Τράπεζα της Ελλάδος: Προβλέπει πρωτογενές πλεόνασμα 2,9% και ανάπτυξη 1,9%

Τράπεζα της Ελλάδος
Τράπεζα της Ελλάδος EUROKINISSI

Κάτω του στόχου το πρωτογενές πλεόνασμα το 2019, στο 2,9% του ΑΕΠ, εκτιμά η ΤτΕ στην έκθεση Νομισματικής Πολιτικής. Διατηρεί στο 1,9% την πρόβλεψη για το ΑΕΠ. Κίνδυνοι για την οικονομία από την αναστροφή μεταρρυθμίσεων.

Απόκλιση από τον στόχο για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ για φέτος και ανάπτυξη ίδια με αυτή του 2019 προβλέπει στην έκθεσή της για την νομισματική πολιτική η Τράπεζα της Ελλάδας.

Η έκθεση της ΤτΕ επιμένει στην πρόβλεψη για ανάπτυξη 1,9% του ΑΕΠ το 2019, 2,1% το 2020 και 2,2% το 2021. Η άνοδος του ΑΕΠ θα στηριχθεί στην ιδιωτική κατανάλωση, στις επιχειρηματικές επενδύσεις και στις εξαγωγές.

Η ιδιωτική κατανάλωση εκτιμάται ότι θα επιταχυνθεί ελαφρώς το τρέχον έτος και ότι θα αυξηθεί με ήπιους ρυθμούς την επόμενη διετία, στηριζόμενη στη σταδιακή βελτίωση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος, ως αποτέλεσμα της αύξησης της απασχόλησης και των αμοιβών.

Οι επενδύσεις εκτιμάται ότι θα έχουν θετική συμβολή στην ανάπτυξη, καθώς θα ενισχύεται σταδιακά η εμπιστοσύνη και θα αποκαθίσταται η ρευστότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Οι εξαγωγές αγαθών αναμένεται να συνεχίσουν να αυξάνονται με θετικούς αλλά επιβραδυνόμενους ρυθμούς, καθώς η επίδραση της βελτιωμένης ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας αντισταθμίζεται εν μέρει από την επιδείνωση του διεθνούς περιβάλλοντος.

Ωστόσο αναφέρει και κινδύνους ενδογενείς και εξωγενείς που είναι δυνατό να ανατρέψουν τις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας και αναφέρει καθυστερήσεις στην υλοποίηση μεταρρυθμίσεων ή και ακύρωσή τους θα επιδράσουν αρνητικά στο επενδυτικό κλίμα και την οικονομική δραστηριότητα.

Όσον αφορά το εξωτερικό περιβάλλον, κίνδυνοι μπορούν να προκύψουν από μια μεγαλύτερη του αναμενομένου επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας εξαιτίας του εμπορικού προστατευτισμού, από μια πιθανή απότομη διόρθωση στις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές, που θα μπορούσε να αυξήσει το κόστος και να περιορίσει τη διαθεσιμότητα χρηματοδότησης, από το ενδεχόμενο μιας μη συντεταγμένης αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση (Brexit) και άλλες γεωπολιτικές εξελίξεις

Σημειώνει επίσης ότι η "οπισθοδρόμηση των μεταρρυθμίσεων ή η ακύρωσή τους, τις δικαστικές αποφάσεις με δημοσιονομικές επιπτώσεις, καθώς και την πρόσφατη επεκτατική δέσμη δημοσιονομικών μέτρων" για τα οποία όπως επισημαίνει "δημιουργούν αβεβαιότητα για την επίτευξη των συμφωνηθέντων δημοσιονομικών στόχων αλλά και για τη μακροχρόνια βιωσιμότητα του χρέους και του ασφαλιστικού συστήματος".

Με βάση αυτό τονίζει ότι "λαμβάνοντας υπόψη τα επεκτατικά δημοσιονομικά μέτρα που ψηφίστηκαν πρόσφατα από τη Βουλή, η πρόβλεψη της Τράπεζας της Ελλάδος για το 2019, με βάση τα μέχρι τώρα διαθέσιμα στοιχεία, είναι ότι το πρωτογενές πλεόνασμα θα διαμορφωθεί σε 2,9% του ΑΕΠ, έναντι στόχου 3,5% του ΑΕΠ"

Αναγκαία η μείωση των δημοσιονομικών στόχων

Στο σημείο αυτό επαναφέρει την πρόταση του διοικητή για μείωση των δημοσιονομικών στόχο . Συγκεκριμένα τονίζει ότι "οι υψηλοί στόχοι για το πρωτογενές πλεόνασμα και η παρατηρούμενη συστηματική υπέρβασή τους, με έμφαση στην αύξηση των φόρων και την περικοπή των δημόσιων επενδύσεων, επιβραδύνει την ανάκαμψη και ασκεί αρνητική επίδραση στο μακροχρόνιο δυνητικό προϊόν της οικονομίας".

Εξηγεί ότι "η μείωση του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα σε πιο ρεαλιστικό επίπεδο σε σχέση με το ισχύον 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2022, εφόσον συνδυαστεί με περισσότερες μεταρρυθμίσεις και ιδιωτικοποιήσεις, δεν συνεπάγεται υψηλότερο δημόσιο χρέος, αλλά πιθανότατα χαμηλότερο: διότι, όταν το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ είναι 180%, τότε 1% υψηλότερος ρυθμός ανάπτυξης (ο οποίος μπορεί να προκύψει εάν η μείωση του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα επιτευχθεί με μείωση φόρων και εισφορών κοινωνικής ασφάλισης, σε συνδυασμό με περισσότερες ιδιωτικοποιήσεις και μεταρρυθμίσεις) ή/και 100 μονάδες βάσης χαμηλότερο κόστος δανεισμού (που έχει ήδη προκύψει σε σχέση με το βασικό σενάριο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής) είναι 1,8 φορές πιο αποτελεσματικά για τη μείωση του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ από ό,τι μία ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ πρωτογενές πλεόνασμα. Σε αυτό πρέπει να προστεθούν και τα έσοδα από τις περισσότερες ιδιωτικοποιήσεις".

Αργή η μείωση των κόκκινων δανείων

Η ΤτΕ επισημαίνει ότι "οι τράπεζες σημείωσαν πρόοδο ως προς τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ). Ειδικότερα, στο τέλος Μαρτίου 2019 τα ΜΕΔ ανήλθαν σε 80 δισ. ευρώ, μειωμένα κατά περίπου 1,8 δισ. ευρώ συγκριτικά με το τέλος Δεκεμβρίου 2018 και κατά περίπου 27,2 δισ. ευρώ έναντι του Μαρτίου 2016, οπότε είχε καταγραφεί και το υψηλότερο επίπεδο ΜΕΔ. Η υποχώρηση του αποθέματος των ΜΕΔ το α’ τρίμηνο του 2019 οφείλεται κυρίως σε διαγραφές ύψους 0,9 δισεκ. ευρώ και πωλήσεις ύψους 0,8 δισεκ. ευρώ, ενώ σημαντικού ύψους πωλήσεις ΜΕΔ έχουν ήδη δρομολογηθεί για να υλοποιηθούν εντός του έτους. Ο λόγος των ΜΕΔ προς το σύνολο των δανείων παρέμεινε το Μάρτιο του 2019 σε υψηλό επίπεδο (45,2%)".

Ωστόσο σημειώνει ότι "Γενικά, είναι ανησυχητικό το γεγονός ότι, παρά τη βελτίωση του οικονομικού και θεσμικού περιβάλλοντος, οι εισπράξεις μέσω ενεργητικής διαχείρισης (δηλαδή μέσω είσπραξης καθυστερούμενων οφειλών, αναδιαρθρώσεων δανείων, ρευστοποίησης εξασφαλίσεων κ.λπ.) παραμένουν περιορισμένες. Θετική εξέλιξη αποτελεί το γεγονός ότι τα τελευταία έτη οι τράπεζες συνομολογούν κυρίως λύσεις ρύθμισης μακροπρόθεσμου χαρακτήρα για τα ΜΕΔ, σε αντιδιαστολή με ρυθμίσεις βραχυπρόθεσμου χαρακτήρα" αναφέρει.

Τονίζει επίσης την σημασία της προώθησης στρατηγικών σχεδίων για την μείωση των κόκκινων δανείων όπως αυτά που έχει εκπονήσει το ΤΧΣ και η ΤτΕ

Οι προτάσεις

Στην κατεύθυνση της ταχύτερης ανάκαμψης της οικονομίας και της δημοσιονομικής στραροποίησης η έκθεση της ΤτΕ προτείνει

Δραστική αντιμετώπιση του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων

* Ανάγκη να διευρυνθούν οι πηγές μακροπρόθεσμης χρηματοδότησης.

* Επιθετική πολιτική προσέλκυσης ξένων άμεσων επενδύσεων.

* Να ισχυροποιηθεί η ανεξάρτητη λειτουργία των θεσμών και να ενισχυθεί το κράτος δικαίου

*Να μην σημειώνεται οπισθοδρόμηση και να ακυρώνονται μεταρρυθμίσεις, αλλά και να ενισχύονται εκείνες που ενθαρρύνουν τον ανταγωνισμό στις αγορές.

* Μεγαλύτερη έμφαση στη δημιουργία σχημάτων σύμπραξης δημόσιου-ιδιωτικού τομέα και στη βελτίωση της αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου.

* Ενίσχυση του "τριγώνου της γνώσης", δηλ. η εκπαίδευση, η έρευνα και η καινοτομία.

* Εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης.

SHARE:

24Media Network