ΤΕΜΠΗ: ΤΙ ΙΣΧΥΕΙ ΚΑΙ ΤΙ ΔΕΝ ΙΣΧΥΕΙ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΚΤΑΦΕΣ;
Τρία χρόνια μετά οι εκταφές εκκρεμούν και μάλιστα έχει ανοίξει ένας νέος κύκλος αντεγκλήσεων μεταξύ κυβέρνησης και συγγενών. Το NEWS 24/7 επιχειρεί να απαντήσει σε ορισμένα κομβικά ερωτήματα.
Η Εριέττα Μόλχο παραμένει μέχρι σήμερα τυπικά αγνοούμενη, μετά το σιδηροδρομικό δυστύχημα. Στην ιατροδικαστική έκθεση της αναφέρεται ως αιτία θανάτου η πλήρη διάλυση των οργάνων του σώματός της.
Η ωμή πραγματικότητα είναι ότι η εκτεταμένη πυρκαγιά στο Βαγόνι Β2, η οποία διήρκεσε για μεγάλο χρονικό διάστημα, είχε ως αποτέλεσμα να μην καταστεί δυνατή η ανεύρεση βιολογικού υλικού της Εριέττας, ενώ σε συνολικά 27 περιπτώσεις οδήγησε στην απανθράκωση των θυμάτων.
Το πόρισμα του ΕΟΔΑΣΑΑΜ και οι συγγενείς ισχυρίζονται ότι στη φωτιά συμμετείχαν εύφλεκτα καύσιμα. Ο ανακριτής και ο εισαγγελέας της Λάρισας αποφάσισαν ότι για την πυρόσφαιρα και την φωτιά ευθύνονται τα έλαια σιλικόνης, κλείνοντας την ανάκριση και οδηγώντας την υπόθεση σε δίκη.
Ωστόσο, συγγενείς των θυμάτων ζήτησαν να διερευνηθούν ποινικά αδικήματα σε βαθμό κακουργήματος που σχετίζονται με την πυρκαγιά και τον θάνατο επιβατών μετά τη σύγκρουση.
Το αίτημα τους δεν έγινε αποδεκτό, ωστόσο η απεργία πείνας του Πάνου Ρούτσι το περασμένο φθινόπωρο που διήρκησε 23 ημέρες, οδήγησε στην αποδοχή του αιτήματος των συγγενών για περαιτέρω εξετάσεις και τη διενέργεια εκταφών.
ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΕΓΙΝΑΝ ΕΞΑΡΧΗΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ;
Το σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών αντιμετωπίστηκε ιατροδικαστικά ως τροχαίο και όχι ως μαζική καταστροφή. Πρακτικά αυτό σημαίνει, ότι δεν εφαρμόστηκε το 4ο Σχέδιο Διαχείρισης Ανθρώπινων Απωλειών, δηλαδή η εγκύκλιος του Υπουργείου Πολιτικής Προστασίας. Έτσι σε τοξικολογικές υποβλήθηκαν μόνο οι μηχανοδηγοί, ενώ η πρώτη αρμόδια αρχή που ανέλαβε την έρευνα ήταν η Τροχαία.
Μάλιστα, τα δείγματα αίματος και ιστών που είχαν ληφθεί από τους νεκρούς επιβάτες, καταστράφηκαν περίπου 40 ημέρες μετά το δυστύχημα, στις 10 Απριλίου 2023, με εντολή των αρμοδίων αρχών.
ΤΙ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΠΑΡΗΓΓΕΙΛΕ Η ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑ ΚΑΙ ΑΝΤΙΔΡΟΥΝ ΟΙ ΣΥΓΓΕΝΕΙΣ;
Η προϊσταμένη της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Λάρισας, Αικατερίνη Παπαϊωάννου μετά την απεργία του Πάνου Ρούτσι, ανέσυρε από το αρχείο, με την παραγγελία 1133/2025, την δικογραφία Ε2024/153, για να πραγματοποιηθούν αναλύσεις. Σε αυτήν αναφέρει:
«Να επιστήσετε ρητά την προσοχή σας στους διορισθέντες ιατροδικαστές και χημικούς ότι οι κύριες εξετάσεις που επιβάλλεται να γίνουν, είναι ταυτόσημες με αυτές που έλαβαν χώρα στους θανόντες μηχανοδηγούς των δυο εμπλακεισών αμαξοστοιχιών.
[…] με ρητή ωστόσο επιφύλαξη και τον περιορισμό ότι θα υλοποιηθούν αποκλειστικά και μόνο εκείνες οι εξετάσεις για τις οποίες υφίσταται αποδεδειγμένα η επιστημονική δυνατότητα διεκπεραίωσης τους από τα διαθέσιμα εργαστήρια της ημεδαπής».
Ουσιαστικά η παραγγελία της Εισαγγελίας αφορά τοξικολογικές εξετάσεις για να διαπιστωθεί εάν οι νεκροί επιβάτες είχαν αλκοόλ στο αίμα τους.
ΤΙ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΖΗΤΟΥΝ ΟΙ ΣΥΓΓΕΝΕΙΣ ΚΑΙ ΠΟΥ ΛΕΝΕ ΟΤΙ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΓΙΝΟΥΝ;
Οι συγγενείς δεν ζητούν απλά εξετάσεις ταυτοποίησης DNA, αλλά εξειδικευμένες τοξικολογικές αναλύσεις που θα διερευνούν το εάν υπήρχε εύφλεκτο φορτίο.
Για την εξέταση αυτή, οι τεχνικοί σύμβουλοι των συγγενών προκρίνουν την μέθοδο αέριας χρωματογραφίας – φασματομετρίας μαζών (GC-MS).
Σύμφωνα με εξώδικο των συγγενών προς την Εισαγγελία, που είδε το NEWS 24/7, ένας συγγενής παρουσιάζει τα εξής εργαστήρια:
Το έγγραφο χαρακτηρίζει ως ικανά εργαστήρια στην Ελλάδα, τα Εργαστήρια Ιατροδικαστικής Τοξικολογίας στο ΕΚΠΑ και το ΑΠΘ, καθώς και τη Μονάδα Τοξικολογίας και Εγκληματολογικής Χημείας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης
Ειδικότερα αναφέρει ότι τα παραπάνω διαθέτουν προηγμένο εξοπλισμό και εργαστήρια αναλυτικής χημείας και χημικής τεχνολογίας για ανάλυση υπολειμμάτων πυρκαγιάς και ανίχνευση πτητικών/μη πτητικών υδρογονανθράκων. Παράλληλα, σημειώνει ότι το Πανεπιστήμιο Κρήτης στελεχώνεται από επιστήμονες με μεγάλη εμπειρία στην Ιατροδικαστική Ανθρωπολογία (ανάλυση οστών) και στην ανάλυση γενετικού υλικού (DNA).
Αντίστοιχα, ικανά εργαστήρια στο εξωτερικό εντοπίζονται, σύμφωνα με το έγγραφο σε Ολλανδία, Γερμανία και Ηνωμένο Βασίλειο.
ΠΩΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΜΙΑ ΤΕΤΟΙΑ ΕΞΕΤΑΣΗ ΝΟΜΙΜΑ ΣΤΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ;
Η διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί για να εμπλακεί ένα ξένο εργαστήριο είναι σαφής. Το πρώτο βήμα είναι μια απόφαση της Εισαγγελίας Λάρισας, η οποία θα πρέπει να αξιολογήσει και να εγκρίνει την ανάγκη για διεθνή πραγματογνωμοσύνη, αιτιολογώντας γιατί τα εγχώρια δεν επαρκούν για τη συγκεκριμένη ανάλυση.
Στη συνέχεια, η Εισαγγελία Λάρισας θα πρέπει να κάνει ένα αίτημα Διεθνούς Δικαστικής Συνδρομής (Mutual Legal Assistance – MLA) προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης ή την αρμόδια αρχή της χώρας στην οποία βρίσκεται το εργαστήριο της αλλοδαπής.
ΤΙ ΛΕΕΙ ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ;
Ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Γιώργος Φλωρίδης, τοποθετήθηκε από τη Βουλή για το θέμα και ανέφερε συγκεκριμένα πως ελληνικά εργαστήρια έχουν ήδη απευθυνθεί σε πιστοποιημένα εργαστήρια του εξωτερικού προκειμένου να διερευνηθεί ποιες εξειδικευμένες εξετάσεις μπορούν να πραγματοποιηθούν.
Το NEWS 24/7 επικοινώνησε με το Γραφείο Τύπου του Υπουργείου, απευθύνοντας ένα διευκρινιστικό ερώτημα:
«Με τη δήλωση του αυτή ο Υπουργός προκρίνει το αίτημα διεθνούς δικαστικής συνδρομής, για να ικανοποιηθεί το αίτημα των συγγενών;»
Μέχρι και τη στιγμή της δημοσίευσης δε λάβαμε κάποια επίσημη ενημέρωση, πέραν ενός καταφατικού σχολίου από τη γραμματεία.
ΜΠΟΡΕΙ ΜΙΑ ΕΞΕΤΑΣΗ ΝΑ ΔΕΙΞΕΙ ΚΑΥΣΙΜΑ;
Σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία, εάν η δειγματοληψία είχε πραγματοποιηθεί άμεσα μετά τον εντοπισμό των σορών — και υπό ελεγχόμενες συνθήκες, με τη χρήση αεροστεγών δοχείων — θα υπήρχε η δυνατότητα ανίχνευσης τέτοιων ουσιών, στην περίπτωση που αυτές πράγματι υπήρχαν.
Ωστόσο, αυτό στο οποίο συγκλίνουν οι περισσότεροι επιστήμονες με τους οποίους επικοινώνησε το NEWS 24/7 είναι ότι, με βάση τις εξετάσεις και τις αναλύσεις που μπορούν να διενεργηθούν στο παρόν στάδιο, είναι αβέβαιο αλλά όχι απίθανο να λάβουν μια απάντηση για το εάν ο θάνατος επήλθε τη στιγμή της σύγκρουσης ή αν το θύμα παρέμεινε εν ζωή και κατέληξε από την πυρκαγιά που ακολούθησε.
Η ανάλυση ανθρώπινου βιολογικού ιστού με αέρια χρωματογραφία–φασματομετρία μαζών (GC-MS) δεν φαίνεται να αποτελεί έγκυρη ιατροδικαστική πρακτική για την αναζήτηση επιταχυντικών καύσης (accelerants), ούτε για την εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με την ύπαρξη καυσίμου.
Ο λόγος είναι ότι ο ανθρώπινος ιστός, και ιδίως το σωματικό λίπος, παράγει ενδογενώς υδρογονάνθρακες κατά τη θερμική αποδόμηση. Η καύση ή έντονη θέρμανση βιολογικού υλικού δημιουργεί χημικά προφίλ που μιμούνται εκείνα των πετρελαϊκών καυσίμων, οδηγώντας σε ψευδώς θετικά αποτελέσματα όταν εφαρμόζονται τεχνικές GC-MS.
Ως εκ τούτου, τα φασματογραφήματα που προκύπτουν από καμένο ανθρώπινο ιστό δεν μπορούν να κριθούν πάντα αξιόπιστα.
Αυτή η επιστημονική αδυναμία αποτυπώνεται και σε κανονιστικό επίπεδο. Δεν υφίσταται κανένα διεθνές πρότυπο ASTM, ISO ή πρωτόκολλο του FBI που να εγκρίνει ή να προβλέπει τη χρήση της GC-MS σε ανθρώπινο ιστό για τον εντοπισμό επιταχυντικών καύσης. Τα αντίστοιχα πρότυπα αφορούν αποκλειστικά την ανάλυση άψυχων υπολειμμάτων πυρκαγιάς (fire debris), δηλαδή υλικά του χώρου όπως ρούχα, χώματα και συντρίμμια, και όχι βιολογικό υλικό.
ΥΠΑΡΧΕΙ ΔΙΕΘΝΕΣ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ;
Τα διεθνή standards (ASTM E1412, E1618 κ.ά.) και τα εγχειρίδια εμπρησμών αναφέρουν ρητά ότι τα δείγματα προέρχονται από debris (υπολείμματα χώρου), ρούχα και έδαφος (primary matrices).
Η ανάλυση υπολειμμάτων πυρκαγιάς (fire debris analysis) διέπεται από πρότυπα ASTM (π.χ. E1412, E1618) και εφαρμόζεται αποκλειστικά σε άψυχα υλικά του χώρου (ρούχα, χώματα, συντρίμμια).
Το ανθρώπινο σώμα είτε δεν περιλαμβάνεται, είτε αντιμετωπίζεται ως ειδική περίπτωση που δεν αντιστοιχεί στις τυπικές διαδικασίες δείγματος του ASTM.
Για ανθρώπινο βιολογικό υλικό (ιστούς, οστά), ισχύουν διαφορετικά διεθνή πρότυπα, κυρίως ISO 18385 και ISO/IEC 17025, καθώς και κατευθυντήριες οδηγίες DNA, οι οποίες δεν περιλαμβάνουν ανάλυση επιταχυντικών καύσης.
Ενδεικτικά, στην επίθεση στους Δίδυμους Πύργους αν και σε πρώτη φάση ταυτοποιήθηκαν περισσότεροι από 1.500 από τους περίπου 2.753 νεκρούς, πολλά δείγματα παρέμειναν χωρίς ταυτοποίηση για δεκαετίες.
Η προσπάθεια συνεχίζεται μέχρι σήμερα με νέα τεχνολογικά εργαλεία DNA και επαναξιολογήσεις μικρών υπολειμμάτων που είχαν βρεθεί.
Η ποιοτική διαφορά με την υπόθεση των Τεμπών, είναι ότι τα δείγματα που θα μπορούσαν να εξεταστούν καταστράφηκαν.