Η κυβέρνηση μεταξύ “πατριωτικής δεξιάς” και κεντρώων

Διαβάζεται σε 4'
O Κυριάκος Μητσοτάκης στα έδρανα της Βουλής
O Κυριάκος Μητσοτάκης στα έδρανα της Βουλής (ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ/EUROKINISSI)

Το “πατριωτικό προφίλ” της θέλει να ενισχύσει η κυβέρνηση, η οποία όμως ταυτόχρονα επιδιώκει να απευθυνθεί στους ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ μέσω της συνταγματικής αναθεώρησης, αλλά πέφτει πάνω στο Βενιζέλο.

Αμφίπλευρη συσπείρωση της Νέας Δημοκρατίας επιδιώκει το Μαξίμου: Από τη μία θέλει να ενισχύσει το “πατριωτικό προφίλ” της κυβέρνησης για να κρατήσει δεξιούς ψηφοφόρους. Από την άλλη μέσω της συνταγματικής αναθεώρησης επιχειρεί να απευθυνθεί στους κεντρώους ψηφοφόρους και ειδικότερα στο κοινό του ΠΑΣΟΚ.

Με στόχο το ακροατήριο της “πατριωτικής δεξιάς”, κυβερνητικά στελέχη έσπευσαν να υπογραμμίσουν σε όλους τους τόνους ότι διαψεύστηκαν οι “Κασσανδρες” όσον αφορά στην πρόσφατη συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Για την ακρίβεια ότι διαψεύστηκαν οι προβλέψεις του Αντώνη Σαμαρά, ο οποίος είχε εκτιμήσει πως θα ήταν λάθος μία συνάντηση του πρωθυπουργού με τον πρόεδρο της Τουρκίας υπό τις δεδομένες συνθήκες. Σημειωτέον ότι αύριο Τρίτη ο κ.Σαμαράς θα συναντηθεί με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κώστα Τασούλα, στο πλαίσιο του κύκλου επαφών που έχει ξεκινήσει ο ανώτατος πολιτειακός άρχοντας με τους πρώην πρωθυπουργούς. Και θα έχει ενδιαφέρον εάν και τι θα διαρρεύσει η πλευρά Σαμαρά όσον αφορά στην αναμενόμενη συζήτηση σχετικά με τα ελληνοτουρκικά.

Ο κ.Μητσοτάκης δε στην κυριακάτικη ανάρτηση του άφησε μία νέα, έμμεση αιχμή, για εξωτερική πολιτική της αδράνειας, κάτι για το οποίο έχει στο παρελθόν κατηγορήσει τις κυβερνήσεις του Κώστα Καραμανλή.

“Η Ελλάδα δεν επιδιώκει ούτε την ένταση, ούτε την αδράνεια”, σχολίασε ειδικότερα ο πρωθυπουργός υπερασπιζόμενος την απόφαση του να μεταβεί στην Άγκυρα και να συναντηθεί με τον Ερντογάν. Ενώ έκανε λόγο για “Ελλάδα της εθνικής αυτοπεποίθησης, όχι της εθνικής υστερίας”, απαντώντας επίσης εμμέσως πλην σαφώς στην κριτική που δέχεται εκ δεξιών.

Εν τω μεταξύ το γεγονός ότι σήμερα στις 11 το πρωί θα υπογραφούν παρουσία του κ.Μητσοτάκη στο Μέγαρο Μαξίμου οι συμφωνίες μίσθωσης μεταξύ του ελληνικού κράτους και της κοινοπραξίας Chevron-Helleniq Energy για έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων σε θαλάσσιες περιοχές νότια της Πελοποννήσου και της Κρήτης, αποτελεί ένα ακόμη επιχείρημα της κυβέρνησης προκειμένου να υποστηρίξει ότι η πολιτική της κατοχυρώνει στην πράξη τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας.

Η διφορούμενη στάση του Μαξίμου απέναντι στο ΠΑΣΟΚ

Την ίδια στιγμή η προσπάθεια του Μαξίμου να πιέσει το ΠΑΣΟΚ με αφορμή τη συνταγματική αναθεώρηση “σκοντάφτει” πάνω στον… Ευάγγελο Βενιζέλο. Ο πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ ως συνταγματολόγος (αλλά και ως ένα πολιτικό πρόσωπο το οποίο έχει απήχηση στο συγκεκριμένο κεντρογενές ακροατήριο το οποίο διεκδικεί και η ΝΔ επί Μητσοτάκη) έχει φέρει σε δύσκολη θέση την κυβέρνηση. Διότι έχει χαράξει τη γραμμή άμυνας της Χαριλάου Τρικούπη στις γαλάζιες πιέσεις για την αναθεώρηση, ιδίως των άρθρων 16 (ιδιωτικά ΑΕΙ) και 103 (μονιμότητα στο δημόσιο), του Συντάγματος.

Δεν ήταν τυχαίο λοιπόν ότι το Μαξίμου αντέδρασε με ενόχληση και επιθετικά στην απόφαση του ΠΑΣΟΚ να μη δώσει “λευκή επιταγή” στην κυβέρνηση για τη συνταγματική αναθεώρηση. Εν τω μεταξύ πάντως ο κ.Μητσοτάκης έτεινε εκ νέου κλάδο συναίνεσης στην αξιωματική αντιπολίτευση με αφορμή την επιστολική ψήφο των αποδήμων και στις εθνικές εκλογές. Στο συγκεκριμένο νομοσχέδιο το ΠΑΣΟΚ φαίνεται ότι θα στηρίξει και έτσι θα συγκεντρωθούν οι 200 ψήφοι που απαιτούνται.

Η ψήφος των αποδήμων όμως είναι ένα “ειδικό” θέμα και τυχόν στήριξη του ΠΑΣΟΚ στο συγκεκριμένο νομοσχέδιο δεν προδιαγράφει ευρύτερη συναίνεση, όπως θα ήλπιζε το Μαξίμου. Βέβαια η στάση της κυβέρνησης απέναντι στο ΠΑΣΟΚ είναι διφορούμενη: 

Από τη μία ζητά τη συναίνεση στη συνταγματική αναθεώρηση, ώστε να δημιουργηθούν και κάποιες γέφυρες που θα διευκόλυναν ίσως μία κυβερνητική συνεργασία σε περίπτωση μη αυτοδυναμίας. Από την άλλη διεκδικεί τους πιο συντηρητικούς κεντρώους ψηφοφόρους, βλέποντας ότι η προσπάθεια επαναπροσέγγισης παραδοσιακών νεοδημοκρατών ενδεχομένως να μην αποδώσει στο μέγιστο δυνατό βαθμό. Τίθεται δε το ερώτημα κατά πόσο ο ένας στόχος δεν “ακυρώνει” τον άλλο.

Σχετικό Άρθρο

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα