1981 και 2015: Δύο “πειράματα” και μερικά συμπεράσματα…
Διαβάζεται σε 7'
Το 1981 και το 2015 ήταν δύο αριστερά πολιτικά πειράματα, με πολλά διαφορετικά, αλλά και με ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά.
- 02 Ιανουαρίου 2026 14:55
Τη χρονιά που μόλις έφυγε, το 2025, έγινε μεγάλη συζήτηση για το, σχετικά μακρινό, 2015. Η συμπλήρωση μιας δεκαετίας και το βιβλίο του Αλέξη Τσίπρα όπλισαν την κυβερνητική προπαγάνδα και τους ιμάντες της στα μέσα ενημέρωσης με το, δήθεν, επιχείρημα «θεέ μου, από τι γλιτώσαμε».
Είναι η προπαγανδιστική θεωρία του «καραβιού που ο καπετάνιος έριξε στα βράχια», την οποία ξαναθυμήθηκε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, διαστρεβλώνοντας πλήρως, κατά την προσφιλή του συνήθεια, γεγονότα και καταστάσεις.
Φυσικά, η προπαγάνδα αυτή λέει από τι «γλιτώσαμε» το 2015, αλλά «ξεχνάει» τι δεν γλιτώσαμε τα προηγούμενα τουλάχιστον πέντε χρόνια. Διότι το 2015 δεν έπεσε ξαφνικά από τον ουρανό. Ήταν η συνέχεια της τουλάχιστον πενταετούς περιόδου της χρεοκοπίας. Η οποία δεν εμφανίστηκε ξαφνικά το βράδυ των εκλογών του Ιανουαρίου του 2015, όταν ήρθε ο ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση.
Αυτός ο ισχυρισμός είναι η πιο προκλητική απόπειρα διαστρέβλωσης της αλήθειας και της πραγματικότητας. Η χρεοκοπία συντελέστηκε μεταξύ 2007 και 2009, όταν κυβερνούσε το κόμμα στο οποίο αρχηγεύει ο Μητσοτάκης. Και, πριν έρθει ο ΣΥΡΙΖΑ, τη διαχειρίστηκαν άλλες τέσσερις κυβερνήσεις και πρωθυπουργοί. Στην τελευταία συμμετείχε ως υπουργός ο Μητσοτάκης, άρα γνωρίζει. Επομένως, το καράβι είχε πέσει στα βράχια πολύ πριν το 2015 και το είχαν ρίξει καπετάνιοι(και) από το δικό του κόμμα.
Αυτά είναι γνωστά και καταγεγραμμένα (μια επανάληψη εδώ), αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας σήμερα.
Με αφορμή αυτά, ίσως αξίζει μια αναδρομή και μια απόπειρα σύγκρισης δύο περιόδων της ιστορίας, οι οποίες προκάλεσαν πολιτικό σεισμό, άφησαν αποτύπωμα, φυσικά διαφορετικό και οδηγούν σε ορισμένα συμπεράσματα για το αύριο.
Η μια περίοδος(1981 και μετά) απέχει από την άλλη (2015-2019) σχεδόν τρεις δεκαετίες, στις οποίες όλα έχουν αλλάξει. Ο παλιός κόσμος κατέρρευσε, σταθερότητες και βεβαιότητες δεν υπάρχουν, οι προσδοκίες για κάτι καλύτερο όλο και απομακρύνονται.
Οι δύο αυτές περίοδοι ήταν, κατά κάποιον τρόπο, δύο πειράματα με πολλά διαφορετικά, αλλά και με ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά, που είχαν διαφορετική κατάληξη. Ας δούμε:
1.Το 1981 σηματοδότησε την «έξοδο» της Ελλάδας από την ουσιαστικά μονοπολική άσκηση της εξουσίας, όπως αυτή καθιερώθηκε στη μεταπολεμική Ελλάδα. Η συντηρητική παντοκρατορία ανατράπηκε και έληξε. Οι συνθήκες είχαν ωριμάσει, το έδαφος είχε καλλιεργηθεί και ήταν εύφορο. Υπήρχε ισχυρό κόμμα, υπήρχε και ηγέτης. Το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου κατάφερε να συνασπίσει σχεδόν ολόκληρο τον προοδευτικό χώρο και να τον καταστήσει ισότιμο συγκυβερνήτη για τα επόμενα 30 χρόνια. Ήταν η πρώτη αριστερή, με την ευρεία έννοια, κυβέρνηση, που δεν έγινε παρένθεση.
2. Το 2015 η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήρθε φυσιολογικά. Ήρθε βίαια, ως αποτέλεσμα της χρεοκοπίας και της κατάρρευσης, μαζί με την οικονομία, των δύο μέχρι τότε κομμάτων εξουσίας, ΝΔ και ΠΑΣΟΚ. Όμως, το έδαφος δεν ήταν εύφορο όπως το 1981. Το αντίθετο, ήταν σαθρό. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν μεγάλο και ισχυρό κόμμα, όπως το ΠΑΣΟΚ του 1981, μεγάλωσε απότομα και βίαια, μόνο εκλογικά. Και εκτός από την ηγετική αύρα του Τσίπρα, δεν υπήρχε κάτι άλλο.
3. Το 1981 ο κόσμος ήταν διπολικός, υπήρχαν τα δύο μεγάλα μπλόκ. Γι’ αυτό και ο Ανδρέας μπορούσε να παίζει αριστοτεχνικά το παιχνίδι της «ανεξαρτησίας». Χωρίς να απομακρύνεται από το σταθερό δυτικό προσανατολισμό της χώρας, κατάφερνε να προκαλεί εκνευρισμό και θυμό στην τότε Αμερική του Ρίγκαν (δεν προσκλήθηκε εκεί στην πρώτη οκταετία του, τον προσκάλεσε ο Κλίντον το 1994). Επιπλέον, δεν υπήρχε τότε η ευρωζώνη, το κοινό νόμισμα, που θέτουν σαφείς περιορισμούς στην άσκηση οικονομικής πολιτικής. Με μια υποτίμηση μπορούσες να «μαζέψεις» το «ξεχείλωμα» που είχε προηγηθεί. Επιπλέον, η τότε Ευρώπη είχε πλήθος φιλικών κυβερνήσεων και ηγετών: Γερμανία με Σμιτ, Γαλλία με Μιτεράν, Σουηδία με Πάλμε, Ισπανία με Γκονζάλες, Πορτογαλία με Σοάρες, Αυστρία με Κράισκι κ.α. Αλλά και ο συντηρητικός Χέλμουτ Κολ, που συμπορεύτηκε με τον Ανδρέα σχεδόν σε όλη την πρώτη θητεία του, δεν στάθηκε εμπόδιο στις ροές κοινοτικού χρήματος προς τον ευρωπαϊκό Νότο με πρώτη την Ελλάδα.
4. Αντίθετα, το 2015 περιθώρια κινήσεων δεν υπήρχαν. Η χώρα ήταν ενταγμένη στην ευρωζώνη και από το 2009 ήταν ουσιαστικά χρεοκοπημένη και το μαύρο πρόβατο στα μάτια των περισσοτέρων. Η Γερμανία της Μέρκελ- με τον Σόιμπλε ισχυρότατο παράγοντα- δεν εμπιστευόταν τις κυβερνήσεις Γιώργου Παπανδρέου και Αντώνη Σαμαρά που προηγήθηκαν, θα ήταν αφύσικο να ακούσει μια αριστερή κυβέρνηση και τον Τσίπρα να επικαλείται «τη βούληση του ελληνικού λαού». Όποιος διαβάσει με προσοχή τα σχετικά κεφάλαια του βιβλίου του Τσίπρα-και ειδικά αυτό για την 17ωρη διαπραγμάτευση μετά το δημοψήφισμα για την επίτευξη συμφωνίας- θα συνειδητοποιήσει τι ακριβώς παίχτηκε τότε. Η Ελλάδα είχε μόνο έναν ισχυρό σύμμαχο, τον πολύ παρεξηγημένο τότε πρόεδρο της Γαλλίας Φρανσουά Ολάντ, στον οποίο ο Τσίπρας θα οφείλει αιώνια ευγνωμοσύνη. Εντάξει, υποστήριξη είχε και από τον Μπαράκ Ομπάμα, αλλά όχι οικονομική. Δεν ξέρω αν δεν γινόταν λόγω ευρωζώνης, αλλά οι Αμερικανοί δεν έβαλαν το χέρι στην τσέπη, για να «αφοπλίσουν» το βαρύ χέρι του Σόιμπλε που έκανε τα πάντα για να μας πετάξει έξω από την ευρωζώνη- το είχε πει και μερικά χρόνια πριν και στους πιο κοντινούς του πολιτικά Σαμαρά και Βενιζέλο. Δεν υπήρχαν, λοιπόν, εναλλακτικές και αυτό αποτυπώνεται απολύτως και στην κοφτή φράση του Πούτιν προς τον Τσίπρα «να τα βρεις με την Μέρκελ».
Το 1981 και το 2015 ήταν δύο αριστερά πολιτικά πειράματα, οι διαφορές τους φάνηκαν, πιστεύω, από τα προεκτεθέντα. Το μόνο κοινό τους ήταν ο προσανατολισμός προς μία απόπειρα αφαίρεσης του μονοπωλίου της διακυβέρνησης από τη συντηρητική παράταξη.
Το πρώτο πείραμα πέτυχε. Το ΠΑΣΟΚ, πρώτα του Ανδρέα Παπανδρέου και μετά του Κώστα Σημίτη, κατάργησαν το συντηρητικό μονοπώλιο και καθιέρωσαν το διπολικό σχήμα εξουσίας(ΠΑΣΟΚ-ΝΔ) από το 1981 μέχρι και το 2009.
Το δεύτερο πείραμα, του ΣΥΡΙΖΑ και του Τσίπρα, ήταν πολύ σύντομο και σε απείρως δυσκολότερες συνθήκες. Εκ του αποτελέσματος φαίνεται ότι απέτυχε. Όμως, επειδή και η συντηρητική εκδοχή της διαδοχής, η ΝΔ του Μητσοτάκη, φαίνεται ότι οδεύει προς το τέλος της, η τελική απόφανση θα καθυστερήσει.
Έτσι, η ρήση του Δημοσθένη «προς γαρ το τελευταίον εκβάν έκαστον των πριν υπαρξάντων κρίνεται», μπορεί να μην έχει εφαρμογή εδώ. Διότι δεν γνωρίζουμε ακόμη ποιο είναι «το τελευταίο εκβάν».
Μόλις το δούμε, ίσως καταλάβουμε αν έχει εφαρμογή αυτό που έχει πει ο τραγουδοποιός Μπομπ Ντίλαν: «Το μέλλον είναι ήδη κάτι από το παρελθόν»…