Πάνω από το ένα τρίτο του εισοδήματος των νοικοκυριών πηγαίνει στη στέγη

Διαβάζεται σε 4'
Κατοικίες
Κατοικίες ISTOCK

Αύξηση κατά περίπου 30% εμφανίζει μέσα σε πέντε χρόνια το κόστος στέγασης. Ενοίκια, ενέργεια και δαπάνες συντήρησης έχουν απορροφήσει πλήρως τις όποιες εισοδηματικές ενισχύσεις της τελευταίας περιόδου.

Σε έναν από τους πιο βαρείς «λογαριασμούς» για τα ελληνικά νοικοκυριά έχει μετατραπεί το σπίτι – είτε πρόκειται για μισθωμένο είτε για ιδιόκτητο, καθώς το κόστος στέγασης έχει αυξηθεί μέσα σε πέντε σχεδόν κατά 30%.

Όλα τα στοιχεία καταλήγουν ότι οι αυξήσεις σε ενοίκια, ενέργεια και συναφείς δαπάνες έχουν απορροφήσει πλήρως τις όποιες εισοδηματικές ενισχύσεις της τελευταίας περιόδου, περιορίζοντας αισθητά την αγοραστική δύναμη.

Σύμφωνα με τον δείκτη κόστους στέγασης που περιλαμβάνεται στον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή της ΕΛΣΤΑΤ, από το 2020 έως και το τέλος του 2025 καταγράφεται συνολική αύξηση 28,34%. Πρόκειται για μια μεταβολή που αντανακλά την καθημερινότητα εκατομμυρίων πολιτών, καθώς αφορά όχι μόνο το ενοίκιο, αλλά και την ενέργεια, τις επισκευές και τα λειτουργικά έξοδα της κατοικίας.

Την ίδια στιγμή, μπορεί το ονομαστικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών να αυξήθηκε κατά περίπου 27,5% την περίοδο 2019-2024, ωστόσο σε πραγματικούς όρους – αφαιρώντας δηλαδή τον πληθωρισμό – η αύξηση περιορίζεται σε μόλις 12,3%. Με απλά λόγια, τα περισσότερα χρήματα που μπήκαν στα πορτοφόλια τα τελευταία χρόνια «εξανεμίστηκαν» από το κύμα ακρίβειας.

Ενοίκια: ο βασικός πονοκέφαλος

Η μεγαλύτερη πίεση στο κόστος στέγασης προέρχεται από τα ενοίκια. Το 2025, ο σχετικός δείκτης αυξήθηκε, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, κατά 8,44% σε πανελλαδικό επίπεδο, επιβεβαιώνοντας ότι οι ανατιμήσεις δεν περιορίζονται πλέον μόνο στην Αττική και τη Θεσσαλονίκη, αλλά αφορούν σχεδόν ολόκληρη τη χώρα.

Από τις αρχές του 2021 έως το τέλος του 2025, η σωρευτική άνοδος των ενοικίων φτάνει το 27,5%, καθιστώντας τη στέγη απρόσιτη για ολοένα και περισσότερα νοικοκυριά. Παρότι το 2020, λόγω πανδημίας, καταγράφηκε μια προσωρινή «ανάσα», οι τιμές από το 2021 και μετά μπήκαν σε τροχιά έντονης ανόδου, η οποία επιταχύνθηκε το 2022 και συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια. Για χιλιάδες ενοικιαστές, η αύξηση του ενοικίου απορροφά πλέον το μεγαλύτερο μέρος του μηνιαίου εισοδήματος, αφήνοντας ελάχιστα περιθώρια για άλλες βασικές ανάγκες.

Ενέργεια: ο δεύτερος μεγάλος «λογαριασμός»

Ακόμη πιο επιβαρυντική αποδεικνύεται η εξέλιξη του κόστους ενέργειας. Από το 2020 έως το τέλος του 2025, το συνολικό κόστος ηλεκτρικού ρεύματος, φυσικού αερίου και πετρελαίου θέρμανσης αυξήθηκε κατά 40,5%.

Τη μεγαλύτερη άνοδο καταγράφει το φυσικό αέριο, με σωρευτική αύξηση 54,2%, παρά το γεγονός ότι το 2025 σημειώθηκε μείωση περίπου 20%. Ακολουθεί το ηλεκτρικό ρεύμα, με αύξηση 46,88% την πενταετία, ενώ το πετρέλαιο θέρμανσης ενισχύθηκε κατά 36%, παρότι και εκεί καταγράφηκε μικρή υποχώρηση το 2025.

Η ακρίβεια στην ενέργεια έχει οδηγήσει πολλά νοικοκυριά σε δύσκολες αποφάσεις: λιγότερη θέρμανση τον χειμώνα, περιορισμένη χρήση κλιματιστικών το καλοκαίρι και γενικότερη μείωση της κατανάλωσης, με άμεσες επιπτώσεις στο επίπεδο διαβίωσης.

Αυξήσεις και για τους ιδιοκτήτες

Δεν είναι όμως μόνο οι ενοικιαστές που πιέζονται. Σημαντικές αυξήσεις καταγράφονται και σε δαπάνες που αφορούν κυρίως τους ιδιοκτήτες. Για παράδειγμα, ο δείκτης που παρακολουθεί το κόστος των υπηρεσιών επισκευής και συντήρησης έχει σημειώσει σωρευτική άνοδο κατά 20% τα τελευταία πέντε χρόνια, ενώ αντίστοιχη άνοδο παρουσιάζουν και τα υλικά επισκευής.

Ακόμη μεγαλύτερη είναι η επιβάρυνση στις υδραυλικές εργασίες, όπου η αύξηση αγγίζει το 31,5% από το 2020 έως σήμερα. Έτσι, ακόμη και βασικές παρεμβάσεις στο σπίτι εξελίσσονται σε σοβαρό οικονομικό βάρος.

Πάνω από το ένα τρίτο του εισοδήματος για στέγη

Η συνολική εικόνα αποτυπώνεται και στα στοιχεία της Eurostat: το 35,5% του διαθέσιμου εισοδήματος των ελληνικών νοικοκυριών κατευθύνεται σε δαπάνες στέγασης (ενοίκια, στεγαστικά δάνεια, ενεργειακά έξοδα, φόροι/τέλη ακίνητης περιουσίας για πρώτη κατοικία) όταν ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν ξεπερνά το 19,2%.

Ιδιαίτερα επιβαρυμένοι είναι οι ενοικιαστές. Ήδη από το 2021 και σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, το 60% όσων μισθώνουν κατοικία δαπανά πάνω από το 40% του εισοδήματός του για στεγαστικά έξοδα. Αντίστοιχα, σχεδόν οι μισοί ιδιοκτήτες με στεγαστικό δάνειο βρίσκονται στην ίδια κατάσταση. Στον αντίποδα, όσοι δεν έχουν δάνειο εμφανίζουν σαφώς μικρότερη πίεση αφού μόλις το 12,5% δαπανά άνω του 40% του διαθέσιμου εισοδήματος για την κάλυψη στεγαστικών εξόδων.

Οι πιο «ακριβές» περιοχές σε σχέση με τα εισοδήματα παραμένουν, σύμφωνα με την ΤτΕ, η Αττική, η Θεσσαλονίκη, η Κεντρική Μακεδονία, το Νότιο Αιγαίο και η Ήπειρος, όπου η στέγη εξελίσσεται σε μόνιμο οικονομικό βραχνά.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα