AP Photo/Elise Amendola

ΖΟΥΜΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ, ΔΙΑΡΚΩΣ ΑΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΤΟΙ ΓΙΑ ΤΟ ΓΗΡΑΣ

“Μπορεί να ζούμε περισσότερο, αλλά δεν ξέρουμε απαραίτητα πώς να γερνάμε”.

Ποτέ άλλοτε στην ιστορία της ανθρωπότητας δεν ζήσαμε τόσο πολύ και τόσο καλά. Ποιος θα το περίμενε πριν από μισόν αιώνα; Κι όμως, σήμερα η ταχύτερα αυξανόμενη ηλικιακή ομάδα είναι οι άνθρωποι άνω των 80 ετών. Ο αριθμός των ανθρώπων μάλιστα που είναι πάνω 80 ετών αναμένεται να τριπλασιαστεί μέχρι το 2050!

Όσο μεγαλώνει η διάρκεια της ζωής, τόσο και περισσότερο αποδεικνύεται πως είμαστε ελάχιστα προετοιμασμένοι για όσα φέρνει το γήρας.

Η ιατρική κάνει θαύματα και οι δημοφιλείς όσο και αγχωτικές συμβουλές για «σωστή ζωή» είναι παντού: υγιεινή διατροφή, άσκηση, διαρκής αυτοβελτίωση, νεανική εμφάνιση.

Ζούμε για το πούμε πιο ωμά, κάτω από τη δυναστεία των συμβουλών που μας κατακλύζουν καθημερινά: μην καπνίζεις, μην πίνεις, απόφυγε τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα· γυμνάσου, βγες στη φύση, μάθε μια καινούργια γλώσσα, βρες ένα καινούργιο χόμπι.

Πράγματα αδιανόητα ή απαγορευμένα κάποτε, σήμερα θεωρούνται ρουτίνα. Η αισθητική επέμβαση – είτε με καλλυντικά είτε με χειρουργείο – υπόσχεται να καθυστερήσει τον χρόνο ή, έστω, να τον καμουφλάρει.

Γι’ αυτό έχουν πολύ ενδιαφέρον και αφήνουν αιχμές για γενικότερο προβληματισμό οι απόψεις του Βρετανού συγγραφέα και ψυχοθεραπευτή Frank Tallis, ο οποίος ούτε λίγο ούτε πολύ υποστηρίζει ότι η μακροζωία δεν συνοδεύεται απαραίτητα από ψυχική ετοιμότητα των… νέων ηλικιωμένων. Μπορεί, με άλλα λόγια, να ζούμε περισσότερο, αλλά δεν ξέρουμε απαραίτητα πώς να γερνάμε.

Στο πρόσφατο βιβλίο του Wise: Finding Purpose, Meaning and Wisdom Beyond the Midpoint of Life, που αποτέλεσε την αφορμή για εκτενές άρθρο στον Guardian, ο Tallis υποστηρίζει ότι η κοινωνία μας έχει εστιάσει σχεδόν αποκλειστικά στο τι μπορεί να πάθει το σώμα μας και πως αυτό μπορεί να αποφευχθεί ή να διορθωθεί και στις ψυχικές και υπαρξιακές διαστάσεις του γεγονότος.

Το επικρατέστερο δημόσιο πιστεύω περιστρέφεται γύρω από τα δεινά της ώριμης ηλικίας και τις πιέσεις στα συστήματα υγείας και όχι γύρω από το πώς μπορεί ένας άνθρωπος να ζήσει τα τελευταία του χρόνια με νόημα, επικοινωνία, δημιουργικότητα όσο είναι εφικτό αλλά και εσωτερική πληρότητα.

AP Photo/Emilio Morenatti

Η μέση ηλικία — κάποτε γύρω στα σαράντα και τώρα ίσως και κοντά στα πενήντα — παρουσιάζεται συχνά ως πρόβλημα, ως «κρίση» και μάλιστα συχνά με ειρωνικό ή επιφανειακό τρόπο.

Για τον Βρετανό συγγραφέα, όμως, δεν πρόκειται για ένα πολιτισμικό στερεότυπο, αλλά για μια πραγματική ψυχολογική καμπή.
Είναι το κρίσιμο σημείο όπου οι κάποτε φιλοδοξίες της νεότητας συγκρούονται πια με τα όρια του σώματος, όπου ο θάνατος παύει να είναι αφηρημένη έννοια και γίνεται ορατός μέσα από την ασθένεια των γονιών ή τις πρώτες απώλειες συνομηλίκων.

Το πρόβλημα, υποστηρίζει ο ίδιος , δεν είναι ότι αλλάζουμε — καθώς τούτο είναι αναπόφευκτο — αλλά ότι δεν μπορούμε να προσαρμοστούμε.

Ο ίδιος έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι πολύ συχνά επιμένουμε να ζούμε σύμφωνα με μια παλιά εικόνα του εαυτού μας, αγνοώντας το γεγονός πλησιάζουμε στα περήφανα γηρατειά με αποτέλεσμα οι σωματικές, ψυχικές και συναισθηματικές μας δυνατότητες να μεταβάλλονται.

Η αποδοχή όμως αυτής της αλλαγής οδηγεί απαραίτητα σε παραίτηση; Ή μήπως αποτελεί απλώς προϋπόθεση ωριμότητας και ανάγκη μια νέας εγρήγορσης;

Ο Tallis αντλεί επιχειρήματα από την ψυχολογία, την ψυχανάλυση και τη φιλοσοφία — από τον Jung έως τους Στωικούς — για να δείξει ότι η ψυχική υγεία συνδέεται με μια εσωτερική ολοκλήρωση.

Όταν ο άνθρωπος αποκόπτει τον εσωτερικό του κόσμο από την καθημερινή ζωή, όταν αποφεύγει τη σιωπή, την ενδοσκόπηση και την επεξεργασία των εμπειριών του, δημιουργείται ένα κενό που αργά ή γρήγορα εκδηλώνεται ως διαρκές άγχος, αλλά αϋπνία, μελαγχολία ή υπαρξιακή αίσθηση ματαιότητας.

Μια επικρατούσα σύγχρονη κουλτούρα δυσκολεύει περισσότερο τα πράγματα. Τι άλλωστε μπορεί να περιμένει κάποιος σε μια κοινωνία που βλέπει τη γήρανση ως τεχνικό πρόβλημα που πρέπει να «διορθωθεί»;

Λύσεις όπως αισθητικές επεμβάσεις, τεχνολογικές υποσχέσεις παράτασης της ζωής, ακόμη και φαντασιώσεις ψηφιακής αθανασίας είναι οι εκδοχές μιας αυταπάτης.

Η άρνηση του θανάτου — προσωπική ή συλλογική — γίνεται κεντρικό μοτίβο. Ο Tallis φτάνει μάλιστα να παρομοιάσει την άρνηση της κλιματικής κρίσης με μια ιδιότυπη συλλογική άρνηση της θνητότητας.

Ας το σκεφτούμε διαφορετικά: Το να γίνει η ηλικιακή μερίδα των πάνω από τα ογδόντα η πολυπληθέστερη όλων είναι από μόνο του ένας θρίαμβος.

Ο γνωστός για το σουρεαλιστικό του χιούμορ Achille Campanile (1899-1977), Ιταλός θεατρικός συγγραφέας, δημοσιογράφος και κριτικός τηλεόρασης έγραψε:

«Αλλά αυτοί οι γέροι με άφηναν ανέκαθεν έκπληκτο. Πώς τα κατάφερναν άραγε να περάσουν μέσα από τόσους κινδύνους και να φτάσουν σώοι και αβλαβείς σ’ αυτήν την ηλικία; Πώς τα κατάφερναν να μην τελειώσουν τη ζωή τους κάτω απ’ τις ρόδες ενός αυτοκινήτου, πώς ξεπέρασαν τις θανατηφόρες αρρώστιες, πώς μπόρεσαν να αποφύγουν κάποιο κεραμίδι, κάποια επίθεση, κάποια σύγκρουση τρένων, ένα ναυάγιο, έναν κεραυνό, ένα πέσιμο, μια σφαίρα τέλος πάντων; Ε, λοιπόν, αυτοί οι γέροι πρέπει να ‘χουν τον δαίμονα μέσα τους! Ορισμένοι μάλιστα τολμούν ακόμη να διασχίζουν αργά αργά το δρόμο»!

Αξίζει να δώσουν οι μεσήλικες τη μάχη γι’ αυτό το έπαθλο της μακροβιότητας με ποιότητα ζωής και γαλήνη. Άντε όμως τώρα να γεράσεις καλά σε έναν κόσμο που φοβάται τον χρόνο.

Σχετικό Άρθρο

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα