσε μια ανακοίνωση που αποτέλεσε σημείο καμπής, απορρίπτοντας την -για πολλοστή φορά- εργαλειοποίηση του κουρδικού λαού.
Αυτή ακριβώς την ανακοίνωση διάβασε -περιέργως- για πρώτη φορά τα ξημερώματα της 11ης Μαρτίου ο υπαρχηγός της τοπικής αστυνομίας στη Σουλειμανίγια, το προπύργιο του PUK, λίγα χιλιόμετρα από τα σύνορα με το Ιράν. Σίγουρα δε περίμενε αυτή η περιπετειώδης προσαγωγή ενός ξένου δημοσιογράφου -κατόπιν υποψίας για κατασκοπία- να καταλήξει σε αυτοσχέδια συνέντευξη.
Διάβασε δυνατά την επικεφαλίδα: “Αφήστε τους Κούρδους ήσυχους, δεν είμαστε μισθοφόροι”.
Γύρισε τότε το κεφάλι και μου είπε εμφατικά, αλλά και με ελαφρά συγκίνηση “Έτσι ακριβώς!”.