Στουρνάρας: Ανάπτυξη 1,9% το 2026 με “σκιά” Μέσης Ανατολής
Διαβάζεται σε 4'
“Καμπανάκι” της ΤτΕ για πληθωρισμό και εξωτερικό έλλειμμα. Καταγράφει επιβράδυνση αλλά και ισχυρές αντοχές της οικονομίας. Το μήνυμα Στουρνάρα για μεταρρυθμίσεις και σταθερότητα.
- 06 Απριλίου 2026 13:48
Σε φάση επιβράδυνσης εισέρχεται η ελληνική οικονομία το 2026, με τον Διοικητή της Τράπεζα της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας να αποτυπώνει μια πιο συγκρατημένη εικόνα για την ανάπτυξη, υπό το βάρος της γεωπολιτικής κρίσης στη Μέση Ανατολή. Όπως ανέφερε κατά την 93η ετήσια γενική συνέλευση των μετόχων της ΤτΕ, ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας τοποθετείται στο 1,9% για το 2026, έναντι προηγούμενης εκτίμησης 2,1%, παραμένοντας ωστόσο υψηλότερος από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, που εκτιμάται ότι θα περιοριστεί στο 0,9%.
Παρά τη σχετική ανθεκτικότητα, ο κίνδυνος του στασιμοπληθωρισμού καθίσταται πλέον ορατός, καθώς η επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας συνδυάζεται με αναζωπύρωση πληθωριστικών πιέσεων. Η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού αναμένεται να ανακοπεί, με τον δείκτη να διαμορφώνεται στο 3,1% το 2026, επίπεδο υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, ενώ ο πυρήνας του πληθωρισμού προβλέπεται να κινηθεί στο 3%, υποδηλώνοντας ότι οι πιέσεις παραμένουν διάχυτες στην οικονομία.
Στο δημοσιονομικό πεδίο, η εικόνα παραμένει σαφώς πιο θετική, με την ελληνική οικονομία να διατηρεί υψηλές επιδόσεις. Το πρωτογενές πλεόνασμα για το 2025 εκτιμάται στο 4,4% του ΑΕΠ, υπερβαίνοντας για ακόμη μία χρονιά τους στόχους, ενώ και το συνολικό αποτέλεσμα της γενικής κυβέρνησης παραμένει πλεονασματικό. Για το 2026, προβλέπεται διατήρηση ισχυρού πρωτογενούς πλεονάσματος κοντά στο 3,2% του ΑΕΠ και οριακά πλεονασματικός προϋπολογισμός, εξέλιξη που ενισχύει περαιτέρω την αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής και επιβεβαιώνει τη σημασία της συνετής δημοσιονομικής διαχείρισης.
Αντίστοιχα θετική είναι η εικόνα και για το δημόσιο χρέος, το οποίο το 2025 υποχώρησε στο 146% του ΑΕΠ, σημειώνοντας σημαντική μείωση σε σχέση με το 2024 και φτάνοντας στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2010. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται στον συνδυασμό ενεργητικής διαχείρισης του χρέους, πρόωρων αποπληρωμών και υψηλών ταμειακών διαθεσίμων, στοιχεία που ενισχύουν τη βιωσιμότητά του και περιορίζουν την έκθεση της χώρας σε βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις των αγορών.
Ωστόσο, η μεγάλη αδυναμία της ελληνικής οικονομίας εξακολουθεί να εντοπίζεται στο εξωτερικό ισοζύγιο, καθώς το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών δεν αναμένεται να βελτιωθεί περαιτέρω το 2026. Παρά τη στήριξη που προσφέρουν οι εξαγωγές αγαθών, οι ταξιδιωτικές εισπράξεις, οι εισροές ευρωπαϊκών πόρων και οι άμεσες ξένες επενδύσεις, η άνοδος των διεθνών τιμών της ενέργειας, η αύξηση των εισαγωγών επενδυτικών αγαθών και η επανεμφάνιση πληθωριστικών πιέσεων επιβαρύνουν το εμπορικό ισοζύγιο. Όπως σημείωσε ο κ. Στουρνάρας, το επίμονο αυτό έλλειμμα παραμένει η βασική πηγή ευπάθειας για την οικονομία και εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη διάρκεια και την ένταση της κρίσης στη Μέση Ανατολή, καθώς και από τις επιπτώσεις της στον τουρισμό, την παγκόσμια ζήτηση και τις τιμές της ενέργειας.
Το τραπεζικό σύστημα
Παρά τις προκλήσεις, η ελληνική οικονομία και το τραπεζικό σύστημα εισέρχονται στη νέα περίοδο αβεβαιότητας με ισχυρή βάση, καθώς διαθέτουν υγιή δημοσιονομικά μεγέθη, υψηλή ρευστότητα, ενισχυμένη κεφαλαιακή επάρκεια και πρόσβαση στους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης. Οι παράγοντες αυτοί λειτουργούν ως κρίσιμα «μαξιλάρια» ανθεκτικότητας απέναντι στις εξωτερικές αναταράξεις.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο διοικητής της ΤτΕ έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην ανάγκη συνέχισης των μεταρρυθμίσεων, βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας και διατήρησης της πολιτικής σταθερότητας, επισημαίνοντας ότι ένα προβλέψιμο θεσμικό περιβάλλον αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη διατηρήσιμη ανάπτυξη και την ευημερία.
Τέλος, αναφερόμενος στη νομισματική πολιτική της Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ο κ. Στουρνάρας άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο προσαρμογών, τονίζοντας ότι οι αποφάσεις θα λαμβάνονται με βάση τα δεδομένα κάθε περιόδου, με την ΕΚΤ να παραμένει έτοιμη να κινηθεί ευέλικτα, ακόμη και προς την κατεύθυνση μείωσης επιτοκίων, εφόσον το απαιτήσουν οι συνθήκες.