AP Photo/Abdirahman Aleeli

ΣΟΜΑΛΙΛΑΝΔΗ: ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜΟΥ ΣΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ Η ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΗΣ ΙΣΧΥΟΣ

Η Σομαλιλάνδη αποτινάσσει τον ρόλο του «κράτους-φαντάσματος» και καθίσταται ο ρυθμιστής των εξελίξεων σε ένα νευραλγικό γεωγραφικό σημείο.

Η 26η Δεκεμβρίου 2025 δεν θα καταγραφεί στη σύγχρονη διπλωματική ιστορία μονάχα ως το χρονικό ορόσημο κατά το οποίο ένα κράτος-μέλος του ΟΗΕ αναγνώρισε για πρώτη φορά τη Σομαλιλάνδη. Συνιστά, επί της ουσίας, τη θεσμική επικύρωση μιας τεκτονικής αλλαγής στη γεωπολιτική αρχιτεκτονική του Κέρατος της Αφρικής και του ευρύτερου υποσυστήματος.

Η απόφαση του Ισραηλινού Πρωθυπουργού, Μπενιαμίν Νετανιάχου, να προχωρήσει στην de jure αναγνώριση της αποσχισθείσας δημοκρατίας, αποτελεί μια κίνηση υψηλής στρατηγικής, η οποία στοχεύει στην ανατροπή του status quo σε ένα από τα κρισιμότερα περιφερειακά υποσυστήματα ασφαλείας του πλανήτη: τα Στενά του Μπαμπ ελ Μαντέμπ.

Ενώ η τρέχουσα διεθνής ειδησεογραφία εστιάζει μονοδιάστατα στις διπλωματικές αντεγκλήσεις και την οργή της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης του Μογκαντίσου, η βαθύτερη ανάλυση αποκαλύπτει ότι βρισκόμαστε ενώπιον μιας δομικής ανακατάταξης των σφαιρών επιρροής. Το Ισραήλ, αντιμέτωπο με την ασύμμετρη και υπαρξιακή απειλή των Χούθι, καθώς και με την ιρανική περιφερειακή διείσδυση, επιλέγει να ενεργοποιήσει το ιστορικό «Δόγμα της Περιφέρειας», προσαρμοσμένο ωστόσο στα δεδομένα του 21ου αιώνα. Η αναγνώριση της Σομαλιλάνδης λειτουργεί ως καταλύτης, μετατρέποντας μια «παγωμένη σύγκρουση» σε ενεργό πεδίο ανταγωνισμού Μεγάλων Δυνάμεων.

Σε αυτό το νέο πλαίσιο, οι έννοιες της κρατικής κυριαρχίας και των συνόρων επαναπροσδιορίζονται βίαια υπό το βάρος του πολιτικού ρεαλισμού και των επιταγών της ναυτικής ασφάλειας.

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Προκειμένου να κατανοηθεί πλήρως η βαρύτητα και η πολυπλοκότητα της παρούσας εξέλιξης, απαιτείται η αποδέσμευση από την απλουστευτική και συχνά εσφαλμένη θεώρηση της Σομαλιλάνδης ως μιας τυπικής αποσχιστικής οντότητας. Η περίπτωση της Σομαλιλάνδης διαφέρει δομικά και ουσιαστικά από ανάλογα παραδείγματα που απασχολούν τη διεθνή κοινότητα (όπως οι περιπτώσεις της Καταλονίας, της Μπιάφρα ή της Αμπχαζίας), καθώς εδράζεται σε μια διακριτή αποικιακή και νομική κληρονομιά που της προσδίδει μοναδικά χαρακτηριστικά στο διεθνές δίκαιο.

Ιστορικά, η περιοχή υπήρξε Βρετανικό Προτεκτοράτο (British Somaliland), μια οντότητα με σαφώς οριοθετημένα σύνορα και ξεχωριστή διοικητική δομή από την Ιταλική Σομαλία (Italian Somaliland) στον νότο. Αυτή η διάκριση δεν ήταν απλώς γεωγραφική, αλλά θεσμική και πολιτισμική, δημιουργώντας δύο διαφορετικές πολιτικές παραδόσεις. Την 26η Ιουνίου 1960, η Σομαλιλάνδη απέκτησε την ανεξαρτησία της από το Βρετανικό Στέμμα ως πλήρως κυρίαρχο κράτος, το οποίο αναγνωρίστηκε άμεσα από 35 χώρες, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Πολιτειών και της Σοβιετικής Ένωσης. Για πέντε ημέρες, η Σομαλιλάνδη υπήρξε διεθνώς αναγνωρισμένο υποκείμενο του διεθνούς δικαίου, πριν επιλέξει εθελοντικά, την 1η Ιουλίου 1960, την ένωση με την Ιταλική Σομαλία για τη δημιουργία της Σομαλικής Δημοκρατίας, στο όνομα του παναφρικανικού οράματος για τη «Μεγάλη Σομαλία».

Συνεπώς, η μονομερής διακήρυξη της ανεξαρτησίας το 1991, η οποία ακολούθησε την κατάρρευση του στυγνού δικτατορικού καθεστώτος του Σιάντ Μπάρε και τον αιματηρό εμφύλιο πόλεμο που περιελάμβανε τη στοχευμένη γενοκτονία της φυλής Ισάακ, δεν συνιστά πράξη απόσχισης (secession) από μια ενιαία ιστορική οντότητα. Τουναντίον, ερμηνεύεται νομικά ως διάλυση μιας αποτυχημένης πολιτικής ένωσης (dissolution of union) και ως παλινόρθωση της πρότερης, νομιμοποιημένης κυριαρχίας που το κράτος κατείχε το 1960. Η επιχειρηματολογία της Χαργκέισα βασίζεται στην αρχή ότι η ένωση του 1960 ουδέποτε επικυρώθηκε νομικά με τον προβλεπόμενο τρόπο, και σε κάθε περίπτωση, το κοινωνικό συμβόλαιο καταλύθηκε βίαια από τις ωμότητες του καθεστώτος του Μογκαντίσου.

AP Photo/Brian Inganga

Από το 1991 έως σήμερα, εν μέσω του χάους που κατάπιε τον νότο, η Σομαλιλάνδη έχει επιτύχει έναν πολιτικό άθλο: να οικοδομήσει μια de facto κρατική οντότητα με πλήρως λειτουργικούς θεσμούς. Διαθέτει δικό της Σύνταγμα, εγκεκριμένο με δημοψήφισμα, δικό της νόμισμα (Σελίνι της Σομαλιλάνδης), ανεξάρτητο δικαστικό σώμα, στρατό και αστυνομία που εγγυώνται την ασφάλεια. Το σημαντικότερο, ωστόσο, είναι η εγκαθίδρυση ενός υβριδικού πολιτικού συστήματος που συνδυάζει τη δυτική δημοκρατία με τις παραδοσιακές δομές των πρεσβύτερων (Guurti), επιτρέποντας την ειρηνική και δημοκρατική εναλλαγή στην εξουσία — ένα φαινόμενο σπάνιο για τα δεδομένα της περιοχής.

Το παράδοξο έγκειται στο γεγονός ότι, ενώ η Σομαλιλάνδη πληροί απαρέγκλιτα όλα τα κριτήρια της Σύμβασης του Μοντεβιδέο (1933) για την κρατική υπόσταση (μόνιμος πληθυσμός, σαφώς οριοθετημένο έδαφος, αποτελεσματική κυβέρνηση και ικανότητα σύναψης διεθνών σχέσεων) παρέμενε για δεκαετίες διπλωματικά αόρατη. Η επίμονη άρνηση της διεθνούς κοινότητας, και πρωτίστως της Αφρικανικής Ένωσης, να την αναγνωρίσει, δεν πήγαζε από έλλειψη λειτουργικότητας, αλλά από τον φόβο δημιουργίας ενός επικίνδυνου προηγουμένου.

Η Αφρικανική Ένωση, προσκολλημένη στο δόγμα του απαραβίαστου των αποικιακών συνόρων, φοβόταν ότι η αναγνώριση θα μπορούσε να ανοίξει τον «Ασκό του Αιόλου», αποσταθεροποιώντας τα εύθραυστα μετα-αποικιακά σύνορα σε ολόκληρη την ήπειρο. Η ισραηλινή παρέμβαση έρχεται τώρα να διαρρήξει αυτή τη σιωπηρή συναίνεση, θέτοντας τον ρεαλισμό της ασφάλειας και τη γεωστρατηγική αναγκαιότητα υπεράνω της διπλωματικής ορθότητας και των φοβικών συνδρόμων του παρελθόντος.

ΤΟ ΙΣΡΑΗΛ ΚΑΙ Ο ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΩΝ ΣΤΕΝΩΝ

Η απόφαση του Τελ Αβίβ να προχωρήσει στην αναγνώριση της Σομαλιλάνδης δεν ελήφθη εν κενώ, ούτε αποτελεί προϊόν ευκαιριακού τακτικισμού. Αντιθέτως, συνιστά άμεση απόρροια και αναγκαία προσαρμογή στο ραγδαία μεταβαλλόμενο περιβάλλον ασφαλείας της Ερυθράς Θάλασσας. Η γεωγραφική θέση της Σομαλιλάνδης, η οποία ελέγχει 850 χιλιόμετρα ακτογραμμής στον Κόλπο του Άντεν, της προσδίδει βαρύνουσα γεωστρατηγική σημασία, μετατρέποντάς την σε ρυθμιστή των θαλάσσιων ροών. Λειτουργεί ως το παρατηρητήριο που επιβλέπει τα Στενά του Μπαμπ ελ Μαντέμπ, μια από τις κρισιμότερες θαλάσσιες διόδους παγκοσμίως, μέσω της οποίας διακινείται περίπου το 12% του παγκόσμιου εμπορίου και κρίσιμο ποσοστό των ενεργειακών πόρων προς την Ευρώπη.

Για το ισραηλινό κατεστημένο ασφαλείας, η αναγκαιότητα άμεσης και θεσμικής συνεργασίας με τη Χαργκέισα υπαγορεύεται από δύο αλληλένδετους, υπαρξιακής φύσεως, παράγοντες:

Α. Η στρατηγική σκέψη του Ισραήλ επαναφέρει και ανανεώνει το ιστορικό «Δόγμα της Περιφέρειας» (Periphery Doctrine), το οποίο είχε συλλάβει ο Νταβίντ Μπεν Γκουριόν τη δεκαετία του 1950. Το δόγμα αυτό προέβλεπε τη σύναψη συμμαχιών με μη αραβικά έθνη στην περιφέρεια της Μέσης Ανατολής (τότε την Τουρκία, το Ιράν και την Αιθιοπία) για την αντιμετώπιση του παναραβισμού. Σήμερα, η απειλή έχει μετατοπιστεί γεωγραφικά και ποιοτικά, προερχόμενη κυρίως από την Υεμένη και τους πληρεξούσιους της Τεχεράνης.

Η επιχειρησιακή ικανότητα των Χούθι να επιβάλλουν έναν de facto ναυτικό αποκλεισμό, δημιουργώντας ζώνες άρνησης πρόσβασης (Anti-Access/Area Denial – A2/AD) και πλήττοντας το λιμάνι του Εϊλάτ, κατέδειξε με επώδυνο τρόπο την έλλειψη «στρατηγικού βάθους» (strategic depth) του Ισραήλ στην Ερυθρά Θάλασσα. Το Ισραήλ βρέθηκε ναυτικά αποκλεισμένο στον νότο, με τις Θαλάσσιες Γραμμές Επικοινωνίας (SLOCs) να είναι ευάλωτες. Η αναγνώριση της Σομαλιλάνδης προσφέρει στο Ισραήλ τη δυνατότητα υπέρβασης αυτού του αποκλεισμού. Η απόκτηση πρόσβασης σε εγκαταστάσεις επιτήρησης ή ακόμη και ναυτικής παρουσίας στο βαθύ λιμάνι της Μπερμπέρα, επιτρέπει στο Ισραήλ να προβάλλει ισχύ στα νώτα των ιρανικών πληρεξουσίων, μετατρέποντας την αμυντική του στάση σε επιθετική περικύκλωση.

AP Photo/Ariel Schalit

Β. Η κίνηση αυτή πρέπει να ερμηνεύεται ως δομικό μέρος μιας ευρύτερης ευθυγράμμισης συμφερόντων με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Το Άμπου Ντάμπι εφαρμόζει εδώ και μια δεκαετία μια μακρόπνοη στρατηγική ελέγχου των λιμένων στο Κέρας της Αφρικής (η λεγόμενη στρατηγική «String of Ports»). Μέσω της κρατικής εταιρείας DP World, τα ΗΑΕ έχουν ήδη επενδύσει εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια για τον εκσυγχρονισμό και την επέκταση του λιμένα της Μπερμπέρα, μετατρέποντάς τον σε περιφερειακό κόμβο logistics που ανταγωνίζεται ευθέως το Τζιμπουτί.

Δεδομένου ότι το Τζιμπουτί έχει καταστεί μια «στρατιωτικοποιημένη ζώνη» με την παρουσία ανταγωνιστικών βάσεων (Κίνας, ΗΠΑ, Γαλλίας), τα ΗΑΕ και το Ισραήλ αναζητούσαν έναν «καθαρό» χώρο επιρροής. Η ισραηλινή αναγνώριση λειτουργεί, ουσιαστικά, ως «ομπρέλα ασφαλείας» για τα εμιρατινά οικονομικά συμφέροντα, δημιουργώντας έναν άξονα Ισραήλ-ΗΑΕ-Σομαλιλάνδης. Ο άξονας αυτός στοχεύει στον απόλυτο έλεγχο της νότιας εισόδου της Ερυθράς Θάλασσας, παρακάμπτοντας το πολιτικά ασταθές και διπλωματικά συνωστισμένο Τζιμπουτί.

Συνεπώς, η αναγνώριση συνιστά μια κλασική πράξη εξισορρόπησης ισχύος. Μέσω της Σομαλιλάνδης, το Τελ Αβίβ αποκτά τη δυνατότητα να μεταβάλλει τους όρους εμπλοκής έναντι του «Άξονα της Αντίστασης» του Ιράν, μεταφέροντας την πίεση από τα σύνορά του στην «αυλή» του αντιπάλου.

Η ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΥΠΟΧΩΡΗΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ

Εάν το Ισραήλ αναδεικνύεται ως ο προφανής γεωπολιτικός κερδισμένος της νέας αρχιτεκτονικής ασφαλείας, η Τουρκία καθίσταται, αντιστοίχως, ο μείζων χαμένος της εξίσωσης. Η Άγκυρα, υπό την ηγεσία του Ερντογάν, έχει επενδύσει κατά την τελευταία δεκαετία δυσανάλογα μεγάλο πολιτικό, οικονομικό και στρατιωτικό κεφάλαιο στη Σομαλία, αντιμετωπίζοντάς την ως τον ακρογωνιαίο λίθο της αφρικανικής της πολιτικής. Η στρατηγική αυτή ήταν δομική, αποσκοπώντας στη μετατροπή της Σομαλίας σε προτεκτοράτο τουρκικής επιρροής στην Ανατολική Αφρική. Η ύπαρξη της βάσης TURKSOM στο Μογκαντίσου (η μεγαλύτερη τουρκική στρατιωτική εγκατάσταση εκτός συνόρων, όπου εκπαιδεύεται το 1/3 του σομαλικού στρατού) σε συνδυασμό με τον αποκλειστικό έλεγχο κρίσιμων υποδομών (το Διεθνές Αεροδρόμιο Άντεν Άντε και το λιμάνι της πρωτεύουσας) από τουρκικούς ομίλους, είχαν δημιουργήσει μια σχέση ασύμμετρης εξάρτησης, σχεδόν κηδεμονίας.

Η ανεξαρτητοποίηση της Σομαλιλάνδης, και μάλιστα υπό τη στρατηγική αιγίδα του Ισραήλ και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, συνιστά ευθύ και καίριο πλήγμα στην τουρκική στρατηγική στρατηγικού βάθους στο Κέρας της Αφρικής. Η δημιουργία ενός ανταγωνιστικού, δυτικόστροφου πόλου εξουσίας στη Χαργκέισα, ο οποίος ευθυγραμμίζεται ανοιχτά με γεωπολιτικούς αντιπάλους της Τουρκίας, ακυρώνει την ικανότητα της Άγκυρας να προβάλλει ισχύ μονοπωλιακά στην περιοχή. Το γεωπολιτικό μονοπώλιο της Τουρκίας θρυμματίζεται, καθώς η Σομαλιλάνδη προσφέρει μια εναλλακτική οδό πρόσβασης στην ενδοχώρα της Αφρικής (κυρίως προς την Αιθιοπία), παρακάμπτοντας τις ελεγχόμενες από την Τουρκία υποδομές του Μογκαντίσου. Επιπλέον, το ιδεολογικό αφήγημα του Ερντογάν περί της Τουρκίας ως του μοναδικού «προστάτη των απανταχού μουσουλμάνων» κλονίζεται συθέμελα, καθώς ένα αμιγώς μουσουλμανικό έθνος (Σομαλιλάνδη) επιλέγει ρεαλιστικά τη σύμπλευση με το εβραϊκό κράτος για να διασφαλίσει την κρατική του επιβίωση και την οικονομική του ανάπτυξη.

AP Photo/Michael Varaklas

Για την Αθήνα, η εξέλιξη αυτή παρουσιάζει ιδιαίτερο και πολυδιάστατο ενδιαφέρον, που υπερβαίνει την απλή παρατήρηση των διεθνών τεκταινόμενων. Η ελληνική διπλωματία οφείλει να παρακολουθεί στενά την αποδυνάμωση του «τουρκικού τόξου» επιρροής, το οποίο η Άγκυρα προσπαθούσε να οικοδομήσει περιμετρικά της Αιγύπτου και του Ισραήλ, εκτεινόμενο από τη Λιβύη έως τη Σομαλία. Η ανάδυση νέων περιφερειακών συμμαχιών (Ισραήλ-Σομαλιλάνδη-ΗΑΕ) που λειτουργούν ως ανάχωμα στον τουρκικό επεκτατισμό, εξυπηρετεί τα ελληνικά συμφέροντα, καθώς περιορίζει τη δυνατότητα της Τουρκίας να ελέγχει ή να απειλεί τις κρίσιμες οδούς ναυσιπλοΐας της Ερυθράς Θάλασσας, οι οποίες είναι ζωτικής σημασίας για την ελληνική εμπορική ναυτιλία και τη σταθερότητα της Ανατολικής Μεσογείου.

Επιπροσθέτως, η πολυπλοκότητα του περιφερειακού παιγνίου αναδεικνύεται μέσα από τη στάση της Αιγύπτου. Η ευθυγράμμιση του Καΐρου με το Μογκαντίσου (αν και φαινομενικά το φέρνει στο ίδιο στρατόπεδο με την Τουρκία) δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως σύγκλιση συμφερόντων με την Άγκυρα. Η αιγυπτιακή κινητικότητα υπαγορεύεται αποκλειστικά από την υπαρξιακή ανάγκη ανάσχεσης της Αιθιοπίας (λόγω της διαμάχης τους για το Φράγμα της Αναγέννησης) και την αποτροπή της αιθιοπικής πρόσβασης στην Ερυθρά Θάλασσα μέσω της Σομαλιλάνδης. Αυτή η διάσταση συμφερόντων μεταξύ Αιγύπτου και Τουρκίας, παρά την προσωρινή τακτική σύμπλευση, δημιουργεί ρωγμές στο αντι-ισραηλινό μέτωπο, προσφέροντας στην Ελλάδα περιθώρια διπλωματικών ελιγμών για την περαιτέρω ενίσχυση των τριμερών σχημάτων συνεργασίας στην περιοχή.

Η ΕΡΓΑΛΕΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΙΑΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ

Παράλληλα με τις διπλωματικές διεργασίες, κρίσιμη παράμετρος της νέας εξίσωσης αποτελεί η διαχείριση της πληροφορίας στο επικοινωνιακό πεδίο. Στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου έχει τεθεί η έντονη φημολογία, η οποία αναπαράγεται από μερίδα αραβικών μέσων ενημέρωσης, περί ύπαρξης ειδικής ρήτρας στη συμφωνία Νετανιάχου-Αμπντουλάχι που αφορά τη μετεγκατάσταση Παλαιστινίων προσφύγων από τη Λωρίδα της Γάζας στη Σομαλιλάνδη.

Το ζήτημα αυτό έχει αναδειχθεί σε κομβικό σημείο τριβής. Από τη μία πλευρά, οι κυβερνήσεις της Χαργκέισα και του Τελ Αβίβ έχουν προχωρήσει σε κατηγορηματικές διαψεύσεις, χαρακτηρίζοντας τα εν λόγω σενάρια ως ανυπόστατα. Από την άλλη πλευρά, η επιμονή των αναφορών αυτών δημιουργεί μια νέα πολιτική πραγματικότητα, η οποία παράγει συγκεκριμένα αποτελέσματα, ανεξαρτήτως της εγκυρότητας των ισχυρισμών. Για την Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση της Σομαλίας, η διασύνδεση της ανεξαρτησίας της Σομαλιλάνδης με το Παλαιστινιακό ζήτημα προσφέρει διπλωματικό έρεισμα, επιτρέποντας την πλαισίωση της εδαφικής διαφοράς ως προέκταση της ευρύτερης αραβο-ισραηλινής σύγκρουσης.

Η δυναμική αυτού του αφηγήματος είναι ισχυρή, καθώς κινητοποιεί αντανακλαστικά αλληλεγγύης στον Αραβικό Σύνδεσμο και θέτει την ηγεσία της Σομαλιλάνδης προ του κινδύνου της ηθικής απονομιμοποίησης στα μάτια του μουσουλμανικού κόσμου. Είτε πρόκειται για πραγματικό σχεδιασμό είτε για εργαλείο πολιτικής πίεσης, η συζήτηση περί «εκτοπισμού» λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής πολιτικού κόστους για τη Χαργκέισα.

Ταυτόχρονα, η είσοδος του Ισραήλ στην εξίσωση ασφαλείας του Κέρατος της Αφρικής αναπόφευκτα εργαλειοποιείται από μη κρατικούς δρώντες, όπως η οργάνωση Al-Shabaab. Η παρουσία του ισραηλινού παράγοντα προσφέρει το ιδεολογικό υπόβαθρο για τη μετατόπιση της σύγκρουσης από το πολιτικό/εθνικό επίπεδο στο θεολογικό. Η ερμηνεία των εξελίξεων ως «εισβολή ξένων δυνάμεων» εγκυμονεί τον κίνδυνο ριζοσπαστικοποίησης τμημάτων του πληθυσμού, απειλώντας την κοινωνική συνοχή και τη σταθερότητα της Σομαλιλάνδης. Η πιθανότητα προσέλκυσης ξένων μαχητών ή η στοχοποίηση ισραηλινών συμφερόντων στην περιοχή, συνιστούν σενάρια που οι αναλυτές ασφαλείας οφείλουν να συνυπολογίσουν, καθώς η «μάχη των αφηγημάτων» τείνει να διαμορφώνει το πεδίο εξίσου καθοριστικά με τους συσχετισμούς της στρατιωτικής ισχύος.

AP Photo/Abdel Kareem Hana

ΟΙ ΣΚΕΨΕΙΣ ΣΕ ΟΥΑΣΙΝΓΚΤΟΝ ΚΑΙ ΠΕΚΙΝΟ

Σε επίπεδο διεθνούς συστήματος, το ζήτημα της Σομαλιλάνδης ανάγεται σε πεδίο ανταγωνισμού Μεγάλων Δυνάμεων. Η αντίδραση των ισχυρών δρώντων του συστήματος δεν είναι μονοδιάστατη, αλλά αντανακλά ευρύτερες στρατηγικές προτεραιότητες και φοβικά σύνδρομα που συνδέονται με την παγκόσμια κατανομή ισχύος.

Η σφοδρή και άμεση αντίθεση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας στην αναγνώριση της Σομαλιλάνδης ελάχιστη σχέση έχει με την ίδια την Αφρική ή την οικονομική αξία της περιοχής. Για το Πεκίνο, το ζήτημα προσλαμβάνει υπαρξιακές διαστάσεις νομικής και πολιτικής φύσεως. Η κινεζική ηγεσία αντιλαμβάνεται την επιτυχή απόσχιση και, κυρίως, τη de jure διεθνή αναγνώριση ενός de facto κράτους, ως ένα εξαιρετικά επικίνδυνο νομικό προηγούμενο. Ο φόβος της Κίνας έγκειται στο ότι η περίπτωση της Σομαλιλάνδης θα μπορούσε να εργαλειοποιηθεί μελλοντικά ως μοντέλο για την Ταϊβάν, υπονομεύοντας το θεμέλιο λίθο της κινεζικής εξωτερικής πολιτικής: την «Αρχή της μίας Κίνας».

Η ανησυχία αυτή επιτείνεται από την ήδη υφιστάμενη και ενισχυόμενη σχέση μεταξύ Ταϊπέι και Χαργκέισα. Η Ταϊβάν, ούσα και η ίδια σε αναζήτηση διεθνούς νομιμοποίησης, έχει προχωρήσει σε ανταλλαγή διπλωματικών γραφείων με τη Σομαλιλάνδη, δημιουργώντας έναν άτυπο «άξονα των παριών» της διεθνούς διπλωματίας. Η προοπτική ένταξης του Ισραήλ σε αυτό το πλέγμα σχέσεων δημιουργεί για την Κίνα έναν εφιάλτη «δημοκρατικής περικύκλωσης», οδηγώντας το Πεκίνο σε αναγκαστική σύμπλευση με το καθεστώς του Μογκαντίσου στο όνομα της προάσπισης της «εδαφικής ακεραιότητας» και της κυριαρχίας, παρά τις όποιες διαφορές μπορεί να έχει με την ισλαμική ατζέντα της σομαλικής κυβέρνησης.

AP Photo/Mark Schiefelbein

Από την άλλη πλευρά, οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται εγκλωβισμένες σε ένα στρατηγικό παράδοξο, το οποίο αποκαλύπτει τη διάσταση απόψεων στο εσωτερικό του αμερικανικού γραφειοκρατικού μηχανισμού. Επισήμως, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ εμμένει στην παραδοσιακή πολιτική του ενός κράτους, φοβούμενο ότι η αναγνώριση θα προκαλέσει «βαλκανιοποίηση» του Κέρατος της Αφρικής, υπονομεύοντας τις αντιτρομοκρατικές επιχειρήσεις κατά της Al-Shabaab που διεξάγονται σε συνεργασία με την Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση. Εντούτοις, ισχυροί κύκλοι εντός του Πενταγώνου και του Ρεπουμπλικανικού κόμματος προκρίνουν μια ρεαλιστική στροφή. Αναγνωρίζουν τη γεωστρατηγική αξία της Μπερμπέρα ως απαραίτητης εναλλακτικής λύσης, δεδομένου του επικίνδυνου συνωστισμού στο γειτονικό Τζιμπουτί. Στο Τζιμπουτί, η αμερικανική βάση Camp Lemonnier βρίσκεται σε ανησυχητική εγγύτητα με την κινεζική ναυτική βάση, γεγονός που εγείρει σοβαρά ζητήματα ασφαλείας, κατασκοπείας και επιχειρησιακής ελευθερίας σε περίπτωση κρίσης.

Η επιφυλακτική στάση του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος δήλωσε ότι «δεν θα ακολουθήσει άμεσα» το ισραηλινό παράδειγμα, υποδηλώνει ότι η Ουάσιγκτον θα τηρήσει στάση αναμονής. Οι ΗΠΑ πιθανότατα θα επιτρέψουν στο Ισραήλ να λειτουργήσει ως «λαγός» των εξελίξεων, ζυγίζοντας τα οφέλη της ανάσχεσης της κινεζικής επιρροής έναντι του κόστους αποξένωσης των συμμάχων τους στην Αφρική. Σε κάθε περίπτωση, η αμερικανική στρατηγική φαίνεται να μετατοπίζεται από την δογματική προσήλωση στα σύνορα, προς μια πιο ευέλικτη, συναλλακτική προσέγγιση, όπου η ασφάλεια των θαλάσσιων οδών έχει τον πρώτο λόγο.

ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ

Η αναγνώριση της Σομαλιλάνδης από το Ισραήλ δεν συνιστά απλώς μια διπλωματική τομή, αλλά την οριστική ταφόπλακα της μετα-αποικιακής κανονιστικής συναίνεσης, η οποία για δεκαετίες διατηρούσε, έστω και τεχνητά, το απαραβίαστο των συνόρων στην Αφρική. Η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει με τον πιο ηχηρό τρόπο το βασικό αξίωμα του Πολιτικού Ρεαλισμού: σε ένα άναρχο διεθνές σύστημα, οι επιταγές της σκληρής ασφάλειας και η ανάγκη για κρατική επιβίωση τείνουν να υπερκεράσουν τις νομικές τυπικότητες και τους θεσμικούς δισταγμούς διεθνών οργανισμών.

Το Κέρας της Αφρικής παύει να αποτελεί μια περιφερειακή υποσημείωση και μετασχηματίζεται σε ένα από τα πιο εκρηκτικά υποσυστήματα ασφαλείας του πλανήτη. Η περιοχή εισέρχεται σε αχαρτογράφητα ύδατα, όπου η δυναμική της σύγκρουσης δεν είναι πλέον τοπική, αλλά συστημική. Η διαμόρφωση δύο ανταγωνιστικών αξόνων (Ισραήλ, ΗΑΕ, Σομαλιλάνδη, Αιθιοπία και από την άλλη Σομαλία, Τουρκία, Κίνα, Κατάρ) μας προετοιμάζει για μια μακρά περίοδο συγκρούσεων δι’ αντιπροσώπων.

Ωστόσο, ο κίνδυνος δεν περιορίζεται μόνο στη συμβατική στρατιωτική αντιπαράθεση. Όπως κατέδειξε η ανάλυση του υβριδικού πολέμου, η επιμόλυνση του πεδίου της πληροφορίας με θρησκευτικά φορτισμένα αφηγήματα απειλεί να μετατρέψει μια γεωπολιτική διαμάχη για λιμάνια και στενά, σε έναν ιδεολογικό πόλεμο με ανεξέλεγκτες συνέπειες. Παράλληλα, η εμπλοκή του παράγοντα «Ταϊβάν» διεθνοποιεί περαιτέρω το ζήτημα, συνδέοντας την τύχη της Χαργκέισα με τις ισορροπίες στον Ινδο-Ειρηνικό.

Σε αυτό το νέο, ρευστό περιβάλλον, η Σομαλιλάνδη αποτινάσσει τον ρόλο του «κράτους-φαντάσματος» και καθίσταται ο ρυθμιστής των εξελίξεων σε ένα νευραλγικό γεωγραφικό σημείο. Για τη διεθνή κοινότητα, και ειδικότερα για τη Δύση, το δίλημμα είναι πλέον υπαρξιακό και αδυσώπητο: άμεση προσαρμογή στη νέα ρεαλιστική πραγματικότητα που επιτάσσει τον έλεγχο των θαλάσσιων οδών, ή εμμονική προσκόλληση σε ένα φαντασιακό status quo που έχει προ πολλού πάψει να υφίσταται. Η ιστορία, όπως διδάσκει η περίπτωση της Σομαλιλάνδης, σπανίως περιμένει τους αναποφάσιστους.

*Ο Μηνάς Λυριστής είναι Δρ. Διεθνών Σχέσεων και Ερευνητής στο Κέντρο Ανάλυσης Μεσανατολικής Πολιτικής

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα