Parent taking photo of a baby with smartphone. Digital family memories.

ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΘΑ ΑΝΕΒΑΣΩ ΞΑΝΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΟΥ ΣΤΑ SOCIAL MEDIA

Τα παιδιά μου έγιναν viral πριν μάθουν τι σημαίνει κοινό.

Το 2012, η Αθήνα ήταν μια πόλη κουρασμένη, παραδομένη στο γκρι της οικονομικής κρίσης. Ήταν όμως και η χρονιά που μαζί με την αδερφή μου, σχεδόν από ένστικτο και ανάγκη, σώσαμε επτά άλογα από έναν κακοποιητή ιδιοκτήτη. Δεν είχαμε πόρους, δεν είχαμε σχέδιο. Είχαμε μόνο χρόνο, πείσμα και μερικά χέρια βοήθειας. Mαζί με ένα καταφύγιο ζώων, δημιουργήσαμε και ένα ψηφιακό κοινό, στον οποίο χρόνια μετά, τα παιδιά μου θα έμπαιναν χωρίς να δώσουν τη συγκατάθεσή τους.

Από την κρίση στο καταφύγιο

Η διάσωση των αλόγων δεν ήταν ακτιβισμός με κεφαλαία γράμματα. Ήταν περισσότερο μια πράξη της στιγμής. Ήταν στην πραγματικότητα ένα αδιέξοδο. Ή τα παίρναμε ή θα βρίσκονταν στο δρόμο, με ό, τι αυτό σημαίνει. Τον ηρωισμό διαδέχτηκε η πραγματικότητα. Ιδρύσαμε φιλοζωικό σωματείο* για να αποκτήσουμε νομική υπόσταση και δώσαμε σε επτά υποσιτισμένα άλογα, ένα τραυματισμένο ιπποδρομιακό άλογο, μια επιθετική φοράδα, δύο υπέργηρα γαϊδουράκια και, όπως σίγουρα υποψιάζεστε αρκετά αδέσποτα σκυλιά, μια δεύτερη ευκαιρία. Χωρίς σχεδόν να το καταλάβουμε, είχαμε φτιάξει ένα καταφύγιο.

Όχι στην Αθήνα, αλλά στη Βόρεια Εύβοια, στην παραλία της Αγίας Άννας, σε ένα χωριό που είναι σχεδόν έρημο εννέα μήνες τον χρόνο, πράγμα που σημαίνει ότι τα ζώα δεν χρειάζεται να γνωρίσουν την ασφυξία του αναγκαστικού περιορισμού. Η εικόνα είναι ειδυλλιακή, σχεδόν χίπικη. Υπάρχουν όμως και logistics. Υπάρχει και η κανονική ζωή.

Δημιουργώντας κοινό

Για να υπάρξει ένα καταφύγιο, χρειάζονται χρήματα. Και για να βρεθούν χρήματα, χρειάζεται ορατότητα. Έτσι μπήκαν τα social media στη ζωή μας. Δημιουργήσαμε λογαριασμούς, οι εθελοντές μοιράζονταν στιγμές, ένας χορηγός, ένα ετήσιο ημερολόγιο, μικρά crowdfunding. Ένας συνεχής αγώνας επιβίωσης. Ειδικά στην επαρχία, όπου ιππίατροι δεν υπάρχουν.

Κάπου εκεί γνώρισα τον Βαγγέλη, ερωτευτήκαμε και αποκτήσαμε δίδυμα κορίτσια. Τα παιδιά μεγάλωσαν μέσα στο καταφύγιο, ανέβηκαν σε άλογο πριν περπατήσουν, μάζευαν αυγά από το κοτέτσι πριν κάνουν ποδήλατο. Και όπως όλες οι μητέρες, ήμουν εκεί όχι μόνο για να τις σηκώνω όταν έπεφταν, αλλά και για να τις φωτογραφίζω με το κινητό. Μόνο που οι δικές μου παραστάσεις δεν ήταν μόνο μπουσουλήματα και επιφωνήματα ακραίου ενθουσιασμού, αλλά αλληλεπίδρασης με τα άλογα και τα γαϊδουράκια, τις γάτες, τα σκυλάκια και τις κότες. Κάτι ανάμεσα στην Λόρα από το “Μικρό σπίτι στο Λιβάδι”και τον Μόγλη.

Είχα βίντεο και φωτογραφίες με τη Ζωή, τριών ετών να βουρτσίζει ένα άλογο 600 κιλών και να του δίνει στο τέλος “τσιλάκι”. Τη Σοφία να τραγουδάει στις γαϊδουρίτσες και εκείνες να στέκονται ασάλευτες μπροστά της. Όταν ανέβασα για πρώτη φορά τέτοιες φωτογραφίες στο Facebook, παρατήρησα- όχι και τόσο έκπληκτη, δεν είμαι και ανυποψίαστη- πως τα σχόλια, τα share και τα like ήταν υπετριπλάσια από άλλες δημοσιεύσεις. Παιδιά (και μάλιστα δίδυμα) συν ζώα (και μάλιστα άλογα) είναι ο ο άχαστoς αλγόριθμος. Κατάλαβα πως με την παρουσία τους μπορεί η “φωνή” μου να ακουστεί πιο δυνατά και η πληροφορίας να μεταδοθεί πιο εύκολα.

Με ελάχιστες εξαιρέσεις, τα κορίτσια εμφανίζονταν μόνο σε στιγμές αυτής της κοινής ζωής με τα ζώα. Το κείμενο εξηγούσε, περιέγραφε, ζητούσε βοήθεια. Τα κορίτσια έγιναν μέρος της καμπάνιας. Κι ενώ κάτι μέσα μου με έτρωγε ήταν ένας συμβιβασμός που αποδεχόμουν γιατί ο σκοπός ήταν υπαρκτός και πιεστικός. Και ανώτερος, διότι ειλικρινά πιστεύω πως το έργο που παράγουμε είναι σημαντικό. Κυρίως, επειδή δεν σκηνοθετούσαμε κάτι. Δεν υπήρχε σενάριο. Δεν “έστηνα” τα παιδιά. Δεν τους ζητούσαν να αποστηθίσουν ή να κάνουν κάτι συγκεκριμένο. Όσα έχουν αποτυπωθεί ήταν (και είναι) η πραγματική μας ζωή.

Μέχρι που τα κορίτσια έγιναν πιο δημοφιλή από τα άλογα. Ο κόσμος ερχόταν και ζητούσε τα δίδυμα. Κι όταν τις έβλεπαν τους μιλούσαν με μια παράξενη οικειότητα, σαν να είχαν ήδη συναντηθεί κάπου αλλού. «Σε είδα στο βίντεο», έλεγαν. Εκείνες ήταν εντελώς αμήχανες. Δεν καταλάβαιναν. Στο δικό τους μυαλό, τα βίντεο ήταν κάτι μικρό, σχεδόν οικογενειακό. Κάτι που έφευγε από το κινητό και ταξίδευε μέχρι τον παππού, τη γιαγιά, τα ξαδέρφια και τους φίλους μας που μένουν στην Αθήνα, ανθρώπους με όνομα, πρόσωπο και φωνή. Όχι προς ένα αόρατο πλήθος.

Κάποιοι θυμούνταν λεπτομέρειες. «Α, εσύ είσαι που τάισες τα σκυλάκια», έλεγε κάποιος. «Εσύ δεν ήσουν που τραγουδούσες στο γαϊδουράκι;» Τότε έβλεπα τη σύγχυση να περνά από τα μάτια τους στο σώμα τους: ένα ελαφρύ σφίξιμο στους ώμους, μια ματιά προς εμένα, σαν να ζητούσαν μετάφραση. Δεν είχαν λέξεις γι’ αυτό, γιατί δεν υπήρχε ακόμα το νοητικό πλαίσιο. Δεν ήξεραν τι σημαίνει να σε ξέρουν άνθρωποι που εσύ δεν ξέρεις. Να έχει προηγηθεί η εικόνα σου από την παρουσία σου.

Κι εκεί, ανάμεσα σε σανό, σέλες, παιδικές φωνές και το βάρος ενός βλέμματος που δεν μπορούσαν να κατονομάσουν, κατάλαβα ότι κάτι είχε αλλάξει, όχι στον κόσμο, αλλά στη δική μας μικρή γεωγραφία.

Εκεί άρχισα να ανησυχώ.

Τι λέει η επιστήμη

Η ανησυχία δεν είναι υπερβολή. Σύμφωνα με την Αμερικανική Ακαδημία Παιδιατρικής, τα παιδιά προσχολικής ηλικίας δεν μπορούν να κατανοήσουν την έννοια του «κοινού» ή της μόνιμης ψηφιακής αποτύπωσης. Μελέτες στο Journal of Child Psychology and Psychiatry δείχνουν ότι η πρόωρη ψηφιακή έκθεση σχετίζεται με αυξημένα επίπεδα άγχους και σύγχυση γύρω από τα όρια ιδιωτικότητας αργότερα στη ζωή.

Η UNICEF, σε έκθεσή της για τα ψηφιακά δικαιώματα των παιδιών, επισημαίνει ότι η γονική πρόθεση —ακόμα και όταν είναι θετική ή κοινωνικά ωφέλιμη— δεν αναιρεί το δικαίωμα του παιδιού στην ιδιωτικότητα και στη μελλοντική αυτοδιάθεση της εικόνας του. Και μια μεγάλη μελέτη στο JAMA Pediatrics υπογραμμίζει ότι τα παιδιά που εκτίθενται συστηματικά στα social media μέσω των γονέων τους, χωρίς επίγνωση ή επιλογή, μπορεί να εμφανίσουν δυσκολίες στη διαμόρφωση προσωπικής ταυτότητας.

Όχι άλλα analytics

Εκεί κατάλαβα ότι, όσο ηθικός κι αν είναι ο σκοπός, δεν έχω την άδεια τους. Η ψηφιακή εποχή μας με έπεισε ότι η έκθεση είναι ουδέτερη. Ότι μια εικόνα είναι απλώς μια εικόνα, ένα στιγμιότυπο, μια καλή πρόθεση πακεταρισμένη σε pixels. Όμως για τα παιδιά, και ιδίως για τα παιδιά που δεν έχουν ακόμη συνείδηση εαυτού ως δημόσιου προσώπου, όσο μικρό κι αν είναι αυτό το «δημόσιο», η εικόνα δεν είναι περιεχόμενο. Είναι εμπειρία.

Κι αν υπάρχει κάτι που μας μαθαίνουν οι έρευνες, αλλά και η απλή παρατήρηση ενός παιδιού που δεν βρίσκει λέξεις για αυτό που του συμβαίνει, είναι ότι η συναίνεση δεν μπορεί να είναι αναδρομική. Δεν μπορείς να ζητήσεις άδεια εκ των υστέρων για μια παιδική ηλικία που έχει ήδη αρχειοθετηθεί.

Στο καταφύγιο, τα άλογα συνεχίζουν να ζουν χωρίς να γνωρίζουν ποιος τα κοιτάζει. Τα παιδιά μου, όχι. Κάποια στιγμή, κατάλαβα ότι πρέπει να προστατεύσω το δικαίωμά τους να αποφασίσουν αργότερα ποια κομμάτια της ζωής τους αξίζουν να γίνουν ιστορία για άλλους.

Ίσως, τελικά, η αληθινή φροντίδα στην εποχή των social media είναι να αποδεχτείς ότι δεν σου ανήκουν όλες οι στιγμές, ούτε καν εκείνες που εσύ δημιούργησες.

Η νομοθεσία

Μία από τις τελευταίες ειδήσεις των ημερών λέει πως η Ελλάδα δηλώνει «πολύ κοντά» σε μια απαγόρευση για ανηλίκους κάτω των 15 τη χρήση των social media, ενώ η Ισπανία ακολουθεί χώρες όπως η Αυστραλία, η Γαλλία και η Πορτογαλία, ανεβάζοντας το όριο στα 16. Δεν πρόκειται μόνο για ρυθμιστικές αποφάσεις, αλλά για μια καθυστερημένη παραδοχή: ότι η παιδική ηλικία δεν είναι beta version της ενήλικης ζωής. Ότι η έκθεση δεν είναι ουδέτερη και η ορατότητα δεν είναι πάντα προνόμιο. Και ότι, πολύ πριν τα παιδιά μάθουν τι σημαίνει «κοινό», εμείς είχαμε ήδη μάθει να το θεωρούμε δεδομένο. Ίσως τώρα να είναι η στιγμή να τους επιστρέψουμε κάτι από την ανωνυμία που τους πήραμε χωρίς να ρωτήσουμε.

*Πρόκειται για το φιλοζωικό σωματείο Rancheros

Σχετικό Άρθρο

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα