Ανάσα από την εκεχειρία στο Ιράν, άλλα οι οικονομικές συνέπειες επιμένουν
Διαβάζεται σε 4'
Ο οικονομικός αντίκτυπος της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή δεν αναμένεται να εξανεμιστεί σύντομα μετά το “μποτιλιάρισμα” εβδομάδων στα Στενά του Ορμούζ.
- 08 Απριλίου 2026 18:57
Σε μια εκεχειρία, που ούτε δέκα ώρες μετά την ανακοίνωσή της, μοιάζει τόσο εύθραυστη, είναι σαφές ότι οι οικονομικές συνέπειες της σύγκρουσης δεν εξαφανίστηκαν και ούτε πρόκειται να εξαφανιστούν άμεσα.
Εδώ και έξι εβδομάδες, τα Στενά του Ορμούζ παρέμεναν μπλοκαρισμένα, με περίπου 800 πλοία, πολλά από τα οποία μετέφεραν πετρέλαιο και φυσικό αέριο, να μην μπορούν να εξέλθουν προς τις ανοιχτές θάλασσες.
Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, υπήρχε άμεση σύνδεση μεταξύ του μεγαλύτερου “μποτιλιαρίσματος” στον κόσμο και της αύξησης των τιμών της βενζίνης και του ντίζελ, των ακριβότερων αεροπορικών εισιτηρίων και της ανόδου των επιτοκίων στεγαστικών δανείων παγκοσμίως.
Πολλές χώρες εξαρτώνται επίσης από αυτά τα ύδατα για σημαντικές προμήθειες άλλων πετροχημικών προϊόντων, που παράγονται στα διυλιστήρια της περιοχής. Αυτά περιλαμβάνουν καύσιμα αεροσκαφών, ντίζελ, συστατικά λιπασμάτων και βιομηχανικά προϊόντα όπως το ήλιο, απαραίτητο για την κατασκευή μικροτσίπ.
Τα καλά νέα είναι, όπως γράφει το BBC, ότι η εκεχειρία που ανακοινώθηκε μέσα στη νύχτα παγώνει κάθε περαιτέρω κλιμάκωση της σύγκρουσης και προσφέρει μια οδό προς αποκλιμάκωση.
Γι’ αυτό οι αγορές αντέδρασαν θετικά, με πτώση 15% στις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου και άνοδο στα χρηματιστήρια.
Ωστόσο, η πραγματική δοκιμασία είναι το κατά πόσο θα πραγματοποιηθούν όντως απευθείας διαπραγματεύσεις για το τέλος του πολέμου.
“Κλειδί” η κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ
Έπειτα υπάρχει η φυσική κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ.
Θα ρέει η ναυσιπλοΐα ελεύθερα, όπως υποστηρίζει ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ;
Ή θα γίνεται “σε συντονισμό με τις Ένοπλες Δυνάμεις του Ιράν και με τη δέουσα προσοχή στους τεχνικούς περιορισμούς”, όπως δήλωσε ο Υπουργός Εξωτερικών του Ιράν;
Αυτό είναι ζωτικής σημασίας όχι μόνο για το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, αλλά και για καύσιμα αεροσκαφών, θείο, ουρία και ντίζελ.
Όσο μεγαλύτερη είναι η διάρκεια της εκεχειρίας, τόσο πιο πιθανό είναι ότι οποιαδήποτε έξαρση του πληθωρισμού θα υποχωρήσει τους επόμενους μήνες.
Το Ιράν έχει πλέον δημιουργήσει μια νέα πραγματικότητα στον Κόλπο. Έχει αποδείξει ότι μπορεί να ελέγχει το βασικό θαλάσσιο σημείο διέλευσης, ακόμη και χωρίς ναυτικό και αεροπορία. Είχε μάλιστα αρχίσει να επιβάλλει διόδια.
Θα παραμείνει αυτό; Θα το αποδεχθούν οι χώρες του Κόλπου;
Μήπως ο πόλεμος μετέτρεψε το Στενό του Ορμούζ στο πιο προσοδοφόρο “σταθμό διοδίων” στον κόσμο, με πολλά πλοία να πληρώνουν τέλη διέλευσης εκατομμυρίων δολαρίων;
Είναι σαφές ότι τίποτα από αυτά δεν ήταν στα σχέδια πριν από τον πόλεμο.
Μεγάλο το πλήγμα στην παγκόσμια παραγωγή φυσικού αερίου
Η παγκόσμια παραγωγή φυσικού αερίου πιθανότατα θα επηρεαστεί για κάποια χρόνια, λόγω άμεσων ζημιών στις υποδομές, κυρίως στο Κατάρ.
Θα χρειαστούν εβδομάδες για να επανεκκινήσει η παραγωγή και χρόνια για να επανέλθει στα προπολεμικά επίπεδα.
Θα απαιτηθεί συνεχής ροή δεξαμενόπλοιων υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) από τον Κόλπο, από τώρα έως το καλοκαίρι, ώστε να περιοριστούν οι αυξήσεις στους λογαριασμούς, καθώς η Ευρώπη προσπαθεί να αναπληρώσει τα αποθέματά της.
Αν διατηρηθεί αυτή η τάση, μια χαμηλότερη κορύφωση του πληθωρισμού θα βοηθήσει επίσης να συγκρατηθούν τα επιτόκια.
Οι αγορές κατέγραψαν σημαντική πτώση στα πραγματικά επιτόκια που πληρώνουν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.
Το πενταετές επιτόκιο των κρατικών ομολόγων μειώθηκε κατά το ισοδύναμο μιας μείωσης κατά ένα τέταρτο της ποσοστιαίας μονάδας.
Αυτή η εκεχειρία θα βοηθήσει να σταματήσει η αισθητή άνοδος στα σταθερά επιτόκια στεγαστικών δανείων. Αν διατηρηθεί, τα επιτόκια θα αρχίσουν ξανά να μειώνονται παγκοσμίως.
Η οικονομική διάσταση αυτού του πολέμου ήταν πάντοτε κεντρικός παράγοντας και όχι απλώς παράπλευρο αποτέλεσμα.
Οι Ιρανοί έχουν εγκαθιδρύσει ένα είδος παγκόσμιας οικονομικής επιρροής στα Στενά και απέδειξαν ότι μπορούν να τη χρησιμοποιήσουν.
Το βάθος των “πληγών” από αυτή τη σύγκρουση —στην προμήθεια φυσικού αερίου και στον έλεγχο μιας από τις βασικότερες οικονομικές αρτηρίες του κόσμου— παραμένει ανοιχτό ερώτημα.