ΠΟΥ ΘΑ ΦΑΣ ΠΟΛΥ ΝΟΣΤΙΜΑ ΑΡΑΝΤΣΙΝΙ
Στην Καισαριανή, το Crunchino φέρνει στην Ελλάδα το αυθεντικό sicilian arancino. Με χειροποίητες, γεμιστές μπάλες ρυζιού και έμφαση στην ποιότητα, υπόσχεται μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα street food εμπειρία.
Στην Καισαριανή, ένα νέο γαστρονομικό εγχείρημα επιχειρεί να φέρει στο προσκήνιο ένα αυθεντικό street food της Σικελίας, που μέχρι σήμερα ήταν σχετικά άγνωστο στο ελληνικό κοινό. Το Crunchino αποτελεί το πρώτο κατάστημα στην Ελλάδα που επικεντρώνεται αποκλειστικά στα arancini, τις τραγανές, γεμιστές μπάλες ρυζιού που αποτελούν σήμα κατατεθέν της ιταλικής κουζίνας και θεωρούνται μικρά γευστικά έργα τέχνης.
Το κατάστημα άνοιξε πρόσφατα και ήδη έχει αρχίσει να τραβά την προσοχή τόσο των κατοίκων της περιοχής όσο και των φίλων του street food, που αναζητούν νέες γεύσεις. Με έμφαση στην αυθεντικότητα, τη χειροποίητη παρασκευή και την ποιότητα των υλικών, το Crunchino φιλοδοξεί να συστήσει το arancino όχι απλώς ως ένα γρήγορο σνακ, αλλά ως μια ολοκληρωμένη γαστρονομική εμπειρία, όπου κάθε μπουκιά κρύβει προσοχή και μεράκι.
Επισκεφτήκαμε το Crunchino και μιλήσαμε με τον ιδιοκτήτη του, Αντώνη Μωυσίδη, ο οποίος μας εξήγησε πώς γεννήθηκε η ιδέα αυτού του ιδιαίτερου concept, τις δυσκολίες και τις προκλήσεις ενός εξειδικευμένου καταστήματος, αλλά και πώς οι πρώτες αντιδράσεις των πελατών τον ενθουσίασαν και του έδωσαν δύναμη να συνεχίσει να πειραματίζεται με νέες γεύσεις και συνδυασμού.
Αντώνη, πώς γεννήθηκε η ιδέα να ανοίξεις το πρώτο κατάστημα στην Ελλάδα που επικεντρώνεται αποκλειστικά σε αραντσίνι;
Η ιδέα του να ανοίξω δική μου επιχείρηση μου γαργαλούσε τα αυτιά για αρκετά χρόνια. Το θέμα ήταν να βρω κάτι που θα με γέμιζε, και για μένα θα ήταν το ιδανικό. Σε μια από τις τελευταίες συνεργασίες μου, λοιπόν, μού ζητήθηκε να φτιάξω ένα πιάτο με ελληνική-ιταλική fusion (fusion κουζίνα = τα στοιχεία της μιας μπερδεύονται με μιας άλλης για τη δημιουργία ενός πιάτου). Έτσι, προέκυψε το πιάτο “arancini αλα γεμιστά ορφανά”.
Λίγες μέρες μετά, συνειδητοποίησα ότι μπορώ να συνδυάσω πολλά υλικά για να φτιάξω κι άλλα arancini. Ψάχνοντας, είδα ότι δεν υπάρχει αυτή η ιδέα κάπου, ως βασικό πιάτο, πέρα από αυτά που φτιάχνονται και σερβίρονται ως ορεκτικά σε αυθεντικά ιταλικά εστιατόρια. Από τότε η ιδέα να ανοίξω το μαγαζί αυτό δεν βγήκε από το μυαλό μου.
Πόσο σημαντικό ήταν για σένα να διατηρηθεί η αυθεντικότητα του αραντσίνι μέσα σε ένα ελληνικό περιβάλλον;
Τα αυθεντικά arancini (ο ενικός arancino) σερβίρονται σε μεγαλύτερη μορφή με λίγη γέμιση στο κέντρο τους. Στη Σικελία και, συγκεκριμένα στην ανατολική πλευρά, τα φτιάχνουν μικρότερα, όπως κι εγώ, ονομάζοντας τα arancinetti, δηλαδή mini arancini. Ήταν πολύ σημαντικό για μένα να διατηρηθεί η αυθεντικότητα του αραντσίνι, γιατί η ταυτότητά του είναι δεμένη με την ποιότητα και την ιστορία του. Η πρόκληση ήταν να το εντάξω σε ένα ελληνικό περιβάλλον χωρίς να χαθεί ο χαρακτήρας του με τη μόνη διαφορά ότι το ριζότο μας είναι σε όλο το arancinο κι όχι μόνο στο κέντρο.
Τι ήταν αυτό που σε έκανε να πιστέψεις ότι ένα τόσο εξειδικευμένο προϊόν μπορεί να βρει ανταπόκριση στην ελληνική αγορά;
Είναι ο λόγος που αποφάσισα να το συνδυάσω με την ελληνική κουζίνα και όχι μόνο με ιταλικές γεύσεις. Θεωρώ πως τα ελληνικά πιάτα έχουν πολλά να δώσουν και τι καλύτερο από το να ενταχθούν σε κάτι ναι μεν ιταλικό, αλλά ξεφεύγοντας από τις πίτσες και τις μακαρονάδες. Η ελληνική κουζίνα έχει πλούσιες γεύσεις και παραδοσιακά υλικά που μπορούν να συνδυαστούν δημιουργικά, προσφέροντας -θέλω να πιστεύω- κάτι διαφορετικό και πρωτότυπο στον καταναλωτή. Ταυτόχρονα, δίνει τη δυνατότητα να αναδειχθεί η ελληνική ταυτότητα μέσα σε έναν διεθνή γευστικό κόσμο, φέρνοντας μια φρέσκια προσέγγιση και δημιουργώντας επιλογές που ξεφεύγουν από τα συνηθισμένα. Είναι μια προσπάθεια να ενώσω παραδοσιακά στοιχεία με κάτι πιο σύγχρονο, ώστε να προκύψει μια ολοκληρωμένη και ελκυστική γευστική εμπειρία.
Ποιες ήταν οι μεγαλύτερες δυσκολίες που αντιμετώπισες στο ξεκίνημα του Crunchino;
Η μεγαλύτερη δυσκολία για μένα ήταν το budget, το οποίο και δεν υπήρχε στο βαθμό που θα ήθελα να υπάρχει, για ευνόητους λόγους. Δεν ήθελα σε καμία περίπτωση να κάνω εκπτώσεις στα προϊόντα που είχα στο μυαλό μου για το μαγαζί, όπως π.χ. να πάρω κάτι φθηνότερο που θα έκανε την ίδια δουλειά, αλλά δε θα είχε την ίδια απόδοση γευστικά. Με αποτέλεσμα να πω: οκ, γινόμαστε πολυμίξερ τώρα, λεφτά για εργάτες δεν υπάρχουν. Ήταν πραγματικά μια μεγάλη πρόκληση να πρέπει να τα φτιάξω όλα μόνος μου και να τρέξω το μαγαζί χωρίς βοήθεια, ρισκάροντας τα πάντα. Για καλή μου τύχη όμως, όλα πήγαν καλά, και αυτή η εμπειρία μου έδωσε δύναμη και αυτοπεποίθηση να συνεχίσω και να πιστέψω περισσότερο στο όλο εγχείρημα.
Πώς έχει ανταποκριθεί μέχρι στιγμής ο κόσμος; Ποιες είναι μέχρι σήμερα οι πιο αγαπημένες γεύσεις των πελατών;
Ευτυχώς, πέρα από τους δικούς μου ανθρώπους, έλαβα από νωρίς πολλή αγάπη και στήριξη σε ένα γενικότερο πλαίσιο ακούγοντας μόνο θετικά σχόλια, κι αυτό με έκανε να πιστέψω ακόμα παραπάνω σε όλο αυτό, δίνοντάς μου δύναμη και πείσμα να γίνεται ακόμα καλύτερο ό,τι χτίζεται σε αυτή την ιδέα. Οι αντιδράσεις των πελατών ήταν πραγματικά ενθαρρυντικές και μου έδειξαν ότι υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον για κάτι διαφορετικό και δημιουργικό. Μέχρι στιγμής, οι αγαπημένες γεύσεις των πελατών είναι το Pastitsio Reloaded, το Crunchino Classic και το Chicken Street Bang.
Τι ρόλο παίζει η ποιότητα των πρώτων υλών και η διαδικασία παρασκευής στο τελικό αποτέλεσμα;
Όπως ανέφερα, για μένα η ποιότητα είναι το Α και το Ω για να πετύχει κάτι. Αν δεν επενδύσεις από νωρίς σε αυτό, δεν έχει νόημα γιατί η πρώτη εντύπωση είναι και αυτή που μετράει και θα σε πάει παρακάτω. Όλα είναι χειροποίητα, αυτό σημαίνει ότι για να γίνουν 20 μερίδες ενός κωδικού χρειάζεται ένας άνθρωπος να απασχοληθεί για το μαγείρεμα αρχικά, το πλάσιμο και το πανάρισμα έπειτα, επί 3 ώρες ζυγίζοντας ένα-ένα μπαλάκι ώστε να είναι ίδια γραμμάρια όλα. Μιλάμε για σωστή προετοιμασία, τεχνική, δομή και συνέπεια. Δε σε παίρνει να χάσεις τίποτα από αυτά, αν θες το αποτέλεσμα να μιλάει από μόνο του.
Πώς βλέπεις το μέλλον του street food στην Ελλάδα και πού τοποθετείς το Crunchino μέσα σε αυτό;
Το street food θεωρώ ότι χωρίζεται σε δύο κατηγορίες: το κλασικό παλιό βρώμικο, όπως λέμε, και το εξελιγμένο. Το arancini ανήκει στη δεύτερη κατηγορία αλλά εύχομαι να γίνει τόσο σταθερό και αγαπημένο όσο το βρώμικο σουβλάκι που τρώμε στης Κυρά Αννούλας. Έχω αρχίσει να παρατηρώ ότι έρχονται νέα παιδιά με νέες ιδέες και είναι αυτό που χρειαζόμαστε για να ξεφύγουμε από τα συνηθισμένα. Καλώς ή κακώς το street έχει μπει στη καθημερινότητά μας, υποστηριζόμενο κυρίως από νέους, και κατά τη γνώμη μου, δεν είναι κάτι που έχει σκοπό να φύγει σύντομα.