ΟΤΑΝ ΤΟ ΣΩΜΑ ΔΕΝ ΧΩΡΑ ΣΤΟΝ ΝΟΜΟ: ΓΙΑΤΙ ΤΑ ΑΜΕΑ ΑΠΟΚΛΕΙΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΧΟΛΕΣ ΧΟΡΟΥ

“Ένα προεδρικό διάταγμα που εκδόθηκε 43 χρόνια πριν, καθορίζει ποια σώματα θεωρούνται ‘κατάλληλα’ για την τέχνη του χορού, ορίζοντας ως κυρίαρχο προσόν της καλλιτεχνικής επάρκειας την αρτιμέλεια”.

«Έχω σκεφτεί πολλές φορές ότι ένα σώμα με αναπηρία είναι ένα μικρό γλυπτό, είναι ένα μικρό έργο τέχνης. Και τα αρχαία αγάλματα που βλέπουμε στα μουσεία είναι ακρωτηριασμένα.

Αυτό όμως δεν αφαιρεί την ομορφιά τους […] Το κάλλος θα το δεις μέσα από αυτό. Το ίδιο μπορεί να υπάρξει και σε ένα σώμα με αναπηρία. Ένα δουλεμένο σώμα, ένα σώμα που σέβεται τον εαυτό του, μπορεί να κάνει πραγματικά πολύ εκπληκτικά πράγματα.».

Η Ειρήνη Κουρούβανη χορεύει από τις αρχές της δεκαετίας του ’90. Η σχέση της με την κίνηση ξεκίνησε από νωρίς. Μεγαλωμένη στην επαρχία, σε ένα μη προσβάσιμο περιβάλλον, το ίδιο της το σώμα εκπαιδεύτηκε μέσα από την καθημερινότητα στην επιμονή και την προσαρμογή. Όπως η ίδια περιγράφει, η μετακίνηση και η επιβίωση ήταν ήδη μια μορφή σκληρής άσκησης, πριν ακόμη μπει συνειδητά στον αθλητισμό.

Παράλληλα με την εργασία της στον δημόσιο τομέα, ακολούθησε μια πολυδιάστατη διαδρομή σε αθλήματα όπως ο στίβος, η άρση βαρών, η ιστιοπλοΐα και η ξιφασκία. Έχει συμμετάσχει σε επτά παγκόσμια πρωταθλήματα σε τέσσερα διαφορετικά αθλήματα, και παράλληλα ακολουθεί μια σταθερή πορεία 30 χρόνων στον χορό, με συμμετοχές σε κορυφαίους θεσμούς όπως το Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, το Φεστιβάλ Καλαμάτας και χώρους όπως το Μέγαρο Μουσικής . Η ίδια, συνεχίζει μέχρι και σήμερα να εργάζεται ως χορεύτρια, χορογράφος και δασκάλα σύγχρονου χορού.

Κι όμως, θεσμικά δεν αναγνωρίζεται ως επαγγελματίας.

ΤΟ ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΤΟΥ 1983

Στην Ελλάδα, όπως ορίζεται στο Προεδρικό Διάταγμα 372/1983 (Άρθρο 8), για τις επαγγελματικές σχολές χορού, οι υποψήφιοι υποβάλλονται σε υγειονομική εξέταση ώστε να κριθεί αν πληρούν τις απαραίτητες προϋποθέσεις εισαγωγής. Ποιες είναι αυτές;

«Υγεία, αρτιμέλεια, και κατάλληλη σωματική διάπλαση».

Ένα προεδρικό διάταγμα που εκδόθηκε 43 χρόνια πριν, δηλαδή, καθορίζει ποια σώματα θεωρούνται «κατάλληλα» για την τέχνη του χορού, ορίζοντας ως κυρίαρχο προσόν της καλλιτεχνικής επάρκειας την αρτιμέλεια. Στην πράξη, αυτό αποκλείει άτομα με αναπηρία από την εκπαίδευση και κατ’ επέκταση, από την επίσημη επαγγελματική αναγνώριση. Το πρόβλημα, όμως, δεν σταματά εκεί. Αφορά και ένα ολόκληρο πλαίσιο εκπαίδευσης στην χώρα μας.

Η επαγγελματίας χορεύτρια και δασκάλα σύγχρονου χορού Άννα Βεκιάρη, η οποία συνεργάζεται με την Ειρήνη, περιγράφει ένα σύστημα βαθιά προβληματικό. Όπως εξηγεί, εκπαιδεύτηκε σε ένα περιβάλλον που βασιζόταν σε αυστηρά πρότυπα «ικανού» και
«σωστού» σώματος. Ένα πλαίσιο που δεν είναι απλώς μη προσβάσιμο για ανάπηρα σώματα, αλλά συχνά αποκλείει και πολλά μη ανάπηρα.

Η στροφή της προς μια πιο συμπεριληπτική προσέγγιση ήρθε ως αντίδραση σε αυτή τη λογική, και είχε ως στόχο να βρει
ένα περιβάλλον «ανοιχτό για όλα τα σώματα». Για τον λόγο αυτό στράφηκε εκτός Ελλάδας, αναζητώντας εκπαίδευση σε πρακτικές σύγχρονου χορού που απευθύνονται σε ομάδες ανάπηρων και μη ανάπηρων ατόμων.

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, άρχισε να εργάζεται σε διάφορους συλλόγους, όμως γρήγορα διαπίστωσε ότι οι δομές που απευθύνονται αποκλειστικά σε ανάπηρα άτομα συχνά αναπαράγουν τον ίδιο τον αποκλεισμό που υποτίθεται ότι αντιμετωπίζουν.

«Μια δομή, η οποία αφορά αποκλειστικά ανάπηρα άτομα δεν είναι ενταγμένη μέσα στην κοινωνία. Δεν είναι ένας χώρος, ο οποίος μας αφορά όλους.», σημειώνει.

Ταυτόχρονα, έχει υπάρξει μάρτυρας επανειλημμένων περιστατικών αποκλεισμού: ανάπηροι καλλιτέχνες που δεν έγιναν δεκτοί σε κρατικά προγράμματα λόγω του ισχύοντος νομικού πλαισίου, αλλά και άτομα που δεν μπορούν καν να ξεκινήσουν να εκπαιδεύονται στον χορό, εξαιτίας της πλήρους απουσίας εκπαίδευσης και κατάρτισης του διδακτικού προσωπικού.

Από το 2012 μέχρι σήμερα εργάζεται και εκπαιδεύεται σταθερά σε αυτό το πεδίο, δημιουργώντας ομάδες και συνεργασίες που επιχειρούν να καλύψουν το κενό της συστηματικής συμπεριληπτικής εκπαίδευσης στον χορό και το θέατρο. Από το 2015
συμμετέχει, μαζί με άλλους ανάπηρους και μη ανάπηρους καλλιτέχνες στην ομάδα σύγχρονου χορού «Exis», ενώ το 2019 συμμετείχε στην δημιουργία του εργαστήριου συστηματικής εκπαίδευσης για ανάπηρα και μη ανάπηρα άτομα για το χορό και το Θέατρο «Ίσον», όπου όλα σώματα μπορούν να εκπαιδεύονται μαζί.

Παρά τις προσπάθειες αυτές, γίνεται σαφές ότι το ζήτημα δεν μπορεί να λυθεί μόνο σε επίπεδο πρωτοβουλιών, αλλά απαιτεί και κρατικές παρεμβάσεις. Μαζί με την Ειρήνη και πολλούς άλλους επαγγελματίες του πολιτισμού, συμμετέχουν στο πανελλαδικό δίκτυο
καλλιτεχνών με και χωρίς αναπηρία «Άρση – Δίκτυο για τον Χορό και την Αναπηρία».

Το δίκτυο διεκδικεί τη θεσμική αναγνώριση της ισότιμης πρόσβασης στον χορό, σύμφωνα με τις συμβάσεις που έχει ήδη υπογράψει η χώρα.

ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΘΕΜΕΛΙΩΔΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ

Σύμφωνα με τη Διεθνή Σύμβαση για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία, η οποία κυρώθηκε από τη Βουλή των Ελλήνων με τον νόμο 4074/2012, ο αποκλεισμός των ανάπηρων ατόμων από τις σχολές χορού συνιστά παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Σε δημόσια διαβούλευση για το νέο πλαίσιο για την ίδρυση της Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών (Α.Σ.Π.Τ.), που πραγματοποιήθηκε πριν από λίγες ημέρες, οι επαγγελματίες του πολιτισμού και μέλη του Δικτύου Άρση και του ευρωπαϊκού δικτύου ADICLUS κατέθεσαν κοινή διακήρυξη, ζητώντας τα αυτονόητα: Να ευθυγραμμιστεί η Ελλάδα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, όπου η προσβάσιμη καλλιτεχνική εκπαίδευση αντιμετωπίζεται ως θεμελιώδες δικαίωμα και όχι ως εξαίρεση.

Στο επίκεντρο των διεκδικήσεων τους βρίσκεται η κατάργηση της «αρτιμέλειας» ως προϋπόθεσης εισαγωγής.

Παράλληλα, η διακήρυξη θέτει ένα ευρύτερο πλαίσιο αλλαγών: από την πλήρη προσβασιμότητα των εγκαταστάσεων, όπως σκηνές, παρασκήνια και χώροι εκπαίδευσης, μέχρι τη διαμόρφωση ενός προγράμματος σπουδών που να ενσωματώνει πρακτικές συμπερίληψης, όπως διερμηνεία, ακουστική περιγραφή και προσαρμοσμένες μεθόδους διδασκαλίας.

Κεντρικό αίτημα αποτελεί επίσης η επιμόρφωση των καθηγητών, ώστε να μπορούν να διδάσκουν σε μικτά τμήματα, καθώς και η δημιουργία θεσμικών μηχανισμών εποπτείας που θα διασφαλίζουν την ισότιμη συμμετοχή.

Όπως επισημαίνει η Άννα, ακόμη και αν το ισχύον νομικό πλαίσιο αλλάξει, τα εμπόδια δεν σταματούν εκεί. Οι περισσότερες επαγγελματικές, αλλά και πολλές ερασιτεχνικές, σχολές χορού δεν είναι προσβάσιμες στο ίδιο τους το περιβάλλον.

«Δεν υπάρχουν ράμπες, δεν υπάρχουν προσβάσιμες τουαλέτες, οι δομές δεν είναι διαμορφωμένες ώστε να υποδεχτούν ανάπηρα άτομα», σημειώνει, προσθέτοντας ότι και το ίδιο το εκπαιδευτικό περιεχόμενο να αλλάξει παραμένει μη προσβάσιμο.

ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΥ

Παρ’ όλα αυτά, η αλλαγή στο νομικό πλαίσιο παραμένει το πρώτο απαραίτητο βήμα, καθώς το ισχύον σύστημα δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να διαιωνίζει μια κουλτούρα αποκλεισμού και μάλιστα με θεσμική νομιμοποίηση. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα σαφές στον χορό, όπου το σώμα αποτελεί το βασικό μέσο έκφρασης.

Όπως εξηγεί η ίδια, ο χορός, περισσότερο από άλλες τέχνες, αναπαράγει βαθιά ριζωμένες ιδέες για το «ικανό» και το «κατάλληλο» σώμα. Σε συνδυασμό με τον ευρύτερο κοινωνικό αποκλεισμό που βιώνουν τα ανάπηρα άτομα, αυτές οι αντιλήψεις καθιστούν τη συμπερίληψη ακόμη πιο δύσκολη στην πράξη. Για τον λόγο αυτό, η παρουσία σωμάτων με αναπηρία στη σκηνή δεν αφορά απλώς τη συμπερίληψη.

Επαναπροσδιορίζει την ίδια την αισθητική του χορού, ανοίγοντας νέες δυνατότητες κίνησης, νέες μορφές έκφρασης και νέες χορογραφικές προσεγγίσεις.

Όπως περιγράφει η Ειρήνη, ένα σώμα με αναπηρία δεν είναι «λιγότερο». Είναι διαφορετικό. Και αυτή η διαφορά δεν αφαιρεί από την τέχνη· αντίθετα, την εμπλουτίζει. Ο αποκλεισμός τέτοιων σωμάτων δεν είναι απλώς άδικος, είναι περιοριστικός για την ίδια την τέχνη του χορού.

Σχετικό Άρθρο

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα