Μπλόκο Βρυξελλών στην ενίσχυση της ελληνικής βιομηχανίας

Διαβάζεται σε 3'
Μπλόκο Βρυξελλών στην ενίσχυση της ελληνικής βιομηχανίας
ISTOCK

Χωρίς την έγκριση της Κομισιόν, οποιαδήποτε μονομερής εφαρμογή μέτρων ελάφρυνσης του ενεργειακού κόστους, θα ισοδυναμούσε με ανοιχτή σύγκρουση με τις Βρυξέλλες.

Καθυστερήσεις και προβλήματα φαίνεται ότι ανακύπτουν όσον αφορά τη λήψη μέτρων για την ελάφρυνση της ελληνικής βιομηχανίας από το υψηλό ενεργειακό κόστος, καθώς ο σχεδιασμός της κυβέρνησης που βασιζόταν στο λεγόμενο «ιταλικό μοντέλο» συναντά ενστάσεις από την Κομισιόν.

Όπως τονίζουν τα στελέχη του ΥΠΕΝ, οι Βρυξέλλες αναγνωρίζουν ότι το συγκεκριμένο μοντέλο πήρε την έγκριση για να εφαρμοστεί στην Ιταλία, ωστόσο, το επιχείρημά τους είναι ότι αυτό συνέβη σε μια περίοδο όπου δεν υπήρχε ακόμη θεσμοθετημένο ευρωπαϊκό σχήμα στήριξης της βιομηχανίας. Σήμερα, με το νέο Πλαίσιο για τις Κρατικές Ενισχύσεις για την Καθαρή Βιομηχανία (CISAF) σε ισχύ, η Επιτροπή θεωρεί ότι εξέλιπε η ανάγκη για τέτοιου τύπου εθνικές πρωτοβουλίες.

Δεύτερη πηγή ένστασης των Βρυξελλών αποτελεί ο συνδυασμός του ιταλικού μοντέλου με άλλα μέτρα στην ελληνική πρόταση, όπως η ενίσχυση του μηχανισμού αντιστάθμισης των έμμεσων εκπομπών CO2. Και εδώ, η Κομισιόν επικαλείται το νέο πλαίσιο, υποστηρίζοντας ότι το CISAF επαρκεί από μόνο του για τη στήριξη των βιομηχανικών καταναλωτών, χωρίς να απαιτείται η σώρευση ενισχύσεων από διαφορετικά εργαλεία. Μια θέση που, πάντως, δεν βρίσκει σύμφωνες και άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Γερμανία, οι οποίες πιέζουν για τη δυνατότητα συνδυασμού του CISAF με άλλα εργαλεία στήριξης.

Υπενθυμίζεται ότι το ιταλικό μοντέλο, το οποίο είχε υιοθετηθεί και ως βάση στην πρόταση του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (ΣΕΒ), προβλέπει σταθερή και ανταγωνιστική τιμή ρεύματος για το 25% της κατανάλωσης των ελληνικών ενεργοβόρων επιχειρήσεων για μία τριετία. Το σχήμα βασίζεται σε ένα είδος «ενεργειακού δανείου» πράσινου ρεύματος, το οποίο οι επιχειρήσεις αποπληρώνουν σε βάθος 20ετίας, αναπτύσσοντας διπλάσιο χαρτοφυλάκιο ΑΠΕ σε σχέση με την ισχύ που τους παρείχε το φθηνό ρεύμα της πρώτης τριετίας.

Στο ελληνικό σχήμα, το ιταλικό μοντέλο πλαισιωνόταν από την ενίσχυση των αποζημιώσεων μέσω του μηχανισμού αντιστάθμισης CO2. Η συνολική δέσμη παρεμβάσεων που είχε σχεδιάσει το ΥΠΕΝ αντιστοιχούσε σε έναν ετήσιο προϋπολογισμό της τάξης των 150 εκατ. ευρώ για μία τριετία.

Χωρίς την έγκριση της Κομισιόν, ωστόσο, οποιαδήποτε μονομερής εφαρμογή της πρότασης θα ισοδυναμούσε με ανοιχτή σύγκρουση με τις Βρυξέλλες, γεγονός το οποίο θα προκαλούσε αναπόφευκτα την αντίδρασή τους. Επομένως, το ΥΠΕΝ στρέφεται πλέον στην επεξεργασία εναλλακτικών λύσεων, για την ελάφρυνση των ενεργοβόρων επιχειρήσεων από το κόστος ηλεκτρισμού.

Την ίδια ώρα, το υπουργείο παρακολουθεί στενά και το μπρα-ντε-φερ άλλων κρατών-μελών με την Κομισιόν, για μεγαλύτερη ευελιξία στο CISAF. Από την έκβαση αυτών των εκκρεμοτήτων θα κριθούν, τελικά, και τα επόμενα βήματα της ελληνικής στρατηγικής. Τα ίδια στελέχη σημειώνουν πως είναι θέμα μερικών εβδομάδων ώστε να ξεκαθαρίσει το τοπίο για την αντιστάθμιση και το CISAF.

Πηγές πάντως της ενεργοβόρου βιομηχανίας εκτιμούν ότι είναι περιορισμένες οι δυνατότητες για μείωση του ενεργειακού κόστους, αποκλειστικά μέσω της αντιστάθμισης. Όπως δηλώνει ειδικότερα ο πρόεδρος της ΕΒΙΚΕΝ, Αντώνης Κοντολέων:

«Θα περιμένουμε την επίσημη ενημέρωση για τις εξελίξεις στο ιταλικό μοντέλο και για τις νέες προτάσεις του υπουργείου για να τοποθετηθούμε συνολικά. Εάν όμως ευσταθούν οι δημοσιογραφικές πληροφορίες, μιλάμε για ανατροπή των όσων σχεδιάζονταν επί τόσους μήνες ερήμην μας.

Πλην όμως η όποια εμπλοκή στην εφαρμογή του ιταλικού μοντέλου δεν αιτιολογεί γιατί δεν προχωρούν αυτονόητα μέτρα, που θα μειώσουν το καθημερινό κόστος της βιομηχανίας».

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα