Μπορεί να υπάρξει ηγέτης χωρίς κόμμα;
Διαβάζεται σε 9'
Ο Σύμβουλος Στρατηγικής και Επικοινωνίας Ηλίας Τσαουσάκης, γράφει στο NEWS 24/7 για τους κινδύνους της νέας τάσης στην πολιτική για ηγέτες χωρίς κόμματα και λογοδοσία.
- 09 Ιανουαρίου 2026 10:14
Η συζήτηση για το αν μπορεί να υπάρξει ηγέτης χωρίς κόμμα δεν είναι μια θεωρητική κουβέντα, ούτε γίνεται μόνο στην Ελλάδα με αφορμή τη δημιουργία νέων πολιτικών σχηματισμών το 2026. Τροφοδοτείται από πραγματικές εξελίξεις στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ. Την άνοδο πολλών προσωποκεντρικών σχημάτων, τη συρρίκνωση των παραδοσιακών κομμάτων ως μαζικών οργανισμών αλλά και την εμφάνιση «συστημάτων κινητοποίησης» που λειτουργούν παράλληλα ή και ανεξάρτητα από τα κόμματα.
Η πρόσφατη νίκη του Zohran Mamdani στη Νέα Υόρκη έφερε στο προσκήνιο μια πραγματικότητα. Ένας πολιτικός μπορεί να στηρίζεται όχι σε κομματικό μηχανισμό, αλλά σε δίκτυο οργανώσεων, κινημάτων, συνδικάτων, εθελοντών. Ένα είδος «partyism χωρίς το party», όπως το περιγράφει το περιοδικό Dissent σε ένα ενδιαφέρον άρθρο, από το οποίο ξεκίνησε και η ιδέα για το συγκεκριμένο κείμενο.
Ο Mamdani κέρδισε κινητοποιώντας χιλιάδες εθελοντές και επιτυγχάνοντας μια εξαιρετικά υψηλή συμμετοχή. Στηρίχθηκε στο Democratic Socialists of America (DSA), σε οργανώσεις κοινοτήτων, σε συνδικάτα και τοπικές συλλογικότητες. Στην πράξη λειτούργησε ένα υποκατάστατο κόμματος που ανέλαβε τις λειτουργίες της οργάνωσης και της κινητοποίησης.
Η ευρωπαϊκή τάση: Από το κόμμα στον ηγέτη
Αντίστοιχα στην Ευρώπη η τάση που αναπτύσσεται είναι σαφής. Τα παραδοσιακά κόμματα αποδυναμώνονται σημαντικά ως οργανισμοί, οι ηγέτες ενισχύονται ως «brands». Η πολιτική μετακινείται από το «κόμμα που βρίσκει τον ηγέτη» στο «ηγέτη που χτίζει ένα κόμμα γύρω του», ή ακόμα και στο «ηγέτη που δεν χρειάζεται καν κόμμα για να επηρεάσει τον δημόσιο λόγο». Αυτή η αποκοπή ηγέτη – κόμματος έχει τρεις κρίσιμες όψεις.
Η πρώτη είναι η ταχύτητα και η ευελιξία. Χωρίς τους βραδυκίνητους και γερασμένους μηχανισμούς των κομμάτων, ένας ηγέτης μπορεί να κινηθεί ταχύτερα, να συνδεθεί με ομάδες έξω από το κομματικό σύστημα, να μιλήσει πιο αυθεντικά, να δομήσει μια νέα αφήγηση χωρίς τα βαρίδια που φέρει ένα κόμμα.
Η δεύτερη όψη είναι η θεσμική αδυναμία. Ένας ηγέτης χωρίς κόμμα έχει επιρροή, αλλά δεν έχει δομές. Μπορεί να κερδίσει εκλογές, αλλά θα δυσκολευτεί να κυβερνήσει με διάρκεια. Η ενέργεια του «κινήματος» συχνά εξαντλείται μόλις κλείσουν οι κάλπες.
Η τρίτη όψη, ίσως η πιο κρίσιμη, είναι η Δημοκρατία. Μπορεί να υπάρξει ηγέτης που δεν λογοδοτεί πουθενά; Που έχει άμεση, αδιαμεσολάβητη σχέση «με τον λαό», χωρίς θεσμικούς μηχανισμούς ελέγχου; Τα κόμματα, με όλες τις αδυναμίες και τις παθογένειες τους, είναι δημοκρατικοί μηχανισμοί. Έχουν οργανώσεις, συνέδρια, εκλεγμένα όργανα, διαδικασίες λήψης αποφάσεων, μηχανισμούς λογοδοσίας.
Ένας ηγέτης χωρίς κόμμα, ή με ένα κόμμα – σφραγίδα που είναι απλά το προσωπικό του όχημα, μπορεί εύκολα να γλιστρήσει σε αυταρχικές λογικές, όπου η «λαϊκή εντολή» γίνεται άλλοθι για την απουσία εσωτερικού ελέγχου και συλλογικής διαδικασίας. Και η ιστορία του 20ού αιώνα έχει δείξει τι συμβαίνει όταν χαρισματικοί ηγέτες απευθύνονται απευθείας στις μάζες παρακάμπτοντας τους ενδιάμεσους θεσμούς.
Το κόμμα δεν είναι απλά ένα εργαλείο κινητοποίησης, είναι και φρένο, και έλεγχος, και χώρος συλλογικής επεξεργασίας. Όταν αυτό λείπει, ο ηγέτης μένει μόνος απέναντι στον πειρασμό του λαϊκισμού και της αυθαιρεσίας.
Άρα, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν μπορεί τελικά να υπάρξει ηγέτης χωρίς κόμμα, αλλά τι θα είναι αυτό που θα αντικαταστήσει το κόμμα. Χωρίς οργάνωση, διαδικασίες, κορμό στελεχών, κανάλια συμμετοχής, δημοκρατικές διαδικασίες, το όποιο πολιτικό εγχείρημα κινδυνεύει να καταρρεύσει υπό το βάρος της πραγματικότητας.
Τι συμβαίνει στην Ελλάδα;
Στην Ελλάδα, η συζήτηση περιπλέκεται από μια σειρά παραγόντων που διαμορφώνουν μια διαφορετική πολιτική κουλτούρα. Τα ελληνικά κόμματα δεν είναι μόνο ισχυροί ιδεολογικοί οργανισμοί, είναι και πελατειακά συστήματα. Από την άλλη υπάρχει παραδοσιακά και ο γενικότερος φόβος πραγματικού ανοίγματος. Τα κόμματα ιστορικά δεν λειτούργησαν επαρκώς ως ανοιχτοί χώροι συμμετοχής.
Ακόμα και όταν μιλούσαν για μαζικότητα, και την είχαν σε μεγάλο βαθμό, σπάνια άνοιξαν πραγματικά σε κινήματα, συλλογικότητες ή άλλες οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών. Αυτό εξηγεί σε ένα βαθμό γιατί τα μονοπρόσωπα κόμματα που γεννήθηκαν μετά τον εκλογικό σεισμό του 2012 σε μεγάλο ποσοστό απέτυχαν.
Προσπάθησαν να λειτουργήσουν στη λογική του “κινήματος”, χωρίς πραγματική λαϊκή βάση, ή κυρίως του “προσωπικού brand”. Οι συνθήκες τούς έδωσαν την ψευδαίσθηση ότι μπορείς να φτιάξεις κόμμα όπως φτιάχνεις μια μικρή εταιρία.
Χαμηλό κόστος επικοινωνίας, άμεση πρόσβαση στο κοινό, προσωποποίηση του μηνύματος. Το μοντέλο αυτό σε κάποιο βαθμό πέτυχε, κάπο«παλιό» κόμμα, επέστρεψε στην εξουσία και παραμένει κυρίαρχη δύναμη επί μια δεκαετία. Όχι επειδή ανανεώθηκε μόνο με την παρουσία του Κ. Μητσοτάκη, αλλά επειδή διατήρησε αυτό ακριβώς που έλειπε από τα μονοπρόσωπα σχήματα. Οργανωτική συνέχεια, τοπική παρουσία, δομές που λειτουργούν και φυσικά μια καθαρή πολιτική ατζέντα. Το πελατειακό στοιχείο υπάρχει, αλλά δεν είναι το μόνο.
Είναι η απόδειξη ότι σε εποχή κρίσης των κομμάτων, ένα κόμμα με πραγματική οργάνωση έχει ακόμα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Αντίθετα, το ΠΑΣΟΚ είναι το πιο καθαρό παράδειγμα της ελληνικής πολιτικής του τελευταίου μισού αιώνα. Καταποντίστηκε στην κρίση όχι μόνο λόγω των αντικειμενικών συνθηκών (μνημόνια, χρεωκοπία), αλλά γιατί υπέστη μια τριπλή κρίση. Ηγεσίας, οργάνωσης (διάλυση δομών, απώλεια στελεχών) και για μια δεκαετία κομματικής ταυτότητας με την αλλαγή ονόματος. Σήμερα έχει ανακτήσει την ταυτότητα του, η οργάνωση υπολείπεται ακόμα και η ηγετική ηγεμονία δεν έχει ακόμη εγκαθιδρυθεί. Αυτός είναι και ο λόγος που τελικά δεν καταφέρνει να επιστρέψει ως έτερος πόλος εξουσίας. Είναι η απόδειξη ότι ούτε η οργάνωση μόνη της, ούτε ο ηγέτης μόνος του αρκούν. Χρειάζονται και τα δύο.
Τσίπρας και Καρυστιανού: Τα πειράματα του 2026
Σήμερα, η πιο πρόσφατη εξέλιξη είναι η αποχώρηση του Αλέξη Τσίπρα από τον ΣΥΡΙΖΑ και η προσπάθειά του να δημιουργήσει κάτι νέο, ακόμα απροσδιόριστο στο οργανωτικό του σχήμα.
Εδώ έχουμε έναν πολιτικό που έφτασε στην εξουσία μέσω ενός οργανωμένου κόμματος και τώρα επιχειρεί να το ξεπεράσει, ή να το αντικαταστήσει εντελώς. Η αποχώρησή του από το κόμμα που τον οδήγησε στην εξουσία, χωρίς να γίνει ποτέ κόμμα εξουσίας, θέτει σε πρώτο πλάνο το ερώτημα αυτής της συζήτησης. Μπορεί ένας ηγέτης να λειτουργήσει χωρίς την οργανωτική υποδομή που τον έφερε εκεί; Η στρατηγική που ακολουθεί, όπως φαίνεται και από το βιβλίο του “Ιθάκη”, δείχνει μια προσέγγιση που εστιάζει στο άτομο παρά στη συλλογική διαδικασία.
Ο Τσίπρας έχει προσωπικό ένστικτο, επικοινωνιακές δεξιότητες, εμπειρία διακυβέρνησης. Αλλά χωρίς οργανωτική υποδομή και χωρίς τον χρόνο να τη χτίσει από το μηδέν, το εγχείρημα μοιάζει να βασίζεται στην υπόθεση ότι το προσωπικό brand μπορεί να υποκαταστήσει την οργάνωση και σε ένα βαθμό την πολιτική. Και η εμπειρία όλων των μονοπρόσωπων σχημάτων δείχνει ότι αυτό από μόνο του σπάνια αρκεί.
Η δεύτερη περίπτωση είναι η Μαρία Καρυστιανού, που ανακοίνωσε την πρόθεσή της να προχωρήσει στη δημιουργία ενός κινήματος. Εδώ έχουμε μια διαφορετική δυναμική. Όχι ηγέτη που εγκαταλείπει κόμμα, αλλά πρόσωπο με συμβολικό κεφάλαιο που επιχειρεί να το μετατρέψει σε πολιτική οργάνωση. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν υψηλά ποσοστά αποδοχής, που επιβεβαιώνουν την ύπαρξη ενός «θυμωμένου» κοινού που αναζητά νέες πολιτικές εκφράσεις, κάτι σαν μια ψήφο εκδίκησης προς το σύστημα. Ωστόσο, το ερώτημα και εδώ παραμένει το ίδιο. Το συμβολικό κεφάλαιο, χωρίς κάποια συγκεκριμένη – προς το παρόν -ιδεολογική ταυτότητα, μπορεί να υποκαταστήσει και την οργανωτική υποδομή;
Τα μαθήματα για την Ελλάδα
Με βάση όλα τα παραπάνω, προδιαγράφεται ως ενδιαφέρουσα προοπτική η ανάγκη για ένα κόμμα εξελιγμένο, που διατηρεί την ευθύνη της στρατηγικής, της λογοδοσίας και της διακυβέρνησης, αλλά ανοίγεται σε δίκτυα, κινήματα, οργανώσεις και νέες μορφές συμμετοχής. Ένα κόμμα – κόμβος που δεν υποκαθιστά την κοινωνία, αλλά τη συντονίζει. Αυτό ακριβώς δείχνει το παράδειγμα Mamdani και είναι κρίσιμο. Δεν έφυγε από το Δημοκρατικό Κόμμα, αλλά το έκανε δευτερεύον. Χρησιμοποίησε το θεσμικό του πλαίσιο (primaries, δημόσια χρηματοδότηση εκστρατειών), χτίζοντας παράλληλα μια οργάνωση έξω από αυτό. Και για την Ελλάδα, αυτό το μάθημα είναι πολλαπλό.
Πρώτον: η προσωποκεντρική πολιτική χωρίς οργανωτική βάση είναι δύσκολη. Τα μονοπρόσωπα κόμματα που γεννήθηκαν το 2012 και μετά έχουν κυρίως να επιδείξουν αποτυχίες.
Δεύτερον: τα παλιά κόμματα δύσκολα μπορούν να επιστρέψουν όπως τα γνωρίζαμε. Η εποχή του κλειστού, ιεραρχικού κόμματος που ελέγχει τα πάντα από την κορυφή φαίνεται ότι έχει παρέλθει. Αλλά και η εποχή του “κόμματος” που είναι απλά μια σελίδα στο Facebook έχει δείξει τα όριά της.
Τρίτον: Η ΝΔ αποτελεί την εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα. Επέστρεψε και παραμένει κυρίαρχη όχι μόνο επειδή «εκσυγχρονίστηκε», αλλά επειδή δεν κατέρρευσε ποτέ οργανωτικά. Διατήρησε τοπική παρουσία, δομές που λειτουργούν, έναν μεγάλο κορμό στελεχών. Και φυσικά ηγεσία. Το μάθημα; Η οργάνωση σε συνδυασμό με το brand λειτουργεί καλύτερα. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι το μοντέλο της είναι προς αντιγραφή για νέες πολιτικές δυνάμεις. Σημαίνει ότι χωρίς οργάνωση, δύσκολα πας μακριά.
Τέταρτον: η ανανέωση των κομμάτων σημαίνει μετεξέλιξη σε κόμμα – κόμβο, σε ένα σημείο σύνδεσης, συντονισμού και στρατηγικού σχεδιασμού που αφήνει χώρο για τοπικές οργανώσεις, κινήματα, δίκτυα. Που έχει δομές και διαδικασίες, αλλά παραμένει ανοιχτό.
Πέμπτον: απαιτείται η ανάπτυξη μιας πραγματικής συμμετοχικής κουλτούρας. Αυτό σημαίνει οργανώσεις που δεν είναι ούτε πελατειακά δίκτυα ούτε fan clubs ηγετών, αλλά χώροι όπου άνθρωποι οργανώνονται γύρω από κοινούς στόχους.
Το εργαστήριο του 2026
Οι περιπτώσεις Τσίπρα και Καρυστιανού θα φανούν τους επόμενους μήνες. Η ελληνική πολιτική βρίσκεται σε μια μεταβατική περίοδο. Γι’ αυτό και κάθε «πρόβλεψη» αποτελεί ένα μεγάλο ρίσκο.
Το σημερινό μοντέλο του ενός κυρίαρχου κόμματος δείχνει και πάλι τα όρια του, η νέα ισορροπία δεν έχει ακόμα διαμορφωθεί. Οι επόμενοι μήνες θα λειτουργήσουν σαν εργαστήριο.
Εκτός των άλλων, θα δοκιμαστεί αν ένα ισχυρό όνομα από το πρόσφατο παρελθόν μπορεί να αντικαταστήσει μια οργάνωση και αν το συμβολικό κεφάλαιο που σε συνθήκες πολιτικού ανταγωνισμού μεταβάλλεται και εύκολα αποδομείται, με άγνωστο ακόμα πολιτικό περιεχόμενο, μπορεί να γίνει πολιτική μηχανή που αντέχει στον χρόνο.
*Ο Ηλίας Τσαουσάκης είναι Σύμβουλος Στρατηγικής και Επικοινωνίας