Εκπτώσεις: Η ακρίβεια μείωσε τους τζίρους – Καμπανάκι για εμπορική “ερήμωση”
Διαβάζεται σε 10'
Παρά τις μεγάλες εκπτώσεις και τη χρονική τους διάρκεια, η κατανάλωση παρέμεινε υποτονική. Ως βασικότερη αιτία από τους φορείς της αγοράς προτάσσεται η δραματική μείωση του διαθέσιμου καταναλωτικού εισοδήματος λόγω της ακρίβειας.
- 28 Φεβρουαρίου 2026 08:11
Τελειώνουν, με το πέρας του Φεβρουαρίου οι εκπτώσεις, που όπως φαίνεται δεν κατάφεραν να οδηγήσουν τους καταναλωτές στα γκισέ των μαγαζιών. Η ακρίβεια, οι μεγάλες ανάγκες της καθημερινότητας “κράτησαν” την κατανάλωση, κάτι που όμως σπρώχνει έτσι περαιτέρω στη δίνη πίεσης το λιανεμπόριο και ειδικά τα μικρά μαγαζιά, που έχουν να αντιμετωπίσουν και ένα “βουνό” από λειτουργικά κόστη. Χαρακτηριστικές είναι οι αναφορές των θεσμικών εκπροσώπων της αγοράς με αιχμή την αποτίμηση που έκαναν για τις εκπτώσεις.
Έτσι, ο Πρόεδρος του Ε.Β.Ε.Π. Βασίλης Κορκίδης επισήμανε ότι: «Το ζητούμενο των τακτικών εκπτώσεων είναι με τη μείωση των τιμών, να ρευστοποιήσουν οι επιχειρήσεις εποχικό εμπόρευμα και να δώσουν την ευκαιρία στους καταναλωτές να αποφορτίσουν τον οικογενειακό τους προϋπολογισμό.
Σύμφωνα όμως με τα δεδομένα του τζίρου των χειμερινών εκπτώσεων είναι εμφανές πως, η ακρίβεια συνεχίζει να επηρεάζει όλο και περισσότερο τους καταναλωτές, με αποτέλεσμα να περιορίζουν αγορές για να καλύψουν δαπάνες στέγασης και διατροφής, ενώ γενικά αγοράζουν λιγότερα και φθηνότερα προϊόντα. Όλα λοιπόν δείχνουν πως οι χειμερινές εκπτώσεις, ανέδειξαν και πάλι την οικονομική κόπωση των καταναλωτών, που δικαιολογημένα δεν μπόρεσαν να ανταποκριθούν στις προσδοκίες εμπόρων. Μπορεί ο τζίρος στη λιανική το δίμηνο, Ιανουαρίου – Φεβρουαρίου 2026, να ξεπεράσει τα 6 δις ευρώ του αντίστοιχου περυσινού διμήνου, αλλά προφανώς σε πολλούς κλάδους δεν επαρκεί. Βεβαίως, θα περιμένουμε τα επίσημα στοιχεία του Φεβρουαρίου, συμπεριλαμβανομένων των on line πωλήσεων, για τα τελικά συμπεράσματα. Οφείλουμε όμως να λάβουμε σοβαρά υπόψη μας την αναδιάταξη της καταναλωτικής συμπεριφοράς και να βρούμε τρόπους να δώσουμε νέο ενδιαφέρον στις χειμερινές εκπτώσεις, ώστε να αξιοποιηθούν κατάλληλα».
Η έρευνα του Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών
Παράλληλα, με την ευκαιρία των αποτελεσμάτων της έρευνας την οποία διεξήγαγε ο Εμπορικός Αθηνών για τις Χειμερινές Εκπτώσεις 2026, ο Πρόεδρος Θάνος Τσαγγάρης εστίασε στην πτώση τζίρων που καταγράφηκε αλλά και στον άμεσο κίνδυνο που αντιμετωπίζει το “μαγαζί της γειτονιάς”.
Όπως τόνισε, με βάση την έρευνα του Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών σε 426 εμπορικά σημεία, “η πραγματικότητα που δεν επιδέχεται ωραιοποιήσεις.Οι φετινές χειμερινές εκπτώσεις δεν λειτούργησαν ως μοχλός τόνωσης της αγοράς. Αντίθετα, ανέδειξαν το βάθος του προβλήματος”.
Πτώση τζίρου
Έτσι, ο κ. Τσαγγάρης επισημαίνει ότι “ο Ιανουάριος έκλεισε με πτώση τζίρου από 10% έως 20%, ενώ ο Φεβρουάριος κατέγραψε ακόμη μεγαλύτερη μείωση, από 20% έως 40%. Παρά τις μεγάλες εκπτώσεις και τη χρονική τους διάρκεια, η κατανάλωση παρέμεινε υποτονική. Η βασικότερη αιτία είναι ξεκάθαρη: η δραματική μείωση του διαθέσιμου καταναλωτικού εισοδήματος λόγω της ακρίβειας. Όταν το εισόδημα εξανεμίζεται για την κάλυψη βασικών αναγκών (ενέργεια, στέγαση, τρόφιμα), οι αγορές περιορίζονται ακόμη και σε περίοδο μεγάλων εκπτώσεων.”
Συγκεκριμένα, η έρευνα, με βάση τον ΕΣΑ, “καταγράφει μια ιδιαίτερα ανησυχητική εικόνα για την αγορά κατά την χειμερινή εκπτωτική περίοδο του 2026. Η συντριπτική πλειονότητα των επιχειρήσεων (85%) δήλωσε πτώση τζίρου, ενώ η ανάγκη για θεσμικές αλλαγές είναι πλέον καθολικό αίτημα.
Βασικά Συμπεράσματα
Τα βασικά, δε, σημεία είναι τα εξής, με βάση την έρευνα:
1. Κατάρρευση Τζίρου: Σχεδόν οι μισές επιχειρήσεις (44,6%) είδαν τον τζίρο τους να μειώνεται πάνω από 21%, γεγονός που θέτει σε κίνδυνο τη βιωσιμότητά τους.
2. Πρόβλημα Ρευστότητας: Το 43,2% των καταστημάτων έκλεισε την περίοδο με υψηλά αποθέματα (21-30%), δεσμεύοντας κεφάλαια που απαιτούνται για τη νέα σεζόν.
3. Θεσμική Αποτυχία: Το 99,8% των συμμετεχόντων θεωρεί ότι η απελευθέρωση των προσφορών έχει αποδυναμώσει πλήρως τις θεσμοθετημένες εκπτώσεις.
4. Αίτημα για Άμεσα Mέτρα από την Πολιτεία: Το 97,4% ζητά άμεση αλλαγή του θεσμικού πλαισίου (Ν4965/2022) περί εκπτώσεων και προσφορών και περιορισμό των προσφορών.
5. Συνδυαστική Κρίση: Η μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος των καταναλωτών, η αύξηση των λειτουργικών εξόδων και ο αθέμιτος ανταγωνισμός αποτελούν “ασφυκτικό κλοιό” για το μικρομεσαίο εμπόριο.
Συγκέντρωση τζίρου στους “μεγάλους”
”Παράλληλα”, όπως ανέφερε ο πρόεδρος του ΕΣΑ, “παρατηρείται μεταφορά σημαντικού μέρους του τζίρου από τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις προς μεγάλες αλυσίδες, πολυεθνικές εταιρείες και διεθνείς ψηφιακές πλατφόρμες, γεγονός που εντείνει τον άνισο ανταγωνισμό και αποδυναμώνει τον εμπορικό ιστό των πόλεων.”
Οι προσφορές και η πρόταση για αλλαγές του νόμου
Επιπλέον, ο κ. Τσαγγάρης εστιάζει στην ανάγκη αλλαγής πλαισίου για τις προσφορές, καθώς όπως είναι σήμερα “απουδναμώνει” τη λειτουργία των εκπτωτικών περιόδων.. Όπως αναφέρει, “ο Νόμος 4965/2022 αποτελεί μία από τις σημαντικότερες παραμέτρους που επιδείνωσαν την κατάσταση. Η πλήρης απελευθέρωση των προσφορών καθ’ όλη τη
διάρκεια του έτους οδήγησε σε καθεστώς μόνιμων εκπτώσεων, με αποτέλεσμα να απαξιωθεί το βασικό εργαλείο ρευστοποίησης αποθεμάτων των μικρομεσαίων επιχειρήσεων που ήταν οι θεσμοθετημένες εκπτώσεις”.
Χάνεται η ευκαιρία για τους μικρούς
Με βάση τον πρόεδρο του ΕΣΑ, “για δεκαετίες, οι εκπτώσεις αποτελούσαν τη στοχευμένη περίοδο κατά την οποία οι επιχειρήσεις μπορούσαν να ρευστοποιήσουν τα εμπορεύματά τους και να αποκτήσουν την απαραίτητη ρευστότητα για να προετοιμάσουν την επόμενη εμπορική σεζόν. Σήμερα, το εργαλείο αυτό έχει ουσιαστικά αποδυναμωθεί, καθώς η αγορά λειτουργεί σε καθεστώς συνεχών προσφορών”.
Προτάσεις
Στο φόντο αυτό, όπως αναφέρει ο πρόεδρος, “ο Εμπορικός Σύλλογος Αθηνών απέστειλε 5 επίσημα αιτήματα προς τον Υπουργό Ανάπτυξης, ζητώντας συνάντηση προκειμένου να παρουσιάσει τεκμηριωμένα:
- Τη συρρίκνωση του τζίρου των ΜμΕ
- Την απώλεια του εργαλείου των εκπτώσεων και
- Την ένταση του άνισου ανταγωνισμού.
Δυστυχώς, δεν κατέστη δυνατό να πραγματοποιηθεί η συνάντηση. Σήμερα, τα στοιχεία μιλούν από μόνα τους. Υψηλό ποσοστό αποθεμάτων παρέμεινε αδιάθετο, η ρευστότητα περιορίζεται, τα λειτουργικά κόστη αυξάνονται και η πίεση εντείνεται.”
Έρχονται νέα λουκέτα
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, που επικαλείται ο ΕΣΑ, “ο αριθμός των κενών καταστημάτων στους εμπορικούς δρόμους αυξάνεται ραγδαία. Εάν δεν υπάρξουν άμεσα διορθωτικές παρεμβάσεις και ιδιαίτερα στο θεσμικό πλαίσιο των προσφορών, μέσα στα επόμενα δύο χρόνια, το 50% των ΜμΕ κινδυνεύει να βάλει λουκέτο. Και τότε το ζήτημα δεν θα είναι μόνο οικονομικό” αναφέρει ο κ. Τσαγγάρης εστιάζοντας στις κοινωνικές επιπτώσεις που θα υπάρξουν. “Οι ΜμΕ κρατούν ζωντανές τις πόλεις όλο τον χρόνο, δημιουργούν απασχόληση και διατηρούν την κοινωνική συνοχή. Εάν οι εμπορικοί δρόμοι γεμίσουν κενά καταστήματα, οι πόλεις θα ερημώσουν” τονίζει και καταλήγει:
“Τα αποτελέσματα της έρευνας αποτελούν σαφή προειδοποίηση. Χρειάζεται ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος. Χρειάζεται αποκατάσταση ισορροπίας στον ανταγωνισμό. Χρειάζεται επαναξιολόγηση του πλαισίου προσφορών.”
Ε.Β.Ε.Π.: Το «άδοξο τέλος» των χειμερινών εκπτώσεων
Καταγραφή της κατάστασης στον εμπορικό κόσμος με αιχμή τις εκπτώσεις έκανε και το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς , που είχε εκτιμήσει στις αρχές Ιανουαρίου, πως οι 50 ημέρες των εκπτώσεων στην αγορά θα μπορούσαν να περιορίσουν τον χειμερινό πληθωρισμό.
Όμως, όπως ανέφερε σε ανακοίνωσή του, “παρά τα αισιόδοξα δεδομένα της εορταστικής αγοράς, η επιμονή του πληθωρισμού ανέτρεψε τις προσδοκίες, με τον ετήσιο πληθωρισμό στην Ελλάδα να διαμορφώνεται σύμφωνα με την Eurostat τον Ιανουάριο στο 2,8%, παραμένοντας σχεδόν αμετάβλητος σε μηνιαία βάση και πολύ υψηλότερα από τον μέσο όρο 1,7% της Ευρωζώνης. Αντίστοιχα, η ΕΛΣΤΑΤ κατέγραψε τον Ιανουάριο ένα ποσοστό πληθωρισμού της τάξης του 2,5%, καθώς και την μικρότερη ετήσια αύξηση της τελευταίας πενταετίας στο λιανικό εμπόριο και μάλιστα, να υπολείπεται του πληθωρισμού κατά μισή μονάδα. Ειδικότερα, ο παραδοσιακός κλάδος της ένδυσης-υπόδησης καταγράφει τους τελευταίους 12 μήνες αποθαρρυντικές επιδόσεις που επεκτάθηκαν και στο δίμηνο των εκπτώσεων.”
Στασιμότητα
Με βάση το ΕΒΕΠ, “οι πωλήσεις στο λιανικό εμπόριο εμφανίζουν στασιμότητα, συνοδευόμενη με μια μόνο μικρή ετήσια αύξηση 2%, αντί της αναμενόμενης σταθεροποίησης της κατανάλωσης. Το θετικό πρόσημο στα επίπεδα του +5%, που προσδοκούσαν οι έμποροι να ξεκινήσει και η νέα χρονιά, αρχής γενομένης με τις χειμερινές τακτικές εκπτώσεις, δεν επαληθεύτηκε. Ακόμα και εάν από τα 74,8 δις ευρώ του συνολικού τζίρου του λιανεμπορίου, αφαιρέσουμε τους τρεις μεγάλους κλάδους τροφίμων, οχημάτων και καυσίμων, η αύξηση του ετήσιου τζίρου των 27,3 δις ευρώ των λοιπών επιχειρήσεων λιανικής, αντιστοιχεί επίσης σε αύξηση 2%. Μοναδική εξαίρεση αποτελεί ο κύκλος εργασιών των Σούπερ Μάρκετ με αύξηση 4,4% στα 20,4 δισεκ. ευρώ, που μάλιστα για πρώτη φορά ξεπερνά το 27% του συνολικού τζίρου στο λιανικό εμπόριο” αναφέρει το ΕΒΕΠ.
4 στους 10 καταναλωτές ήταν αδιάφοροι για τις εκπτώσεις
Όπως αναφέρει το ΕΒΕΠ, “οι προτιμήσεις των καταναλωτών, κατά τη διάρκεια και των φετινών εκπτώσεων, παρέμειναν οι καθιερωμένες, ενώ οι αγοραστικές συνήθειες εστίασαν και πάλι σε προσωπικές και οικογενειακές αγορές, αλλά μικρότερης συχνότητας και έντασης. Κατά την διάρκεια των χειμερινών εκπτώσεων του 2026 εκτιμάται πως, τουλάχιστον 6 στους 10 καταναλωτές εκμεταλλεύτηκαν τις εκπτωτικές τιμές, με 3 στους 10 να κάνουν αγορές ένδυσης-υπόδησης, 2 στους 10 σε είδη τεχνολογίας και 1 στους 10 σε είδη σπιτιού. Για τους υπόλοιπους 4 στους 10 καταναλωτές, η περίοδος των εκπτώσεων ήταν «αδιάφορη», λόγω της παγιωμένης ακρίβειας που διανύουμε και δύσκολα αντιμετωπίζεται, ακόμα και με εκπτωτικές τιμές.”
Ένδυση και υπόδηση
Στην πιο δημοφιλή κατηγορία των εκπτωτικών περιόδων, της «Ένδυσης και Υπόδησης», σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, η ετήσια αύξηση του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, σύμφωνα με τον ΕΒΕΠ, “αυξήθηκε μεταξύ Ιανουαρίου 2026 και Ιανουαρίου 2025 κατά +8,0 %. Σημειωτέον πως, η αύξηση του ΔΤΚ στην ένδυση-υπόδηση ήταν περίπου +1,8 % στο τέλος του 2025, ενώ ο τζίρος ήταν ουσιαστικά στάσιμος, φτάνοντας πέρυσι τα 3,8 δις ευρώ.
Ειδικότερα στα καταστήματα ενδυμάτων καταγράφηκε οριακή ετήσια αύξηση +0,6%, ενώ στα καταστήματα υποδημάτων καταγράφηκε μείωση -3,2%. Επίσης, σε αποπληθωρισμένες τιμές που αντανακλούν στον περιορισμό του διαθέσιμου εισοδήματος των καταναλωτών, οι αγορές μειώθηκαν -1,8% στην ένδυση και -5,6% στην υπόδηση.
Η συγκυρία
Άρα, το τεχνικά υψηλό ποσοστό της αύξησης 8% του Ιανουαρίου 2026, σε σύγκριση με τα αντίστοιχα περυσινά επίπεδα δεν οφείλεται στην υπερθέρμανση της αγοράς, αλλά είναι κυρίως αποτέλεσμα συνδυασμού των παρακάτω επτά διαρθρωτικών και συγκυριακών παραγόντων:
1. Ισχυρό εποχικό αποτέλεσμα (seasonal effect): Οι φετινές τιμές συγκρίνονται με τον Ιανουάριο του προηγούμενου έτους, ο οποίος είχε μεγαλύτερη ένταση εκπτώσεων και απορρόφηση κόστους από τις επιχειρήσεις. Έτσι η σύγκριση γίνεται σε χαμηλή βάση (base effect) που διογκώνει το ποσοστό.
2. Αυξημένο κόστος εισαγωγών: Η ένδυση–υπόδηση στην Ελλάδα είναι κατά 80% εισαγόμενη με τους βασικούς παράγοντες κόστους των ναύλων και των logistics αυξημένους λόγω παρακάμψεων, καθώς και του κόστους πρώτων υλών και ενέργειας στην παραγωγή που πέρασαν στις τελικές τιμές.
3. Ακριβότερα λειτουργικά έξοδα: Τα ακριβότερα ενοίκια εμπορικών χώρων, οι λογαριασμοί ενέργειας και το αυξημένο μισθολογικό κόστος δεν επέτρεψαν στα εμπορικά άλλα περιθώρια απορρόφησης.
4. Μικρότερη ένταση εκπτώσεων: Πολλά καταστήματα περιόρισαν τις εκπτώσεις ή ξεκίνησαν με υψηλότερες αρχικές τιμές με στόχο τη διατήρηση των απαραίτητων περιθωρίων κέρδους. Άλλωστε ο ΔΤΚ καταγράφει τις τελικές τιμές ραφιού και όχι τις καλύτερες προσφορές.
5. Αλλαγή καταναλωτικού μείγματος: Η μετατόπιση σε λιγότερες αγορές, αλλά με ακριβότερα brand name προϊόντα οδηγούν τα στατιστικά σε υψηλότερο μέσο δείκτη τιμών.
6. Μετακύλιση κόστους και συσσωρευμένη αύξηση: Όλους τους προηγούμενους μήνες πολλές επιχειρήσεις κρατούσαν τις τιμές χαμηλά και στις αρχές του 2026 έγινε «καθυστερημένη διόρθωση».
7. Στατιστική σύγκριση: Ο ΔΤΚ του Ιανουαρίου δεν σημαίνει ότι τα ρούχα αυξήθηκαν 8%, δεν σημαίνει πληθωρισμό ζήτησης και δεν σημαίνει αύξηση κατανάλωσης, αλλά είναι αποτέλεσμα κόστους, εποχικότητας και στατιστικής σύγκρισης.