Συμφωνία ΕΕ–Mercosur: Ευκαιρίες και πιέσεις για την ελληνική βιομηχανία τροφίμων σε μια αγορά 700 εκατ. καταναλωτών

Διαβάζεται σε 5'
Συμφωνία ΕΕ–Mercosur: Ευκαιρίες και πιέσεις για την ελληνική βιομηχανία τροφίμων σε μια αγορά 700 εκατ. καταναλωτών
AP Photo/Gerald Herbert, File

Η προοπτική κατάργησης δασμών στο μεγαλύτερο μέρος των εμπορικών συναλλαγών αναδιαμορφώνει το διεθνές αγροδιατροφικό περιβάλλον, ενώ η Ελλάδα εμφανίζει σήμερα περιορισμένη παρουσία στις αγορές της Νότιας Αμερικής.

Η προοπτική ενεργοποίησης της συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της οικονομικής ένωσης Mercosur, η οποία περιλαμβάνει τη Βραζιλία, την Αργεντινή, την Ουρουγουάη και την Παραγουάη, επαναφέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση για τις επιπτώσεις της στο ευρωπαϊκό και ελληνικό αγροδιατροφικό σύστημα. Η συμφωνία αφορά μια ενιαία αγορά περίπου 700 εκατομμυρίων καταναλωτών, γεγονός που την καθιστά μία από τις μεγαλύτερες εμπορικές συνεργασίες σε παγκόσμιο επίπεδο.

Όπως ανέφερε ο καθηγητής Αγροτικής Οικονομίας και Διεθνούς Εμπορίου του Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Σταύρος Ζωγραφάκης σε εκδήλωση του ΣΕΒΤ σε επίπεδο εμπορικών συναλλαγών, το συνολικό εμπόριο μεταξύ των δύο περιοχών ανέρχεται περίπου στα 111 δισ. ευρώ, με σχεδόν ισομερή κατανομή μεταξύ εισαγωγών και εξαγωγών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ωστόσο, η εικόνα διαφοροποιείται σημαντικά στον τομέα των τροφίμων. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, οι εισαγωγές τροφίμων της ΕΕ από τις χώρες Mercosur φθάνουν τα 23,7 δισ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας περίπου 42,3% των εμπορικών ροών στον συγκεκριμένο κλάδο, ενώ οι ευρωπαϊκές εξαγωγές περιορίζονται περίπου στα 3 δισ. ευρώ, δηλαδή περίπου 5,4%.

Η ανισορροπία αυτή αποδίδεται εν μέρει στο συγκριτικό πλεονέκτημα των χωρών της Νότιας Αμερικής σε βασικές αγροτικές πρώτες ύλες, όπως η σόγια, το βόειο κρέας και ο καφές, καθώς και στο χαμηλότερο κόστος παραγωγής που διαθέτουν λόγω μεγαλύτερων γεωργικών εκμεταλλεύσεων και διαφορετικών κανονιστικών πλαισίων.

Η θέση της Ελλάδας στο διμερές εμπόριο

Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, οι εμπορικές σχέσεις με τις χώρες Mercosur παραμένουν περιορισμένες σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες. Το 2025, οι ελληνικές εξαγωγές αγαθών προς τις συγκεκριμένες αγορές διαμορφώθηκαν περίπου στα 90,7 εκατ. ευρώ, ενώ οι εισαγωγές από την περιοχή έφτασαν τα 690 εκατ. ευρώ, οδηγώντας σε εμπορικό έλλειμμα κοντά στα 600 εκατ. ευρώ.

Η συμμετοχή των εξαγωγών προς τη Mercosur στο σύνολο των ελληνικών εξαγωγών παραμένει μικρή, αντιπροσωπεύοντας περίπου 0,22%, ενώ οι εισαγωγές από την περιοχή καλύπτουν περίπου 0,76% των συνολικών εισαγωγών της χώρας.

Η Βραζιλία αποτελεί τον βασικό εμπορικό εταίρο της Ελλάδας στην περιοχή, συγκεντρώνοντας περίπου 60%των εμπορευματικών ροών, ενώ ακολουθεί η Αργεντινή με περίπου 36%. Μικρότερο μερίδιο καταλαμβάνουν η Ουρουγουάη και η Παραγουάη.

Στο επίπεδο των προϊόντων, τα κυριότερα ελληνικά αγροδιατροφικά προϊόντα που εξάγονται προς τις χώρες της Mercosur είναι κυρίως νωπά φρούτα και καρποί, με αξία που προσεγγίζει τα 29 εκατ. ευρώ. Από την άλλη πλευρά, η Ελλάδα εισάγει κυρίως αγροτικές πρώτες ύλες, όπως καφέ (169 εκατ. ευρώ), σόγια (57 εκατ. ευρώ), ακατέργαστο καπνό (56 εκατ. ευρώ), καθώς και ξηρούς καρπούς και εσπεριδοειδή.

Δασμοί και νέοι όροι ανταγωνισμού

Κεντρικό στοιχείο της συμφωνίας αποτελεί η σταδιακή κατάργηση ή σημαντική μείωση δασμών σε πάνω από το 90% των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ των δύο περιοχών. Μέχρι σήμερα, σε ορισμένες αγορές της Νότιας Αμερικής οι δασμοί για ευρωπαϊκά προϊόντα μπορούσαν να φθάσουν ακόμη και άνω του 50%, γεγονός που λειτουργούσε ως βασικό εμπόδιο για την ανάπτυξη εξαγωγών.

Το νέο καθεστώς προβλέπει επίσης τη χρήση ποσοστώσεων για συγκεκριμένα προϊόντα, μέσω των οποίων ένας προκαθορισμένος όγκος εισαγωγών θα μπορεί να πραγματοποιείται με μειωμένους ή μηδενικούς δασμούς.

Η εξέλιξη αυτή ενδέχεται να αυξήσει τον ανταγωνισμό σε ορισμένους τομείς της ευρωπαϊκής αγροτικής παραγωγής, καθώς οι παραγωγοί των χωρών Mercosur διαθέτουν σημαντικά πλεονεκτήματα κόστους και κλίμακας.

Η σημασία για την ελληνική αγροδιατροφική βιομηχανία

Ο κλάδος τροφίμων και ποτών αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους τομείς της ελληνικής μεταποίησης, με ισχυρή συμβολή τόσο στην παραγωγή όσο και στις εξαγωγές. Οι επιχειρήσεις του κλάδου καλούνται να προσαρμοστούν σε ένα διεθνές περιβάλλον που γίνεται ολοένα πιο ανταγωνιστικό, αλλά ταυτόχρονα προσφέρει και νέες δυνατότητες πρόσβασης σε μεγάλες αγορές.

Ειδικοί του κλάδου επισημαίνουν ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις μπορούν να αξιοποιήσουν τις ευκαιρίες που δημιουργούνται κυρίως σε προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας, όπως ποιοτικά τρόφιμα, παραδοσιακά προϊόντα και πιστοποιημένες γεωγραφικές ενδείξεις.

Σύμφωνα με τοποθετήσεις σε σχετικές εκδηλώσεις του κλάδου, η ενίσχυση της παρουσίας ελληνικών επιχειρήσεων στις αγορές της Λατινικής Αμερικής θα απαιτήσει στρατηγικές συνεργασίες με τοπικούς διανομείς, συμμετοχή σε διεθνείς εμπορικές εκθέσεις και επενδύσεις στην προώθηση προϊόντων.

Η τελική μορφή και εφαρμογή της συμφωνίας ΕΕ–Mercosur παραμένει υπό διαπραγμάτευση σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με αρκετά κράτη-μέλη να ζητούν πρόσθετες εγγυήσεις σε ζητήματα περιβαλλοντικών κανόνων και αγροτικής προστασίας.

Για την Ελλάδα, το βασικό ερώτημα αφορά το κατά πόσο οι εγχώριες επιχειρήσεις θα καταφέρουν να αξιοποιήσουν τη διεύρυνση της αγοράς, μετατρέποντας μια μέχρι σήμερα περιορισμένη εμπορική σχέση σε ευκαιρία εξωστρέφειας.

Σε κάθε περίπτωση, η συμφωνία αναμένεται να επηρεάσει το παγκόσμιο αγροδιατροφικό εμπόριο τα επόμενα χρόνια, καθιστώντας την προσαρμογή των ευρωπαϊκών και ελληνικών επιχειρήσεων κρίσιμο παράγοντα για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητάς τους.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα