Ανδρέας Σιμόπουλος / Αρχείο Νίκου Μπαλόγιαννη / 24 MEDIA CREATIVE TEAM

ΗΤΑΝ ΣΤΟ ΕΑΜ, ΣΤΟ ΜΑΤΑΡΟΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ NY TIMES: O ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΤΟΥ 20ΟΥ ΑΙΩΝΑ

Βιογραφία ενός αουτσάιντερ, τοιχογραφία της κατοχικής Αθήνας, θρίλερ αναζήτησης, ιστορικό δοκίμιο κι ερωτική ιστορία. Ο Νίκος Αμανίτης μιλάει στον Παναγιώτη Μένεγο για τον «Αγνοούμενο του Ματαρόα», το βιβλίο του για τον ζωγράφο Νίκο Μπαλόγιαννη και την ιστορία που καμιά φορά μοιάζει με κρεμμύδι που απλά χρειάζεται ξεφλούδισμα…

Ο Νίκος Αμανίτης θυμόταν αυτόν τον πίνακα από την εφηβεία του, στην Κυψέλη της δεκαετίας του ‘70. Αν ζορίσει λίγο (ή πολύ) την μνήμη του, ως πρώτη ανάμνηση έρχεται μια φωτογραφία. 

Είναι στο πατρικό του, οι γονείς λείπουν, κι αυτός δεν έχει χάσει την ευκαιρία να φέρει στο σπίτι διάφορους φίλους. «Εγγλέζους, Αμερικάνους, αγόρια, κορίτσια» με τους οποίους την ημέρα κάνει παρέα στους στους δρόμους της Αθήνας και για μερικά βράδια τους φιλοξενεί. Στο αναμνηστικό στιγμιότυπο που σώζεται, πίσω από τους χαμογελαστούς νέους, υπάρχει ένας πίνακας. Απεικονίζει «μια γυναίκα με κατακόκκινο φόρεμα, χωρίς χαρακτηριστικά» που «είναι καθισμένη σε ένα παγκάκι του Εθνικού Κήπου με ένα μεγάλο μπλε βρεφικό λαντό μπροστά της. Το μονοπάτι στο οποίο βρίσκεται φεύγει και χάνεται στο βάθος του πίνακα αλλά αυτό που κυριαρχεί παντού είναι οι πανύψηλοι, λεπτοί, μονοδιάστατοι κορμοί των δέντρων και κυρίως τα έντονά χρώματά τους, μπλε, κόκκινα, πράσινα»

Έτσι θα περιγράψει ο Αμανίτης, μερικές δεκαετίες μετά, αυτό το έργο τέχνης που διατρέχει με έναν ίσως αναπάντεχο τρόπο όλη αυτήν την περίοδο. Αποτελώντας αφετηρία μιας συγγραφικής περιπέτειας που του «έσωσε τη ζωή» στις δύσκολες μέρες του πανδημικού εγκλεισμού και μιας εξωνυχιστικής έρευνας γεμάτης συμπτώσεις, συνδέσεις κι αποκαλύψεις για το σημείο που τέμνεται η παγκόσμια, η ελληνική κι, όμως ναι, η δική του προσωπική του ιστορία. Ένας πίνακας 50×70 εκατοστά σε μεγάλη σκαλισμένη χρυσή κορνίζα «που υπήρχε ανέκαθεν στο σαλόνι δίπλα σε έργα του Ορέστη Κανέλλη». Ανώνυμο έργο ενός σχετικά άγνωστου Έλληνα ζωγράφου, του Νικου Μπαλόγιαννη, που είναι τελικά κι ο πρωταγωνιστής του βιβλίου με το οποίο ο Νίκος Αμανίτης κάνει το ντεμπούτο του στα βιβλιοπωλεία, Ο Αγνοούμενος του Ματαρόα: Μυθιστορία Μιας Ταραγμένης Εποχής, από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. 

 

O πίνακας

 

No COVID, No Bel-Jon

Μετά τον θάνατο της μητέρας του Αμανίτη, σε αρκετά προχωρημένη ηλικία το 2018, ο πίνακας μεταφέρθηκε στο διαμέρισμά του μαζί με άλλα πράγματα που άφησε πίσω της. Εκείνος ήξερε δυο τρεις -ως τότε αδιάφορες- πληροφορίες: ο ζωγράφος ήταν φίλος της, είχε φύγει κάποτε για την Αμερική, είχε αλλάξει το όνομά του σε Μπελ-Τζον, αυτά. Κι όπως όλοι αποφασίσαμε στην πανδημία να αναζητήσουμε διάφορες «χαμένες υποθέσεις», αφού βρεθήκαμε με άπλετο χρόνο στη διάθεσή μας και σε κατ’ οίκον, μάλιστα, περιορισμό, έτσι κι ο Νίκος Αμανίτης έψαξε λίγο παραπάνω αυτόν τον μυστηριώδη ζωγράφο. Βρήκε μια ιστοσελίδα γι’ αυτόν στο διαδίκτυο κι έστειλε μια φωτογραφία του πίνακα στην ηλεκτρονική διεύθυνση επικοινωνίας. Την επόμενη κιόλας μέρα, είχε μέιλ. Από τη μια από τις δύο κόρες του Μπαλόγιαννη, Ρέα, που ζει στο Μεξικό. Η πρώτη σπίθα μόλις είχε ανάψει…

Πριν γίνει πυρκαγιά, λίγα λόγια για τον Νίκο Αμανίτη. Έχει εργαστεί επί δεκαετίες στο ραδιόφωνο, στην τηλεόραση, στον ημερήσιο Τύπο, στα ψηφιακά μέσα και, κυρίως, στα περιοδικά, μεταξύ άλλων ως διευθυντής του ιστορικού Ταχυδρόμου και υπεύθυνος εβδομαδιαίων εκδόσεων της εφημερίδας Τα Νέα. «Είναι δημοσιογράφος όπως όλος ο κόσμος», διαβάζουμε στο αυτί της έκδοσης. Κι αυτή η ιδιότητα αποδείχθηκε υπερπολύτιμη. Χωρίς το δημοσιογραφικό δαιμόνιο που πάντα συγγενεύει με το χάρισμα του ντετέκτιβ (και τον οδήγησε να διασταυρώνει ακόμα και κινηματογραφικές πρεμιέρες ή μετεωρολογικές προβλέψεις 80+ χρόνων πριν), δε θα έφερνε εις πέρας μια θηριωδη έρευνα που φωτίζει τον Αγνοούμενο του Ματαρόα και ξεφλουδίζει σαν κρεμμύδι την, όντως, ταραγμένη εποχή του. Όχι άσχετο, όχι λιγότερο χρήσιμο και καθοριστικό, ο συγγραφέας -όπως και ο πρωταγωνιστής του- έχει μεγαλώσει στην Αθήνα κι έχει σπουδάσει στο Παρίσι. 

Ανδρέας Σιμόπουλος

Συναντηθήκαμε στην πλατεία Μαβίλη, ένα κατ΄ευφημισμό χειμωνιάτικο απόγευμα, λίγες μέρες μετά την επίσημη παρουσίαση του βιβλίου που μάλιστα συνέπεσε την ίδια μέρα με την κυκλοφορία ενός άλλου τίτλου της φετινής εκδοτικής σεζόν, για τον οποίο ίσως έχετε ακούσει και λέγεται Ιθάκη. Αφού κάναμε λίγο πλάκα με την σύμπτωση, πρώτη εύλογη ερώτηση: πώς νιώθει άραγε τώρα που ολοκληρώθηκε ένα εγχείρημα για το οποίο τελικά ξόδεψε πέντε ολόκληρα χρόνια; 

«Δεν είχα ανησυχία αν θα βγει. Το πρώτο θετικό feedback το πήρα από τον Αλέξη Πανσέληνο που όταν πρωτοδιάβασε μέρος του βιβλίου είχε κατενθουσιαστεί. Αλλά κι εγώ από κάποια στιγμή και μετά, είχα μεγάλη σιγουριά ότι βγαίνει και ότι θα είναι καλό. Είναι και η δημοσιογραφική εμπειρία. Τόσα και τόσα γραπτά άλλων έχω δει κι έχω κρίνει, από τις θέσεις που ήμουν στα ΜΜΕ. Βέβαια, εγώ ο ίδιος είχα να γράψω σε τέτοια ένταση από τα τέλη των 80s – αρχές των 90s. 

Για να είμαι ειλικρινής, όντως με παρέσυρε η μαγεία της έρευνας και σε συνδυασμό με το φόβο για να ξεκινήσεις μπροστά στη λευκή σελίδα, καθυστέρησα. Κι όταν ξεκίνησα, αυτό που με παίδεψε ήταν το πώς θα δέσει αυτό το πολύπλοκο πράγμα που είναι στην πραγματικότητα τέσσερα-πέντε διαφορετικά βιβλία, όπως είπε και στην παρουσίαση ο Παύλος Τσίμας. Ωστόσο, επειδή το καθένα γραφόταν χωριστά, δε χάθηκα».

Η φοιτητική ταυτότητα του Νίκου Μπαλόγιαννη στην Μποζάρ, Νοέμβριος 1939 Αρχείο Νίκου Μπαλόγιαννη

Σκρολάροντας πίσω στον 20ο αιώνα

Πίσω στο μέιλ της κόρης του Μπαλόγιαννη. Ξεκινά μια επικοινωνία μεταξύ τους με διαδοχικές εκπληξεις και για τους δύο. Η Ρέα δεν έχει, ας πούμε, ιδέα ότι ο πατέρας της έφυγε τον Δεκέμβριο του 1945 από τον Πειραιά για το Παρίσι με το θρυλικό Ματαρόα, το πλοίο που μετέφερε έλληνες καλλιτέχνες, επιστήμονες και διανοούμενους (όπως ο Κορνήλιος Καστοριάδης, η Έλλη Αλεξίου, ο Κώστας Αξελός και ο Εμμανουήλ Κριαράς) μακριά από την Ελλάδα, με πρωτοβουλία του διευθυντή του Γαλλικού Ινστιτούτου, Οκτάβιου Μερλιέ, για να γλιτώσουν από τις επικείμενες πολιτικές διώξεις και τη Λευκή Τρομοκρατία. 

Αλλά κι ο Αμανίτης δεν έχει ιδέα (πώς αλλιώς άλλωστε;) για το Σκρολ. Ένα χάρτινο ρολό μήκους 27 μέτρων με -κολλημένες η μια στην άλλη- ημερολογιακές καταχωρήσεις του Μπαλόγιαννη και, κυρίως, ανεπίδοτες ερωτικές επιστολές προς κάποια Μουν που είχε γνωρίσει στο Παρίσι, σπουδάζοντας για ένα χρόνο και κάτι με κρατική υποτροφία στη Μποζάρ και τη Σχολή του Λούβρου. Πριν επιστρέψει εσπευσμένα τον δεκαπενταύγουστο του 1939 στην Ελλάδα για να καταγαγεί. 

Το Σκρολ

 

Αυτό το ρολό έχει τις ρίζες του στην Αθήνα του Μεσοπολέμου, καλύπτει τη φρίκη (αλλά και μερικές φωτεινές χαραμάδες επιβίωσης) της κατοχικής Αθήνας και ταξιδεύει ως το αλβανικό μέτωπο όπως και το Παρίσι που υπνοβατεί ακριβώς πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Είναι γεμάτο αφηγήσεις που μπλέκουν το τοπικό με το παγκόσμιο, το προσωπικό με το οικουμενικό, αλλά και με πολλές παγίδες κι αντιφάσεις, πρωθύστερα και χρονικές ασυνέχειες, με ουκ ολίγες πραγματολογικές ασάφειες. 

Αναζητώντας τη Μουν, ανάμεσα στους μοιραίους υπνοβάτες

Όμως, ο Αμανίτης είχε στη διάθεσή του δύο μεγάλα όπλα: χρόνο και περιέργεια. Και μπήκε σε αυτό το παιχνίδι θησαυρού, χωρίς να ξέρει τι ακριβώς ψάχνει. Ή μάλλον αλλάζοντας διαρκώς ζητούμενα: Ποιο είναι εκείνο το κορίτσι-φάντασμα με το οποίο τριγυρνούσε ο Μπαλόγιαννης σε χωριά του γαλλικού νότου; Γιατί δεν της έστειλε ποτέ αυτές τις επιστολές; Μήπως εκείνη δεν υπήρξε ποτέ και ήταν μια οπτασία-placebo για λίγη απαντοχή στην αβάσταχτη περίοδο ‘41-44; Πόσο φίλοι ήταν ο Μπαλόγιαννης με τον Μόραλη στο Παρίσι; Λες να ήταν συγκάτοικοι; Πώς βρέθηκε στο Ματαρόα ο Μπαλόγιαννης; Τι πήγε να κάνει στην Αμερική; Ξανασυναντηθηκε ποτέ με τη Μουν (ή το φάντασμά της); Γιατί τον μνημόνευσαν μετά θάνατον οι NY Times πρόπερσι;

Ο Μπαλόγιαννης δεξιά, ποιο είναι αυτό το κορίτσι-φάντασμα δίπλα του; Αρχείο Νίκου Μπαλόγιαννη

 

Αλλά τα αινίγματα δεν στέκονται στις προσωπικές ιστορίες, τις υπερβαίνουν. Ανάμεσα σε αφηγήσεις που επαληθεύονται ή διαψεύδονται, βουτιές σε αρχεία με κιτρινισμένες σελίδες και στιγμές «εύρηκα» με τη βοηθεια της καλοσύνης κάποιων πρόθυμων «ξένων», περπατάμε στους δρόμους του Παρισιού (έστω κι αν οι μέρες της μπελ επόκ έχουν περάσει ανεπιστρεπτί), κάνουμε τη διαδρομή από το σπίτι του Μπαλόγιαννη στην Πλάκα ως το ατελιέ του δίπλα στο Καλλιμάρμαρο, πίνουμε δυο ποτηράκια σε πειραιώτικες ταβέρνες. Αλλά και συγχρονιζόμαστε με τον αντιστασιακό αγώνα του ΕΑΜ, νιώθουμε τη διπλή εγρήγορση για προστασία από κατακτητές αλλά και ταγματασφαλίτες-χίτες, βιώνουμε την προσμονή της Απελευθέρωσης και, κατόπιν, την μακάβρια ψυχρολουσία των Δεκεμβριανών. 

«Ένα πράγμα που με συνεπήρε είναι να παρακολουθώ τις ζωές αυτών των ανθρώπων, ενώ ο πλανήτης έχει μπει σε διαδικασία αντίστροφης μέτρησης για τον όλεθρο του Β’ Παγκοσμίου», λέει ο συγγραφέας. «Ο Μπαλόγιαννης, ας πούμε, γύρισε στην Ελλάδα ως “αγύμναστος” λαμβάνοντας ένα χαρτί που πήραν όλοι οι Έλληνες που σπούδαζαν στο εξωτερικό και τους καλούσαν να έρθουν για πέντε μήνες εκγύμνασης στον στρατό. Επικράτησε πανικός μεταξύ τους, αλλά γύρισαν για να ξεμπερδεύουν. Πίστευαν οι περισσότεροι, έτσι και ο δικός μου, ότι δεν είναι δυνατόν να επαναληφθούν τα ίδια  μόλις είκοσι χρόνια μετά την καταστροφή του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Δεν μπορούσαν να διανοηθούν αυτό που έρχεται, κάποιοι γύρισαν χωρίς καν πάρουν όλα τα πράγματά τους. Ήταν πολύ μεγάλη η απογοήτευσή τους γι’ αυτό που ακολούθησε. Σκεφτείτε τον Μπαλόγιαννη να γράφει στην Μουν από την κατοχική Αθήνα, παρότι εκείνη δεν του απαντά, κι όμως να συνεχίζει παρότι έχει πάρει μήνυμα από τη μάνα της που λέει ότι η Μουν είναι πια παντρεμένη και να την αφήσει ήσυχη. Δεν το πιστεύει όμως γιατί το να της γράφει τον κρατάει ζωντανό. Το τελευταίο γράμμα στο ρολό γράφεται την ημέρα της απελευθέρωσης».

Όπως ίσως γίνεται αντιληπτό, ο Αγνοούμενος είναι πολλά διαφορετικά αναγνώσματα σε ένα. Είναι μια, ας την πούμε, βιογραφία του Μπαλόγιαννη που εξελίσσεται σε τοιχογραφία της κατοχικής Αθήνας και μετά σε αστυνομικό θρίλερ αναζήτησης προσώπων-φαντασμάτων όπως η Μουν. Και, φυσικά, μην υποτιμάτε τις διαστάσεις του ιστορικού δοκιμίου με τα τόσα πολλά ντοκουμέντα, αλλά και φυσικά της ερωτικής ιστορίας που είναι τουλάχιστον στο πρώτο μισό του βιβλίου το καύσιμο της αφήγησης. 

 

Ανδρέας Σιμόπουλος

Πώς γράφεις όμως κάτι τέτοιο, όταν προκύπτουν διαρκώς νέα layers και (υπο)πλοκές; Πώς αποφασίζεις τον τόνο; Πού τελειώνει η αλήθεια και που αρχίζει, αν αρχίζει, το fiction;

«Μου βγήκε από μόνο του. Αυτό που ήθελα οπωσδήποτε να κάνω ήταν να μην κρύψω την κατασκευή. Δηλαδή, το λέω ξεκάθαρα ότι το βιβλίο γράφεται εν κινήσει, την ώρα που το διαβάζει ο αναγνώστης. Γιατί διαρκώς ψάχνω πράγματα κι αναθεωρώ. Όσον αφορά το ύφος, είναι μερικές φορές που σχεδόν γίνομαι λυρικός, ας πούμε “λογοτέχνης” κι άλλες φορές που παραθέτω τις δικές μου σκέψεις σε σχέση με τη μνήμη μας. Κάθε πόλη είναι γεμάτη με ανώνυμα προσωπικά μνημεία π.χ. ένα καφέ που γνώρισες την κοπέλα σου ή μια πλατεία που συναντάς συχνά την παρέα σου. Ε, αυτό το βιβλίο είναι γεμάτο από τέτοια. 

Δεν ξέρω αν εντάσσεται στην κατηγορία του autofiction. Μπορεί να επηρεάστηκα από ανάλογα αναγνώσματα, αλλά δεν έκανα τίποτα συνειδητά. Η δημοσιογραφική έρευνά μου εγγυάται ότι δεν υπάρχει τίποτα που να μην έχει διπλο-τριπλοτσεκαριστεί. Όμως, ναι, υπάρχει αφηγηματική αυθαιρεσία σε κάποιες συνεπαγωγές η διορθώσεις. Τα facts της έρευνάς μου συνθέτουν ένα κολάζ, στο οποίο παίρνω σε κάποια σημεία την πρωτοβουλία να τοποθετήσω τον πρωταγωνιστή μου».

[Είναι σε σημεία απολαυστικός ο τρόπος με τον οποίο ο ένας Νίκος (Αμανίτης) «μαλώνει» τον άλλο Νίκο (Μπαλόγιαννη) για τις ανακρίβειες του Σκρολ, το οποίο μετέφρασε από τα γαλλικά η δημοσιογράφος και συγγραφέας Ρούλα Γεωργακοπούλου]. 

 

«Τα πάρτι της Κατοχής» και ο μύθος του Ματαρόα

Σε μια τέτοια ανασκαφή, μιας τέτοιας περιόδου μάλιστα, είναι αναπόφευκτο ότι θα έρθεις αντιμέτωπος με μύθους. Στον Νίκο Αμανίτη αρέσει πολύ να μιλάει γι’ αυτούς που συνάντησε. Από απλές, σχεδόν διακειμενικές αφηγήσεις της περιόδου όπως του αντιστασιακού που προτίμησε να φαει τα χαρτιά του από το να τα δείξει στον έλεγχο που υπέστη από τους Ιταλούς ή Γερμανούς, μέχρι τη δική του έκπληξη όταν διαπίστωσε ότι μες στην κατοχή, παρά την απαγόρευση κυκλοφορίας, όχι μόνο έβγαιναν έξω, πήγαιναν στις ταβέρνες κι έφευγαν από εκεί στις 8 το βράδυ. «Πιο πολλή ελευθερία είχαν σε σχέση με μας στην καραντίνα», αστειεύεται συγκρίνοντας με την εποχή που ξεκίνησε το πρότζεκτ. 

Αλλά, σε αυτό που στέκεται ιδιαιτερα είναι «τα πάρτι της Κατοχής». «Τα αναφέρει και η Άλκη Ζέη στα βιβλία της. Οργανωμένοι στο ΕΑΜ ή σε κάποια από τις παραφυάδες του, μαζεύονταν σε σπίτια κι εκεί οργάνωναν τη δράση τους, γνώριζαν κόσμο και στρατολογούσαν. Έφερναν ότι είχε ο καθένας και διανυκτέρευαν εκεί, κοιμούνταν όλοι στο ίδιο σπίτι. Μάλλον είχαν και λίγη μουσική, πιθανότατα ελληνική, την ένταση της οποίας αυξομείωναν για να μη γίνουν αντιληπτοί». Στο ατελιέ, του Μπαλόγιαννη, Αγίου Σπυρίδωνος και Αρκτίνου, δίπλα στο Στάδιο, έγιναν πολλές τέτοιες συγκεντρώσεις. 

Το νεοζηλανδικό πλοίο RMS Mataroa. Απέπλευσε από Πειραιά για Παρίσι στις 21 Δεκεμβρίου του 1945. Γαλλικό Ινστιτούτο Ελλάδος

Το Ματαρόα, όμως, ήταν ο μεγαλύτερος όλων των μύθων. «Για τη δική μας γενιά ήταν ένας μύθος της Αριστεράς. Η μεγάλη μου έκπληξη, όμως, όταν μπήκα στα αρχεία του Μπαλόγιαννη ήταν ότι είδα τον υπουργό Παιδείας τον Οκτώβριο του ‘45, να στέλνει επανειλημμένα γράμματα προς το υπουργείο Εξωτερικών παρακαλώντας να βγει το διαβατήριο του -στρατολογημένου στο ΕΑΜ- Νικολάου Μπαλόγιαννη κτλ., το ίδιο κι ο Οκτάβιος Μερλιέ. Διαβάζοντας λοιπόν τα βιβλία που έχουν γραφτεί και, βέβαια, την καταπληκτική δουλειά που έχει κάνει ο καθηγητής Νικόλας Μανιτάκης ανακάλυψα ότι όσοι ταξίδεψαν με το Ματαρόα ήταν μισοί αριστεροί, μισοί δεξιοί. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, μάλιστα, άνθρωποι που πριν λίγους μήνες μπορεί και να απειλούσαν με όπλα ο ένας τον άλλον, συνυπήρξαν χωρίς συγκρούσεις, ανταλλάσσοντας μόνο παιδικού τύπου συνθήματα – οι μεν “μας πήραν την Αθήνα”, οι δε “μας είπατε προδότες”.

Στο εγχείρημα του Ματαρόα βοήθησε τότε και το ελληνικό κράτος. Από τη λίστα επιβατών συνάγεται ότι υπήρχαν διάφορες κατηγορίες ταξιδιωτών: υπότροφοι του γαλλικού κράτους που ταξίδεψαν με με έξοδα του γαλλικού κράτους, υπότροφοι του γαλλικού κράτους που ταξίδεψαν με έξοδα του ελληνικού κράτους όπως π.χ. ο Μέμος Μακρής, επικεφαλής της ομάδας των κομμουνιστών του Ματαρόα, υπότροφοι που ταξιδεψαν με δικά τους έξοδα. Ακόμα και σε ανθρώπους που είχαν πολεμήσει στα Δεκεμβριανά, όπως ο Αξελός, δεν στήθηκαν εμπόδια, ενώ και το ΚΚΕ γνώριζε πάρα πολύ καλά για το ταξίδι, το είχε σπιτρέψει στα μέλη του με το σκεπτικό “πηγαίνετε εκεί για να αναπτύξετε το κίνημα” – κράτησε πίσω μόνο τον Σεβαστίκογλου, τον άνδρα της Άλκης Ζέη. 

...κι ο άλλος Νίκος που τον αναζητεί Ανδρέας Σιμόπουλος

Η περίοδος, βέβαια, ήταν περίεργη. Είμαστε λίγους μήνες μετά τη Βάρκιζα, είχαν αλλάξει τέσσερις Πρωθυπουργοί. Είναι κάπως πιο μετριοπαθή τα πράγματα, πιο κεντροδεξιά παρά στο πλαίσιο της σκληρής δεξιάς που ακολούθησε. Πολλοί, μάλιστα, επειδή θεωρούσαν ότι είμαστε πολύ αγκιστρωμένοι στους Εγγλέζους, βρήκαν μια ευκαιρία να προσεγγίσουν και τη γαλλική κυβέρνηση. Υπήρχαν φυσικά διώξεις, η λευκή τρομοκρατία εναντίον όσων είχαν συμμετάσχει (ή θεωρούσαν ότι είχαν συμμετασχει) στα Δεκεμβριανά – τη μάνα μου, ας πούμε, όταν γύρισε στη δουλειά της, την πήγαν κατευθείαν στη φυλακή. Όμως έκαναν εφέσεις και τα δικαστήρια τους δικαίωναν. Το σκληρό άρχισε το ‘46 με τον Εμφύλιο στα βουνά και την κατάσταση να γίνεται πολύ πιο βίαιη». 

Μέσα σε όλα αυτά ο Μπαλόγιαννης, ένας άνθρωπος από συντηρητική οικογένεια που είχε επίσης συντηρητικές απόψεις κι αισθητική, πώς είχε βρεθεί στο ΕΑΜ; «Όπως όλοι», απαντά ο Αμανίτης. «Ήταν έντιμος και θεώρησε καθήκον του να το κάνει επειδή κινδύνευε η πατρίδα του. Σε ένα από τα πάρτι που λέγαμε πριν, γνωρίστηκε με διάφορους, στρατολογήθηκε κι επειδή ήταν παθιασμένος, μπήκε αρκετά βαθιά». 

…then we take Manhattan

Στο Παρίσι, τη δεύτερη φορά, ο Μπαλόγιαννης θα κάτσει λίγους μήνες. Τον Απρίλιο του 1946 φεύγει για Αμερική. Λος Άντζελες τρία χρόνια, Σαν Φρανσίσκο μια δεκαετία, Νέα Υόρκη μέχρι να τον βρει το τέλος της ζωής του το 1966, πριν καν κλείσει τα 54 του πληρώνοντας το τίμημα του πολύ αλκοόλ. Έχει ήδη παντρευτεί από τον πρώτο χρόνο της αμερικάνικης περιπέτειάς του, η Ρέα και η Αθηνά είναι οι καρποί αυτού του γάμου, έχει αλλάξει το όνομά του σε Μπελ-Τζον. Ο Αμανίτης υποστηρίζει ότι εκεί έγινε ακόμα πιο δύσκολος, ένας άνθρωπος που κυνηγούσε διαρκώς την ουρά του γιατί ήθελε συνέχεια να φευγει. 

Όταν έφυγε από τη ζωή, οι NY Times δημοσίευσαν νεκρολογία του. Και πριν τυπωθεί το βιβλίο του Νίκου Αμανίτη, η τελευταία αναλαμπή δημοσιότητας για τον Μπελ-Τζον, έστω και μετά θάνατον, ήταν και πάλι στην αμερικάνικη εφημερίδα που δημοσίευσε τον Δεκέμβριο του 2024 ένα κείμενο αφιερωμένο στην ίντριγκα γύρω από τη μεταφορά μιας μεταλλικής κατασκευής που είχε φτιάξει για τα γραφεία της Pfizer στα 60s, ενώ ο φαρμακευτικός κολοσσός μετακόμιζε σε νέες εγκαταστάσεις στο Μανχάτταν. «Ναι, ήταν σπουδαίος καλλιτέχνης», συμπεραίνει ο Νίκος Αμανίτης. «Με όσους ειδικούς έχω μιλήσει, το επιβεβαιώνουν κι όσον αφορά τις κατασκευές του, στέκονται στο κομμάτι της τεχνικής». 

Η μεταλλική κατασκευή στα παλιά γραφεία της Pfizer, έργο Νίκου Μπαλόγιαννη

Κλείνοντας, κι αφού συμφωνούμε να μη μιλήσουμε για τις ανατροπές στην αφήγηση και να σας σώσουμε από αχρείαστα spoilers, τον ρωτάω τι θα του έλεγε αν με έναν μαγικό τρόπο έβλεπε μπροστά του αυτό το πρόσωπό με το οποίο παθιάστηκε κι ασχολήθηκε σε βαθμό εμμονής για μια πενταετία. Γελάει, δεν έχει απάντηση, αμηχανία ή σεβασμός;

– Στον ύπνο σας τον έχετε δει;

– Όχι… Ακόμα.

 

Info:

Ο Αγνοούμενος του Ματαρόα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα