Σε επιφυλακή οι τράπεζες για τη Μέση Ανατολή
Διαβάζεται σε 5'
Με ισχυρά κεφάλαια αλλά και με αυξημένη έκθεση σε ναυτιλία και τουρισμό, οι τράπεζες παρακολουθούν τις εξελίξεις και ζυγίζουν το πιθανό ενεργειακό «σοκ». Δεν παγώνουν – προς το παρόν – τα σχέδια ανάπτυξης στην περιοχή. Έγκαιρη προειδοποίηση από την ΤτΕ.
- 03 Μαρτίου 2026 06:55
Την ώρα που η νέα γεωπολιτική σύρραξη στη Μέση Ανατολή ρίχνει βαριά σκιά στις διεθνείς αγορές, τα τραπεζικά επιτελεία στην Αθήνα παρακολουθούν με ψυχραιμία αλλά και αυξημένη εγρήγορση τις εξελίξεις.
Είναι γεγονός, τονίζει έμπειρη τραπεζική πηγή, ότι το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ και το ενδεχόμενο ενός νέου supply shock στην ενέργεια ξυπνούν μνήμες από περιόδους έντονης αναταραχής, με άμεσες συνέπειες σε πληθωρισμό, ανάπτυξη της οικονομίας και χρηματοπιστωτικές συνθήκες. Κανείς δεν γνωρίζει την εξέλιξη της κρίσης, προσθέτει η ίδια πηγή, που χαρακτηρίζει κομβικό σημείο των εξελίξεων την διάρκεια του πολέμου».
Άπαντες ωστόσο στο εγχώριο πιστωτικό σύστημα τονίζουν με σιγουριά ότι οι ελληνικές τράπεζες διαθέτουν ισχυρά κεφαλαιακά «μαξιλάρια» και έχουν ήδη θωρακίσει τους ισολογισμούς τους απέναντι σε δυσμενή σενάρια. Όπως επισημαίνεται, οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας και ρευστότητας επιτρέπουν την απορρόφηση κλυδωνισμών ακόμη και σε περίπτωση ύφεσης ή απότομης αύξησης των τιμών ενέργειας.
Σχέδια επέκτασης που δεν «παγώνουν»
Παρά το κλίμα αβεβαιότητας, στα τραπεζικά επιτελεία δεν γίνεται – τουλάχιστον προς το παρόν – καμία συζήτηση για αλλαγή στον στρατηγικό τους σχεδιασμό σε ότι αφορά στην ενίσχυση της παρουσίας τους στη Μέση Ανατολή. Απεναντίας στέλνουν ισχυρό και σαφές μήνυμα: οι τράπεζες θεωρούν ότι η μακροπρόθεσμη στρατηγική τους δεν πρέπει να ανατραπεί από μια –έστω σοβαρή– βραχυπρόθεσμη κρίση.
Υπενθυμίζεται ότι η Εθνική Τράπεζα βρίσκεται στην τελική ευθεία για τη λειτουργία της θυγατρικής NBG Capital στο Ριάντ, επιδιώκοντας πρόσβαση σε κεφάλαια και επενδυτικές ροές από τη Σαουδική Αραβία.
Η Eurobank προωθεί το άνοιγμα γραφείων αντιπροσωπείας σε Άμπου Ντάμπι και Ισραήλ, ενισχύοντας τη διεθνή της δικτύωση.
Η Alpha Bank εξετάζει επίσης περαιτέρω δραστηριοποίηση στην περιοχή, στο πλαίσιο διαφοροποίησης των πηγών εσόδων.
Ναυτιλία: Μεγάλη έκθεση, αλλά και ανθεκτικότητα
Ο πρώτος κλάδος που μπαίνει στο μικροσκόπιο των πιθανών εξελίξεων είναι η ναυτιλία, πυλώνας της ελληνικής οικονομίας και βασικός δανειολήπτης του τραπεζικού συστήματος.
Η Eurobank διαθέτει το μεγαλύτερο χαρτοφυλάκιο εκταμιευμένων δανείων προς την ελληνική ναυτιλία, ύψους 4,4 δισ. δολαρίων στο τέλος του 2025. Ακολουθεί η Εθνική Τράπεζα με 3,9 δισ. δολάρια και η Τράπεζα Πειραιώς με 3,4 δισ. δολάρια. Για την Alpha Bank, τα δάνεια προς τη ναυτιλία αντιστοιχούν στο 9% του συνολικού χαρτοφυλακίου της (37,5 δισ. ευρώ στο τέλος του 2025). Η CrediaBank έχει χαρτοφυλάκιο 430 εκατ. δολαρίων, ενώ η Τράπεζα Κύπρου περίπου 250 εκατ. δολάρια.
Σύμφωνα με στοιχεία της Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών (Αύγουστος 2025), η συνολική οικονομική επίδραση της ποντοπόρου ναυτιλίας κυμαίνεται στο 7%-8% του ΑΕΠ ετησίως. Την τελευταία δεκαετία, οι εισροές στην ελληνική οικονομία ξεπέρασαν τα 150 δισ. ευρώ, ενώ στηρίζονται περίπου 160.000 θέσεις εργασίας.
Όπως εξηγεί τραπεζικός αναλυτής «οι γεωπολιτικές εντάσεις προκαλούν διττό αποτέλεσμα: Από τη μία, οι μακρύτερες διαδρομές και τα αυξημένα ασφάλιστρα κινδύνου ωθούν ανοδικά τους ναύλους, ενισχύοντας τα έσοδα. Από την άλλη, η άνοδος του ενεργειακού κόστους και η μεταβλητότητα αυξάνουν τον επιχειρηματικό κίνδυνο.
Τουρισμός: Ευάλωτος στις διεθνείς εντάσεις
Δεύτερος κρίσιμος πυλώνας της ελληνικής οικονομίας είναι ο τουρισμός. Το 2025 οι τουριστικές εισπράξεις ανήλθαν στα 23,6 δισ. ευρώ, αντιστοιχώντας στο 9,5% του ΑΕΠ, χωρίς να συνυπολογίζονται τα πολλαπλασιαστικά οφέλη. Η Ελλάδα παραμένει κορυφαίος προορισμός, ωστόσο η διεθνής αβεβαιότητα μπορεί να επηρεάσει κρατήσεις, αεροπορικές ροές και καταναλωτική εμπιστοσύνη.
Οι τράπεζες έχουν σημαντική έκθεση στον ξενοδοχειακό κλάδο, αν και τα τελευταία χρόνια η ποιότητα των χαρτοφυλακίων έχει βελτιωθεί αισθητά, με χαμηλότερους δείκτες μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων.
Η προειδοποίηση της Τράπεζας της Ελλάδος
Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει ήδη από πέρυσι αναδείξει τον γεωπολιτικό κίνδυνο ως βασικό παράγοντα αβεβαιότητας. Στις εκθέσεις Νομισματικής Πολιτικής (2024- 2025) υπογραμμίζει ότι οι παρατεταμένοι πόλεμοι στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή επηρεάζουν το ενεργειακό κόστος, τις εφοδιαστικές αλυσίδες και τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές συνθήκες. Μάλιστα ιδιαίτερη έμφαση δίνεται:
- Στον κίνδυνο νέων πληθωριστικών πιέσεων μέσω της ενέργειας.
- Στην επιβράδυνση επενδύσεων λόγω αβεβαιότητας.
- Στην πιθανή επιδείνωση των δημοσιονομικών μεγεθών σε περιβάλλον χαμηλότερης ανάπτυξης.
Η κεντρική τράπεζα προειδοποιεί ότι ενδεχόμενη κλιμάκωση εμπορικών εντάσεων και αυξημένη μεταβλητότητα αγορών μπορεί να περιορίσει την εγχώρια ζήτηση και να δυσχεράνει τις συνθήκες χρηματοδότησης.
Συνολικά, οι Έλληνες τραπεζίτες τονίζουν προς πάσα κατεύθυνση ότι το εγχώριο πιστωτικό σύστημα εισέρχεται σε αυτή τη νέα περίοδο γεωπολιτικής αβεβαιότητας με σαφώς ισχυρότερη θέση σε σχέση με το παρελθόν: χαμηλότερα «κόκκινα» δάνεια, αυξημένη κερδοφορία, υψηλούς δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας.
Ωστόσο, το εύρος και η διάρκεια της κρίσης θα καθορίσουν τις τελικές επιπτώσεις. Αν το ενεργειακό σοκ αποδειχθεί παρατεταμένο και συνοδευτεί από ύφεση στην Ευρώπη, τότε η πίεση σε ναυτιλία, τουρισμό και τελικά στα τραπεζικά χαρτοφυλάκια θα είναι αναπόφευκτη.
Προς το παρόν, υιοθετείται στάση αναμονής και άπαντες συμφωνούν ότι επόμενες ημέρες θεωρούνται καθοριστικές για το αν η σύρραξη θα παραμείνει περιφερειακή ή θα εξελιχθεί σε μια ευρύτερη αναταραχή με παγκόσμιες οικονομικές συνέπειες.