ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΚΑΜΠΙΣΟΠΟΥΛΟΥ: “Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΠΙΜΠΕΛΟ”
Η Κωνσταντίνα Καμπισοπούλου είναι η, όμορφη, γυναίκα πίσω από το brand ΤHe Artians. Ένα brand που ξεχωρίζει εύκολα, με τα prints του να μιλούν τη δική τους γλώσσα στο σύμπαν της μόδας.
Ακόμη και τώρα, μετά από χρόνια γνωριμίας και αφού έχουμε έρθει αρκετά κοντά, έχω το τηλέφωνό της καταχωρημένο στο κινητό μου ως «Κωνσταντίνα The Artians». Δεν το αλλάζω γιατί μου θυμίζει ότι για μένα αυτή η γυναίκα ήταν -και παραμένει σε έναν βαθμό- η νεράιδα που ύφαινε «χωρίς ραφή και ράμμα» όπως γράφει ο Βιζυηνός για τα νυφιάτικα φορέματα στο «Μόνον της Ζωής του Ταξείδιον», φορέματα και παντελόνια που μόνο ως πανδαισία χρωμάτων και μοτίβων μπορούσες να τα χαρακτηρίσεις.
Ως μανιώδης συντάκτρια μόδας στο παρελθόν, έψαχνα εξονυχιστικά σε κάθε της πρόταση να βρω κάτι που θα μου θύμιζε κάποιον. Κάτι που θα έμοιαζε με επανάληψη, κάτι που θα με παρέπεμπε κάπου στο παρελθόν. Μα όχι, ούτε μια απλή ομοιότητα, ούτε μια αθώα έμπνευση δεν έβρισκα σε μεγάλους μετρ και οίκους όπως οι Pucci και Hermès που μας έχουν συνηθίσει σε αριστουργήματα.
Η Κωνσταντίνα Καμπισοπούλου καταφέρνει σε έναν κόσμο που τα έχουμε δει όλα και που το “been there, done that” αφορά τα πάντα να δημιουργεί αυθεντικά, ατόφια, πρωτότυπα. Δεν ξέρω πώς το κάνει – δεν με διαφώτισε ούτε στη συνέντευξή μας. Είναι σπάνιο το ταλέντο της – που δεν θα το παραδεχτεί ποτέ, σπάνια η σεμνότητα και η σταθερότητα με την οποία λειτουργεί – αδιαπραγμάτευτα αντι-πιαρτζού, μοναδικές οι δημιουργίες της που δεν επαναλαμβάνονται και όσο δύσκολες μοιάζουν, τόσο αβίαστα γεννώνται από την ίδια. Αν είσαι τυχερή και έχεις περπατήσει, καθίσει, χορέψει μέσα σε ένα μεταξωτό της φόρεμα, θα έχεις νιώσει βασίλισσα και σίγουρα δεν θα έχεις περάσει απαρατήρητη. Θα σε θυμούνται όλοι γιατί με τη δημιουργία της, κάνεις μπαμ με τον πιο κομψό τρόπο. Α, μην ξεχάσω ότι έχει και τέσσερα παιδιά! Πόσο wonder woman πια!
Στον χώρο της Κωσταντίνας δεν επικρατεί η τέχνη μόνο μέσα από από τις δικές της δημιουργίες. Εκεί φιλοξενούνται καλλιτέχνες με δικά τους έργα, κάτι που κάνει την ατμόσφαιρα ακόμα πιο ενδιαφέρουσα. Μπορούμε, λοιπόν, να δούμε ζωγραφικά κολάζ του Κωνσταντίνου Πάτσιου, κεραμικά γλυπτά της εικαστικού Φωτεινής Γιούλη, art objects της Illustration artist Αντωνίας Ηρωίδου και δημιουργίες της κεραμίστριας Δέσποινας Μάμαλη.
Πού μεγάλωσες Κωνσταντίνα;
Μεγάλωσα στην Πάτρα, σε μια πολυμελή οικογένεια. Είμαστε έξι αδέρφια -πέντε κορίτσια και ένα αγόρι, όπου όλοι ακολούθησαν ακαδημαϊκές πορείες. Εγώ έχω μια πιο καλλιτεχνική φύση, καλλιτεχνική φλέβα ας πούμε. Από μικρή δηλαδή ζωγράφιζα, στα 12-13 μου ήδη ασχολιόμουν πολύ σοβαρά με το σχέδιο -με ελεύθερο σχέδιο κυρίως.
Στην πορεία, η κατεύθυνσή μου ήταν για τη Σχολή Καλών Τεχνών. Είχα κάνει και προετοιμασία αλλά τελικά αυτό ναυάγησε ως πλάνο. Δεν είναι ότι δεν διάβαζα αρκετά, αλλά ήθελα να φύγω στο εξωτερικό, στην Ισπανία συγκεκριμένα, όπου πήγαινα και έκανα γλώσσα τα δύο τελευταία καλοκαίρια της Β’ και Γ’ Λυκείου. Είχα μεγάλη αγάπη για τα ισπανικά. Μου άρεσε πολύ η ισπανική λογοτεχνία, η γλώσσα, άκουγα ισπανική μουσική από 13 χρονών. Το σπίτι μου, γενικότερα, είχε μια εξωστρέφεια, γιατί και ο πατέρας μου, για παράδειγμα, είχε σπουδάσει στη Φλωρεντία. Ετσι, τα ιταλικά ήταν γι’ αυτόν σαν μητρική γλώσσα. Γενικά ως οικογένεια μας αρέσουν πολύ οι ξένες γλώσσες. Όλοι κάναμε αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά και ισπανικά.
Ήσουν αντιδραστικό παιδί;
Ήμουν το αντιδραστικό παιδί με την έννοια ότι δεν μπορούσα να ενταχθώ στη στείρα παιδεία που είχαμε σε ένα δημόσιο σχολείο στην επαρχία. Μου φαίνονταν όλα ανιαρά. Επίσης, το να μεγαλώνεις σε μια μεγάλη οικογένεια σε κάνει να αυτονομείσαι από πολύ νωρίς και αυτό είναι καλό. Ο καθένας γίνεται ανεξάρτητος και φροντίζει τον εαυτό του. Δεν περιμένεις από κάποιον άλλον να σε φροντίσει. Γενικά είχαμε μια πολύ ωραία παιδική ηλικία.
Τελειώνοντας τη Γ’ Λυκείου, λοιπόν, πήγες στην Ισπανία;
Ναι, αποφάσισα ότι θα φύγω να ζήσω στην Ισπανία και να πάω στην Καλών Τεχνών. Όμως εκεί δεν κατάφερα να εισαχθώ, γιατί απαιτείτο και ένα κομμάτι ακαδημαϊκό, για το οποίο δεν είχα προετοιμαστεί κατάλληλα. Δεν υπήρχε η γνώση, δεν υπήρχε το πλαίσιο στην Ελλάδα για να με προετοιμάσει σωστά και έτσι δεν πέρασα στις εξετάσεις. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, αποφάσισα να κάνω κάτι πιο εφαρμοσμένο, που θα μου απέφερε και κάποια χρήματα, για να μην επιβαρύνω οικονομικά την οικογένειά μου.
Στην αρχή, παρ΄ όλα αυτά έκανα προετοιμασία δίπλα σε μεγάλους ζωγράφους για την Καλών Τεχνών, αλλά κάπως με κούρασε το γεγονός ότι η φιλοσοφία τότε στους καλλιτεχνικούς χώρους ήταν γενικώς ήταν να σε εκμηδενίζουν για να προσπαθήσεις περισσότερο – κάτι που δεν μου ταιριάζει καθόλου. Οπότε έφθασα στη Βακαλό, στο τμήμα Εσωτερικής Αρχιτεκτονικής. Όμως από μικρό παιδάκι, λάτρευα τη μόδα και διέκρινα μία έμφυτη ικανότητα σε ό,τι αφορούσε το ρούχο.
Η γιαγιά μου ήταν πολύ καλή μοδίστρα, γνωστή σε όλη την Πάτρα τότε, και καθόμουν δίπλα της ώρες ατελείωτες. Σχεδίαζα εγώ ρούχα και εκείνη μου τα έραβε. Παρότι, όμως, ήθελα πολύ να ασχοληθώ με το ρούχο ένιωθα τότε ότι είναι λίγο γραφικό να λες ότι είσαι σχεδιαστής μόδας στην Ελλάδα. Ετσι ασχολήθηκα με την Εσωτερική Αρχιτεκτονική, που αγαπούσα επίσης, μέχρι την οικονομική κρίση όταν και το επάγγελμα άρχισε να φθίνει. Δεν έμενε παρά να επιστρέψω στη φυσική μου τάση και μεγάλη αδυναμία, το ρούχο. Ο στόχος μου ήταν να δω τι έλειπε και τι καινούργιο είχα να πω γιατί δεν ήθελα να επαναλάβω κάτι ήδη ειπωμένο. Και έτσι ξεκίνησα από τη σύνδεση της τέχνης με τη μόδα, για να δημιουργήσω μια νέα γλώσσα πάνω σ’ αυτό. Στην αρχή βέβαια λειτουργούσα κάπως πιο ερασιτεχνικά, γιατί αυτό ξεκίνησε με μηδέν κεφάλαια.
Πώς σχεδιάζεις αυτά τα τόσο δύσκολα κομμάτια;
Πάντα νιώθω ότι έχω απέναντί μου τον πιο αυστηρό και εκλεπτυσμένο αισθητικά κριτή. Σαν να περνάω εξετάσεις κάθε φορά που σχεδιάζω κάτι. Είμαι πολύ αυστηρή με αυτό που σχεδιάζω. Η έμπνευση ξεκινάει από την έρευνα όσων με συγκινούν προσωπικά. Έχω και μια ικανότητα να βλέπω τα σημάδια των καιρών βεβαίως, τις παγκόσμιες τάσεις και να τις ερμηνεύω με τον τρόπο μου. ανά τον Μπορεί να δω μια έκθεση ζωγραφικής και να καταλάβω πού μας πάει. Εχει σημασία να διακρίνεις τα ρεύματα.
Μπορεί δηλαδή να δεις μια έκθεση στο Παρίσι και να πεις, να, αυτό με συγκινεί και να σου δώσει έμπνευση για τη δουλειά σου;
Τώρα τα πάντα μπορεί να με συγκινήσουν. Δηλαδή, για παράδειγμα, η δημιουργία μιας συλλογής είχε ως θέμα τον Μινώταυρο και τη Μινωική τέχνη. Για μένα, ήταν ένα έργο του Ντιέγκο Ριβέρα, του συζύγου της Φρίντα Κάλο, που με ενέπνευσε να πάω πίσω και να δω πώς εμπνεύστηκε και πώς έφτιαξε τους λαβύρινθους και πώς φτάσαμε σε αυτό. Δηλαδή, πώς πήραν την ελληνικότητα πολλοί ζωγράφοι από το εξωτερικό -ανάμεσά τους ο Πικάσο, ο Ντιέγκο Ριβέρα κ.λπ. και πώς τη διαχειρίστηκαν. Έφτασε δηλαδή να με εμπνεύσει ένας Ισπανός καλλιτέχνης και να γυρίσω αντίστροφα στη δική μας ιστορία.
Εξάλλου τα prints μου είναι τελικά η απόδειξη της παγκοσμιοποίησης, δηλαδή ότι η τέχνη δεν ανήκει σε κανέναν λαό. Η τέχνη δανείζεται, συνομιλεί, ρέει. Τα ρούχα που φτιάχνω μπορούμε να λέμε ότι είναι ελληνικά, αλλά πώς είναι μόνο ελληνικά; Όταν ο Πικάσο έφτιαξε, ας πούμε, τόσα έργα για τον Μινώταυρο, για τον Λαβύρινθο, δεν μετατόπισε το «ανήκειν» του Μινώταυρου; Σίγουρα, από εμάς ξεκίνησε αλλά εμπίπτει πια σε έναν διάλογο. Εμένα μου αρέσει πολύ να κάνω τέτοια «λογοπαίγνια» με τα prints μου, όπως το έντονο print μου σε ένα παλτό που θυμίζει Μαυριτανία αλλά είναι ελληνικό.
Στην πράξη, ποια βήματα ακολουθείς στη σχεδίαση;
Ξεκινάω με το χέρι. Σχεδιάζω κάτι, απομονώνω κάποια λεπτομέρεια που μπορεί να μου αρέσει από μια τοιχογραφία, από ένα αγγείο, από οτιδήποτε, το επεξεργάζομαι και μετά το μετατρέπω σε ψηφιακό.
Παρατηρώ, κυρίως, την επανάληψή του, γιατί δεν παύει το print να είναι ένα μοτίβο που επαναλαμβάνεται. Το διαχειρίζομαι και χρωματικά και μετά το τοποθετώ εκεί που θέλω εγώ, αφού ποτέ δεν αντιγράφω. Δεν κάνω ποτέ φωτογραφική αναπαραγωγή – πολλοί φωτογραφίζουν μοτίβα και τα μεταφέρουν σε ένα ύφασμα. Αυτό δεν μου λέει τίποτα. Τα πάντα είναι σχεδιασμένα εξ αρχής από εμένα.
Παίζεις με πολλούς, αναπάντεχους, χρωματικούς συνδυασμούς…
Ναι! Το χρώμα είναι μια γλώσσα που κατέχω. Δηλαδή, μπορώ καλύτερα να μιλήσω με χρώμα παρά με λόγια. Το χρώμα είναι μια οπτική γλώσσα.
Κάθε κολεξιόν αποτελεί μια ολότητα;
Ναι, αποτελεί μια ολότητα, το βλέπω και σαν μια μουσική σύνθεση. Θέλω να έχει παύσεις, εντάσεις, μουσικότητα. Πρέπει τη συλλογή να την «ακούσεις» και να δεις με το μάτι τη μουσικότητά της. Δηλαδή, πρέπει αυτά τα σημεία που χρησιμοποιείς και ξεκινάς από το μηδέν, να ενταχθούν σε μια χρωματική παλέτα η οποία να λειτουργεί με μια μουσικότητα – να χαμηλώνει, να δυναμώνει, να έχει ωραίες παύσεις και ωραίες εντάσεις. Είναι μια διαδικασία που μου παίρνει μήνες. Τα βλέπω, τα ξαναβλέπω, απορρίπτω, εντάσσω κ.λπ.
Τα ρούχα που δημιουργείς, ενώ έχουν πολλά μοτίβα και χρώματα – καθώς αυτό άλλωστε είναι και το χαρακτηριστικό τους, δεν έχουν «βάρος», δεν μπερδεύουν το μάτι. Αυτό πώς το πετυχαίνεις, πώς καταλαβαίνεις τι «κλωτσάει» ας πούμε; Αυτό είναι ένστικτο, είναι το χάρισμα που λέμε, το ταλέντο;
Αυτό είναι κάτι που πρέπει να το δουλέψεις πολύ και να είσαι συνεπής. Είναι κάτι που δεν εξηγείται, είναι μάλλον ένστικτο και πολλή μελέτη και ενασχόληση. Καταλήγω στην εκάστοτε συλλογή που μπορεί να έχει και 60 και 70 κομμάτια. Από υφάσματα, χρησιμοποιώ μετάξι, συνθετικό μετάξι, βαμβάκι, λινό και πολύ λεπτό βελούδο. Γενικώς επιλέγω υφάσματα που εκτυπώνουν με μεγάλη ακρίβεια τα prints.
Μετά την εκτύπωση, πώς συνεχίζεται η διαδικασία;
Αφού τα prints έχουν γίνει ψηφιακά και έχουν μπει τα χρώματα, αποφασίζω πού θα πάνε σαν κλίμακα, γιατί πρέπει να είναι σε μια συνομιλία με το ανθρώπινο σώμα. Εγώ διαφωνώ με τα ρούχα που γίνονται «σημαία» -δεν είμαι αυτής της φιλοσοφίας. Θεωρώ ότι το πιο σημαντικό είναι ο άνθρωπος, η προσωπικότητα που τα φοράει. Άρα, δεν θέλω να τον καπελώσω με το δικό μου ντύσιμο. Θέλω να τον αγκαλιάσω, να του δώσω μια ωραία κλίμακα. Πάνω από όλα θέλω η ίδια η γυναίκα να νιώθει πιο σημαντική από το ντύσιμο. Δηλαδή, στην ουσία, θέλω το ρούχο να την αγκαλιάσει με μια ωραία αναλογία.
Οπότε αυτό πώς το κάνεις;
Πάλι ενστικτωδώς προσαρμόζω τα μεγέθη των prints στο τρέχον μέτρο του υφάσματος που θα παραγγείλω και τυπώνω δείγματα, προ-δείγματα, όπου βλέπω την τοποθέτηση και μπορεί εκεί να γίνουν κάποιες διορθώσεις. Δεν είναι όλα τα prints για όλα τα ρούχα. Το κάθε print χρειάζεται τη δική του επιφάνεια, οπότε αυτόματα πάει και μπαίνει σε μια κατηγορία με το που σχεδιάζεται και εκτυπώνεται το πρώτο δείγμα. Μου αρέσει επίσης να παίζω -μέσα σε κάποια σημεία που φαίνονται κλασικά να εμφανίζεται ένα χρώμα εντελώς αναπάντεχο. Αυτό για μένα είναι το «αστείο» μου.
Λένε ότι ένας ευτραφής άνθρωπος δεν πρέπει να φοράει prints. Ισχύει αυτό;
Όχι στο δικό μας brand. Έχω δει επανειλημμένα ευτραφείς γυναίκες να τα φοράνε με μεγάλη επιτυχία. Αντιθέτως, μάλιστα, φεύγει το μάτι από διάφορες ατέλειες του σώματος. Ενα print μπορεί πολύ ωραία να αναδείξει την προσωπικότητα της κάθε γυναίκας ή τα χρώματά της, να πιάσει τα ωραία της στοιχεία και να τα αναδείξει.
Σίγουρα πάντως είναι πολύ γυναικεία, πολύ κολακευτικά.
Ευχαριστώ πολύ – θέλω το ρούχο μου να μην έχει τον προφανή αισθησιασμό που έχουμε μάθει. Έχει έναν άλλου είδους αισθησιασμό. Είναι θέμα πολιτικής τοποθέτησης του brand αυτό – η γυναίκα δεν είναι μπιμπελό. Δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο της κοινωνίας. Το print θέλει να αναδείξει την προσωπικότητα και τη διάθεση της γυναίκας, η οποία δεν είναι υποχρεωτικά πάντα χαρούμενη οπότε αυτό της δίνει κάτι πιο χαριτωμένο και «ζωντανό».
Πες μας λίγα πράγματα για τη φετινή καλοκαιρινή κολεξιόν.
Η καλοκαιρινή συλλογή για το 2026 εμπνέεται από τη νεοελληνική κεραμική και από γεωμετρικές φόρμες, αρχέγονες φόρμες που έχουμε συναντήσει στην πορεία των ετών. Ο Χειμώνας του 2026 είχε επίκεντρο το νεοελληνικό κόσμημα – αρκετά μοτίβα είναι εμπνευσμένα από σκουλαρίκια. Γενικά υπάρχει έντονη ελληνικότητα, αλλά όχι με τη φολκλόρ διάθεση που έχουμε μάθει. Γιατί, για μένα, ελληνικότητα δεν είναι το άσπρο και το μπλε σπιτάκι, είναι η γεωμετρία, η δομή.
Οταν ξεκινάς να φτιάχνεις ένα μοτίβο, πότε ξέρεις ότι έχει τελειώσει, έχει ολοκληρωθεί;
Το βλέπεις ότι έχει ολοκληρωθεί, είναι ξεκάθαρο. Επίσης, για μένα δεν παύει να υπάρχει και μια εμπορική διάσταση. Δηλαδή, σε έναν συγκεκριμένο αριθμό αλλαγών και τροποποιήσεων, λέω «εντάξει, φρένο, το έχουμε καλύψει το θέμα». Επίσης δεν πετάω τίποτα. Μπορεί να τύχει σε κάποιο από αυτά να επανέλθω και να το ξαναπιάσω μετά από χρόνια.
Εχεις σκεφτεί τι θα κάνεις τον Χειμώνα του ’27;
Πάντα το καλοκαίρι με τον χειμώνα είναι συνδεδεμένα. Δηλαδή, το ίδιο θέμα αναπτύσσεται σε χειμερινή συλλογή, εξελίσσεται και τροποποιείται -και χρωματικά και σαν γραμμή- για το καλοκαίρι. Είναι μια θεματική ενότητα που σπάει σε δύο συλλογές. Τώρα δουλεύω πάνω στα prints του καλοκαιριού για το 2027. Το θέμα είναι η υφαντική τέχνη, το υφαντό κέντημα, αλλά με έναν τρόπο τελείως δικό μου, γιατί νομίζω ότι έχει έρθει η ώρα να αποδοθεί πέρα από την πεπατημένη. Είναι ένα θέμα που το έχουν δουλέψει και άλλοι συνάδελφοι αλλά εγώ θέλω του δώσω κάτι τελείως διαφορετικό, να το προσαρμόσω σε κάτι πιο σύγχρονο.
Τhe Artians by Konstantina, Κολοκοτρώνη 7, Κηφισιά