ΑΝΑΠΝΕΟΝΤΑΣ ΚΑΤΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΗ
Λίγα λόγια για την επιστροφή της ιστορικής ομάδας του Ηρακλή στα σαλόνια της super league.
Υπάρχει, λένε πολλοί και κοινωνική θέαση στην επανόδο του ποδοσφαιρικού Ηρακλή στα «σαλόνια» του ελληνικού ποδοσφαίρου, της super league και σίγουρα γεννήθηκε μια αφορμή για να ρίξει κανείς ματιές στην ιστορία και τον ρόλο του παλαιότερου αθλητικού σωματείου στη Θεσσαλονίκη.
Εννιά πέτρινα χρόνια, από την περίοδο 2017-2018 έζησε ο ποδοσφαιρικός Ηρακλής που αγωνίστηκε σε μικρότερες κατηγορίες, οι οποίες -χωρίς καμιά διάθεση υποτίμησης- δεν ταιριάζουν με το ιστορικό υπόβαθρο και το ρόλο του «Γηραιού» στην συνείδηση της πόλης.
Ο Ηρακλής, ο Σαλονικιός, με την υπερεκατονταετή διαδρομή του, είναι δεμένος άπαξ και διαπαντός με την ιστορία της Θεσσαλονίκης, αφού ο μυθικός Όμιλος «Φιλομούσων» που ιδρύθηκε στην τουρκοκρατούμενη Θεσσαλονίκη το 1899 με φιλολογικό τότε και μουσικό χαρακτήρα, λειτούργησε ως προπομπός του αθλητικού συλλόγου που ανέδειξε κορυφαίες προσωπικότητες του Ελληνικού αθλητισμού σε όλα τα αθλήματα.
Ήταν τεράστια η συμβολή των «Φιλομούσων» στη διατήρηση της εθνικής συνείδησης εκείνα τα χρόνια πριν το 1912, όταν και απελευθερώθηκε η Θεσσαλονίκη.
Ειδικά στις γειτονιές του κέντρου της Θεσσαλονίκης, όπου είναι έντονο το «κυανόλευκο» στοιχείο όπως η Ευαγγελίστρια και οι Σαράντα Εκκλησιές, τα στενά γύρω από την Ροτόντα, η Τσιμισκή, η Ιπποδρομίου και το παλιό «Κουλέ Καφέ», είναι πια αυτές τις μέρες θέμα καθημερινής συζήτησης ο αγαπημένος των «Μπαγιάτηδων», δηλαδή των παλιών Θεσσαλονικιών, ο Ηρακλής. Επιχειρήματα και αναμνήσεις για το τι ήταν, τι είναι και το πόσο έλλειψε ο «Γηραιός», αλλά και για το μέλλον του. Ποιοι θα μπορέσουν να εξασφαλίσουν όραμα μαζί με οικονομική ευρωστία, διοικητική στιβαρότητα και βέβαια… μεταγραφές.
Διότι στην εποχή του κυνισμού και του ξέφρενου επαγγελματισμού του ποδοσφαίρου δεν μπορείς να ζήσεις με memories. Και επίσης διότι ο Ηρακλής τρέφονταν πάντα από εκτυφλωτικές προσωπικότητες όπως ο Χατζηπαναγής, ο Αϊδινίου, ο Κωφίδης, ο Παπαϊωάννου, τις οποίες να αναγνώριζε το πανελλήνιο για την αξία τους.
«Τρεις φορές υποβιβάστηκε ο Ηρακλής, αλλά καμιά από αυτές δεν ήταν αποτέλεσμα αγωνιστικών λόγων», λένε με πίκρα πολλοί φίλαθλοι.
Νομίζω ότι αυτή την βιωματική, μαρτυρική όσο και λυτρωτική σχέση που έχει ο «Γηραιός» με τους φιλάθλους του την συμπυκνώνει ο διακεκριμένος συγγραφέας και ένθερμος φίλος του Ηρακλή, Γιώργος Σκαμπαρδώνης, στα παρακάτω:
«Μαθαίνω ότι ο Ηρακλής αναστήθηκε, δίκην Λαζάρου. Όχι, δεν αναστήθηκε διότι ουδέποτε πέθανε –δεν θα πεθάνει γιατί είναι σαν κάτι γριές με εκατό αρρώστιες, διαρκώς ετοιμοθάνατες αλλά που δεν πεθαίνουν ποτέ. Έτσι είναι και οι γριές-οπαδοί του, εμείς. Η ψυχή μας είναι πάντα με τον γηραιό και τώρα που ανέβηκε πάλι στην πρώτη εθνική, θα σέρνουμε το κουρασμένο σαρκίο μας στις κερκίδες, ενθυμούμενοι παλιές πίκρες και παλιές δόξες, αναπνέοντας κάτι από τη δική του αθανασία.»
Οι ευρηματικές ατάκες, οι φιλοσοφικές προσεγγίσεις και οι πολιτικοί παραλληλισμοί άλλωστε δεν λείπουν από τη λογοτεχνία χάρη στους πολλούς πνευματικούς ανθρώπους της πόλης που δηλώνουν κι αυτοί οπαδοί του Ηρακλή.
«Δηλώνω γριά γιατί μου πάει γάντι» είχε γράψει, για παράδειγμα, με χιουμοριστική αλλά και ενδόμυχα στοχαστική διάθεση ο αξέχαστος λογοτέχνης Αλμπέρτος Ναρ, προσθέτοντας:
«Ηρακλής σημαίνει αστικές καταβολές, αξιοπρέπεια, κοίταγμα μέσα στα μάτια. Γιατί σημαίνει το εκλεκτό και το ολιγάριθμο. Κάτι σαν «τροτσκιστές» σε «σταλινικό περίγυρο». Δηλώ γριά και το χαίρομαι».
Ούτε που ενοχλεί τους φίλους του «Γηραιού» το κακόγουστο «ανέκδοτο» που ακούγεται ότι σκάρωσαν οπαδοί των δύο άλλων άσπονδων συμπολιτών και που λέει ότι οι φίλαθλοι της «Γριάς» χωράνε όλοι σε ένα ταξί!
Το πιο πιθανό, λένε κάποιοι, είναι πως οι φίλοι του Ηρακλή είναι περισσότεροι από όσοι φαίνεται, μόνο που φωνασκούν λιγότερο και -τουλάχιστον οι μεγαλύτεροι σε ηλικία- είναι πιο σοφιστικέ και χαμηλών τόνων και εύκολα κόβουν το γήπεδο, συχνά μην αντέχοντας την αδικία και την υποκρισία σε βάρος της ομάδας τους.
Φέτος μάλιστα και ίσως δεν είναι καθόλου σύμπτωση, συμπληρώνεται μισός αιώνας από τη «νύχτα που χάθηκε η μπάλα». Τη νύχτα του Χατζηπαναγή και του μοναδικού αλλά απαστράπτοντος κυπέλου Ελλάδας που κατέκτησε ο Ηρακλής. Την 9η Ιουνίου του 1976, του τελικού με αντιπάλους τον Ηρακλή και τον Ολυμπιακό, που έγινε μπροστά σε 30.000 τυχερούς φίλαθλους στο τότε γήπεδο της Νέας Φιλαδελφείας. Τύχη, όμως, είχαν και τα εκατομμύρια των Ελλήνων φιλάθλων, που απόλαυσαν αυτό το ματς από την ασπρόμαυρη τηλεόραση του ΕΙΡΤ.
Αυτός ο αναβρασμός κι η αναμονή για το πώς επανέρχεται θα κυριαρχήσει και το καλοκαίρι. Ποιος θα είναι ο νέος Ηρακλής; Την απάντηση τη δώσει ο Σεπτέμβριος του 2026 και η προσέλευση στο γήπεδο.