Άσπα Κουλύρα

“ΟΠΟΙΟΝ ΠΙΝΕΙ ΣΤΟΝ ΕΝΟΙΚΟ, ΤΟΝ ΘΕΩΡΩ ΣΟΒΑΡΟ ΑΝΘΡΩΠΟ”

Η ιστορία ενός αυθεντικού ποτάδικου της Αθήνας: εκεί όπου έχουν πιει λογοτέχνες, ηθοποιοί και εικαστικοί που κρέμασαν τα έργα τους στους τοίχους του· το μπαρ όπου ο Πλοίαρχος έχει τη δική του γωνία και ο Χρήστος Βακαλόπουλος χρωστάει ένα ρούμι κόλα.

Έχω μια σειρά από σημειώσεις στο κινητό μου με ατάκες που έχω ακούσει κατά περιόδους και, με κάποιον τρόπο, μου έκαναν. Κάποιος, λοιπόν, μου είχε πει αυτή που αξιοποίησα στον τίτλο, αλλά δεν έχω σημειώσει δίπλα το όνομά του – δεν πειράζει. Όσο για την εγκυρότητά της, αυτό που μπορώ να πω με σιγουριά είναι πως ο Ένοικος της οδού Καλλιδρομίου στα Εξάρχεια είναι ένα γνήσιο ποτάδικο, χωρίς φαντεζί τρόπους.

«Προσπάθησε να το ελαττώσεις, θα σώσεις την ψυχούλα σου», με συμβουλεύει ο βετεράνος της μπάρας καθώς εγώ ψάχνω πάλι κάτι να βρω στις σημειώσεις του κινητού μου. Ο Βαγγέλης Ζαφειρόπουλος μπορεί να μην βρίσκεται πια στο πόστο που κρατούσε από το 1991, αλλά το χούι, λένε, δεν κόβεται εύκολα και γι’ αυτό κάθε φορά που μπαίνει στο μαγαζί που εκείνος έφτιαξε αρχίζει να τακτοποιεί πράγματα και να τσεκάρει λεπτομέρειες που το γυμνό μάτι δεν θα διακρίνει, κι ας είναι ήδη όλα στην εντέλεια.

– Φτιάξε το καδράκι σου μωρέ εκεί, γέρνει προς τα αριστερά.

– Άστο να γέρνει, δεν πειράζει, κάτσε να μιλήσουμε.

–Πειράζει, γιατί όποιος κάτσει εδώ θα νιώθει μεθυσμένος από το δεύτερο ποτό,

θα πει ο Βαγγέλης στον Γιώργο Αντωνόπουλο που κρατάει σήμερα το τιμόνι του μαγαζιού και θα γελάσουν. Το εν λόγω κάδρο περιτριγυρίζεται από δεκάδες άλλα, που δεν καρφώθηκαν τυχαία στους τοίχους – αλλά θα φτάσω και εκεί.

Ο Βαγγέλης, αυτός ο Μπραχαμιώτης που μετακόμισε στα δεκαοχτώ του στα Εξάρχεια, έψαχνε τι δουλειά θα κάνει όταν επέστρεψε στο κέντρο της Αθήνας από το Παρίσι, όπου είχε βρεθεί για να ασχοληθεί με τα εικαστικά. «Μέχρι τα τριάντα τρία μου χρόνια ήμουν έξω από τη μπάρα, και το απ’ έξω με το από μέσα έχει τεράστια διαφορά. Καμία σχέση, κατελήφθην εξαπίνης».

Ο Γιώργος Ζαφειρόπουλου, ο άνθρωπος που έστησε τον Ένοικο της οδού Καλλιδρομίου. Άσπα Κουλύρα

Και από εκεί που έλεγε ότι θα κρατήσει το μπαρ για λίγα χρόνια και ότι δεν μπορούσε να δεσμευτεί αγοράζοντας σπίτι στην περιοχή, γιατί μπορεί να θελήσει να φύγει ξανά στο εξωτερικό, τελικά ο Ένοικος φέτος έφτασε τα τριάντα πέντε του χρόνια.

«Όταν παρέλαβα το μαγαζί, ήταν μια αποθήκη με το πατάρι της πεσμένο. Το έβλεπα με τους φίλους μου και γελάγαμε, λέγαμε ότι θα το φτιάξουμε. Μου έλεγαν διάφοροι: «Βαγγέλη, θα κάνουμε κάτι μαζί;». Αλλά κανείς δεν είχε λεφτά. Και είπα να το προχωρήσω μόνος μου, παρότι δεν είχα μία ούτε κι εγώ. Δούλεψα για λίγο στο Παρασκήνιο (σ.σ. το παραδιπλανό μαγαζί), προκειμένου να μπορώ να πληρώνω τα ενοίκια, και δανειζόμουν λεφτά από σένα, που ήσουν φίλη μου, και μετά έπαιρνα από έναν άλλον φίλο για να δώσω σε σένα. Είχα ένα τετράδιο και, όταν έβρισκα κάποιον για να δανειστώ, έβαζα το όνομά του τελευταίο και ξεχρέωνα τον πιο πάνω. Έτσι κατάφερα και έφτιαξα τον Ένοικο, όχι πως έκανα κάτι σπουδαίο. Άλλωστε, εμένα μου άρεσε πραγματικά το μαγαζί στην πορεία, λόγω του κόσμου που μάζεψε. Οι άνθρωποι φτιάχνουν τα μαγαζιά». Θα συμφωνήσω.

«Έχει να κάνει, βέβαια, και με το ποιους θες να έχεις εσύ πελάτες, ποιους θέλεις να προσελκύσεις. Γιατί ήρθαν και κάποιοι που το μαγαζί, με τον τρόπο τους, “ξέρναγε”. Θυμάμαι μια παρέα θαμώνων που συζητούσε για εκδόσεις και, εκείνη την ώρα, να μπαίνουν δύο τύποι και να λένε: “Τι είναι εδώ ρε συ, νεκροταφείο;”. Φαινόταν ότι είχαν λεφτά να χαλάσουν, αλλά εμένα δεν με ενδιέφερε αυτό. Ήπιαν δυο ποτά, έφυγαν και δεν επέστρεψαν. Έτσι πορεύτηκε το μαγαζί όλα αυτά τα χρόνια».

Στα Εξάρχεια των πολλών εκδοτικών, των τυπογραφείων και της ροκ-πανκ σκηνής, από τότε που την έδιωξε ο Αντώνης Τρίτσης από την Πλάκα, στην Καλλιδρομίου, που προσέλκυε πάντα τους ανθρώπους του βιβλίου αλλά και εκείνους του θεάτρου, την ατόφια αθηναϊκή ιντελιγκέντσια αλλά και τους ντιλεντάτηδες, οι πρώτοι τακτικοί επισκέπτες του Ενοίκου ήταν οι λογοτέχνες: ο Κωστής Παπαγιώργης, ο Ευγένιος Αρανίτσης, ο Ηλίας Λάγιος, ο Νίκος Σταθόπουλος, ο Ηρακλής Λογοθέτης, ο Γιώργος Κακουλίδης, ο Γιώργος Κοροπούλης, ο Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης, «που έχω μάθει τώρα τελευταία και του βάζω κάτι λάικ στο Facebook. Όλο συζητήσεις έκαναν όλοι αυτοί, πολλές ιδέες έχουν γεννηθεί εδώ, και άλλοι τόσοι τσακωμοί έχουν γίνει, ακόμα και κανά δυο τσαμπουκάδες, αλλά αυτοί οι άνθρωποι δεν ήξεραν να δέρνονται – χτύπαγαν τον αέρα, που έλεγε ο Σαββόπουλος», περιγράφει ο Βαγγέλης Ζαφειρόπουλος και γελάει με την ψυχή του, όπως και με τις περισσότερες αναμνήσεις από το μπαρ που πήρε το όνομά του από την ταινία The Tenant του Ρομάν Πολάνσκι. «Μου το πρότεινε ένας φίλος σκηνοθέτης και το βρήκα καλό. Ένοικοι είμαστε όλοι έτσι κι αλλιώς, και όλα νοικιασμένα είναι, και η ίδια η ζωή».

Άσπα Κουλύρα

Άσπα Κουλύρα

Εκεί έβγαινε και ο πυρήνας του πρωτοποριακού Θεάτρου Αμόρε, και από ένα πάρτι στον Ένοικο, όπου τραγουδούσε η Μάρθα Φριντζήλα, λέγεται πως βρέθηκε σε μια ακρόαση που την οδήγησε τελικά σε έναν επιδαύριο χορό. Δίπλα στις κορνιζαρισμένες αφίσες από διάφορες παραστάσεις σκηνοθετών και ηθοποιών που έχουν περάσει από αυτό το μπαρ στέκονται και άλλα τόσα εξώφυλλα βιβλίων, πολλά από τα οποία έχουν παρουσιαστεί εκεί μέσα – μια παράδοση που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Ανάμεσά τους διακρίνω το χαρακτηριστικό εξώφυλλο από τη Γραμμή του Ορίζοντος του Χρήστου Βακαλόπουλου, του μυθιστορήματος που προκάλεσε ντελίριο ενθουσιασμού σε μια μερίδα βιβλιόφιλων όταν επανακυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Εστία το καλοκαίρι του 2024.

«Ήταν πολύ φίλος ο Χρηστάκος. Στεκόταν όρθιος εδώ που κάθομαι αυτή τη στιγμή και μου ζήτησε να του βάλω ένα ρούμι κόλα. Όπως τα λέγαμε, δεν τον έβλεπα πολύ καλά, μου είπε ότι πρέπει να πάει στο νοσοκομείο και ότι θα τα πούμε σε περίπου δέκα με δεκαπέντε μέρες. Κάνει να πληρώσει, αλλά του είπα ότι θα τα βρούμε την επόμενη φορά. Όμως δεν τα κατάφερε, δεν ξανάρθε ποτέ. Έχω από τότε μια φωτογραφία του στο μπαρ και δεν την έβγαλα ποτέ. Θυμάμαι και ένα ανέκδοτο που μας είχε πει μια φορά:

Εμφανίζεται ένας δήμιος σε έναν καταδικασμένο σε θάνατο βαρυποινίτη και του λέει: “Πάμε, φύγαμε”. Καθώς βγαίνουν από το κελί και παίρνουν τον δρόμο για τον τόπο της εκτέλεσης, ο βαρυποινίτης μουρμουράει: “Κάνει πολύ κρύο σήμερα”. Και ο δήμιος απαντά: “Εμένα μου το λες, που έχω να γυρίσω και πίσω;”. Του λέγαμε: “Τι λες ρε Χρήστο;”, αλλά κάναμε γέλια πολλά».

Ο Γιώργος Αντωνόπουλος, η δεύτερη γενιά που κρατάει ζωντανό ένα από τα τελευταία αυθεντικά ποτάδικα της Αθήνας. Άσπα Κουλύρα

Με αφορμή το ρούμι κόλα που έπινε ο Βακαλόπουλος, ο Βαγγέλης θυμήθηκε και όλους εκείνους τους διεθνείς καλλιτέχνες που πέρασαν από το μαγαζί το 2017 με τον καλλιτεχνικό διευθυντή της Documenta 14, Άνταμ Σίμτσικ. Του ζητούσαν long drinks και κάποιοι από αυτούς φωτογράφιζαν τα ποτήρια τους, «γιατί εδώ δεν έχουμε μεζούρα, και τους έκανε εντύπωση αυτό. Έλεγαν: “Κοίτα ποτά που φτιάχνουν στην Ελλάδα”. Κάτι τέτοιες βραδιές τις χαρακτηρίζω “χάπενινγκς” και καλό είναι να συμβαίνουν πού και πού — ανανεώνουν την καθημερινότητα που έχει ένα τέτοιο μπαρ».

Είναι βράδυ Παρασκευής και εγώ έχω πιάσει τη θέση του Πλοιάρχου, τη γωνιακή, στην οποία αναγράφεται σε μια μικρή χρυσή πλακέτα πάνω στη μπάρα το όνομα του Τάσου Παυλόπουλου. Ποιος δεν θα ήθελε να τον τιμήσουν γράφοντας το όνομά του στη μπάρα που συχνάζει, σκέφτομαι, πόσο μάλλον σε εκείνη την προνομιακή θέση του μπαρ όπου μπορείς να ακουμπήσεις και λίγο το σώμα σου στον τοίχο, αν βρίσκεσαι εκεί με τις ώρες.

Η θέση του Πλοιάρχου στον Ένοικο είναι όμως μια απολύτως θεματική γωνιά, αφού εκεί βρίσκονται καδραρισμένα μόνο δικά του έργα και όσα ο ίδιος ζωγράφιζε στα χαρτιά που έβγαζε από τις κασετίνες των τσιγάρων ενώ βρισκόταν στο μπαρ. Ένα βράδυ εμφανίστηκε μια γνωστή Αθηναία γκαλερίστα προκειμένου να τα διεκδικήσει, όμως ο Βαγγέλης αρνήθηκε να πάρει το μεγάλο ποσό που του έδινε γι’ αυτά και, όπως της είπε, δεν ήταν και δικά του. «Ανήκουν στον Ένοικο, τον ξέρεις;». Και κάπως έτσι τελείωσε η κουβέντα.

Άσπα Κουλύρα

Άσπα Κουλύρα

Κάθε καλοκαίρι, όλα αυτά τα κάδρα ο Βαγγέλης τα κατέβαζε προκειμένου να βάψει το μαγαζί και τα καθάριζε ένα ένα. Ξόδευε τρεις μέρες σε αυτή τη διαδικασία και μέχρι να ξανατοποθετήσει στη θέση τους έργα των Πάνου Χαραλάμπους, Νίκου Τρανού, Μαρίας Παπαδημητρίου, Άγγελου Παπαδημητρίου, Θάλειας Χιώτη, Γιάννη Δημητράκη, Βασίλη Φωτόπουλου, Τάκη Ζερδεβά, Γιώργου Ζιάκα, Γιώργου Μπουρναζάκη, Πάρι Χαβιάρα, Νίκου Αλεξίου, Μαίρης Σχοινά, Τζίμη Ευθυμίου, Αλέξανδρου Αλιέα, Παναγιώτη Μητσομπόνου, Γιάννη Βαρελά και άλλων μεγάλων ονομάτων. Εγώ, στο μεταξύ, έχω ερωτευτεί μια κεραμική βεντάλια του Αλέξανδρου Τζάννη, η οποία στέκεται πολύ κοντά σε ένα έργο του ίδιου του Ένοικου, που το θαύμαζα όλο το βράδυ αλλά ξεχάστηκα με την κουβέντα και δεν το ρώτησα παραπάνω γι’ αυτό.

«Η ουσία του πράγματος είναι ότι όλοι αυτοί οι καλλιτέχνες έχουν πιει εδώ μέσα, δεν έχουν μπει τυχαία τα έργα τους εδώ», θα μου πει ο Γιώργος, που ούτε εκείνος ήξερε πώς λειτουργεί ένα μπαρ. Εργαζόταν ως κηπουρός μέχρι που του είπε ο Βαγγέλης ότι πρόκειται να αποσυρθεί και, ως θαμώνας και «ιδρυματοποιημένος» της Καλλιδρομίου, θέλησε να συνεχίσει την ιστορία ενός από τα τελευταία αυθεντικά ποτάδικα της Αθήνας, χωρίς να πειράξει τίποτα σε αυτό, «ούτε τα λουλουδάκια».

Ο νεότερος του μπαρ είναι ένας Χαλανδριώτης που άρχισε να εξερευνά τα Εξάρχεια λόγω της δουλειάς του πατέρα του, που ήταν ένας από τους εκδότες της περιοχής. «Την πρώτη φορά που βγήκα στην Καλλιδρομίου ήταν το 1992, την πρώτη φορά που μπήκα στον Ένοικο ήταν το 1995. Πάντα καθόμουν σε κάποιο τραπέζι με παρέα και, όταν έβλεπα κάποιον να πίνει μόνος του στο μπαρ, τον λυπόμουν. Και παρότι έβγαινα συστηματικά σε όλα τα μαγαζιά του δρόμου, τις δέκα φορές όλες κι όλες στη ζωή μου που έχω βγει μόνος μου, αυτή τη μπάρα επέλεξα, γιατί εδώ αισθανόμουν οικεία».

 

Άσπα Κουλύρα

Τόσο η παλιά γενιά όσο και η νέα φρουρά το δουλεύουν το μπαρ. «Αυτά τα μαγαζιά δεν έχουν τέτοιους τζίρους ώστε να κάνεις απλά το αφεντικό», εξηγεί ο Γιώργος, που στη βάρδια του πίνει στιγμιαίο καφέ, και αυτό είναι κάτι που βλέπεις πια σπάνια από έναν μπάρμαν. Όλα αυτά τα χρόνια, ωστόσο, ο Ένοικος, τόσο του Βαγγέλη όσο και του Γιώργου, δεν λειτούργησε ποτέ πρωί, ακόμα και τώρα πια που η Καλλιδρομίου είναι ζωντανή, ζωντανότατη από το πρωί καθημερινά, που η λαϊκή της έχει μετατραπεί σχεδόν σε ιβέντ για τους γηγενείς αλλά και τους τουρίστες, με αποτέλεσμα να ψάχνεις σκαμπό να κάτσεις κάπου κάθε Σάββατο. «Όταν από τα ενενήντα εννέα μπουκάλια που υπάρχουν εδώ μέσα τα σαράντα εννέα είναι ουίσκι, προφανώς μιλάμε για καθαρόαιμο μπαρ», κατά τον Γιώργο.

Μπαίνει μια φίλη μου στο μαγαζί, κάθεται και ζητάει ένα ανθρακούχο νερό. Ο Γιώργος της λέει πως τέτοια πράγματα δεν δέχεται να καταναλώνονται στη μπάρα του. Αστειεύεται. Ωστόσο, εκείνο που πράγματι δεν επιτρέπει είναι να κάνει κάποιος τη μπάρα προσωρινό του γραφείο. Αυτό το πρωτόκολλο του ποτάδικου δεν το σπάει.

– Έρχονται οι ψηφιακοί νομάδες στο μαγαζί…

– Τι είναι αυτοί; Ψηφιακοί;

– Νομάδες, που μπορεί η έδρα της δουλειάς τους να είναι στη Νέα Υόρκη και αυτοί να εργάζονται από οπουδήποτε. Με ρωτάνε λοιπόν αν υπάρχει πρίζα, αλλά δεν έχω. Και όσους έχουν ανοίξει λάπτοπ στη μπάρα, τους έχω ζητήσει να μεταφερθούν σε τραπέζι.

Άσπα Κουλύρα

«Προφανώς, η πρώτη γενιά θαμώνων έχει αποχωρήσει από το μπαρ γιατί τους τα έχουν κόψει όλα οι γιατροί. Η σημερινή κάθεται με το κινητό και εκείνη την ώρα μπαίνω εγώ και λέω: “Άμα πέσει ο χαλκός πουλήστε, παιδιά”, γελάνε και το αφήνουν. Αλλά το ενδιαφέρον και το σημαντικό είναι ότι εξακολουθώ να βλέπω νέα παιδιά που κάνουν το μπαρ στέκι και το αγαπούν και το σέβονται». Αυτούς τους θαμώνες ο Γιώργος τους αποκαλεί «δεινοσαυράκια». «Έχει μια ιδιαιτερότητα αυτό το μαγαζί. Εδώ θα έρθεις κυρίως για να μιλήσεις, όχι για να διασκεδάσεις. Είτε με παρέα είτε μόνος σου, για την κουβέντα έρχεσαι εδώ. Ακούς; Η μουσική παίζει πάντα χαμηλά. Τέτοια μπαρ δεν υπάρχουν πολλά πια στην Αθήνα».

«Προσπαθώ να κρατήσω αυτό που έφτιαξε ο Βαγγέλης: ένα μαγαζί με χαρακτήρα και ένα μέρος-πέρασμα. Και σίγουρα δεν θα αφήσω δεκαπέντε άτομα με ένα ποτό στο χέρι να φωνάζουν έξω από το μαγαζί. Το ότι υπάρχουμε τόσα χρόνια έχει να κάνει και με το ότι σεβόμαστε τη γειτονιά».

Και, μια και αναφέρθηκε ο Γιώργος στη σχέση που διατηρεί ο Ένοικος με την οικιστική περιοχή όπου λειτουργεί, ο Βαγγέλης παρατηρεί πως το μόνο καλό που έγινε τελευταία στον δρόμο είναι ότι κάηκε μία από τις νέες LED λάμπες, αυτές που έχουν τοποθετηθεί και φωτίζουν ψυχρά και κάπως ανακριτικά το κέντρο της πόλης. Έχει ήδη σηκωθεί από εκείνη τη θέση στην υπέροχη καμπύλη της μπάρας του Ένοικου, για να την πάρει μια παρέα από «δεινοσαύρακια».

Info: Καλλιδρομίου 70, Εξάρχεια.

 

 

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα