Νίκος Μαραντζίδης: Αυτοί οι ήρωες ήταν κομμουνιστές
Διαβάζεται σε 5'
Η ιστορία είναι γεμάτη εκπλήξεις. Ορισμένες από αυτές φέρουν ισχυρά αξιακά φορτία που επανατοποθετούν τον δημόσιο διάλογo. Γράφει ο Νίκος Μαραντζίδης.
- 24 Φεβρουαρίου 2026 06:14
Η ιστορία είναι γεμάτη εκπλήξεις. Ορισμένες από αυτές φέρουν ισχυρά αξιακά φορτία που επανατοποθετούν τον δημόσιο διάλογο. Οι φωτογραφίες των 200 εκτελεσμένων της Καισαριανής ανήκουν σε αυτή την κατηγορία. Δεν αποτελούν μόνο τεκμήρια μιας θηριωδίας· λειτουργούν και ως συμπυκνωμένη υπενθύμιση ενός πολιτικού και ηθικού σύμπαντος που διαμόρφωσε στάσεις ζωής μέχρι την ύστατη στιγμή.
Ο διάλογος που αναπτύχθηκε μετά τη δημοσιοποίησή τους έχει ήδη αναδείξει πολλές από τις διαστάσεις του ζητήματος: τη στάση, το βλέμμα, τη συνείδηση εκείνων που βάδιζαν προς τον θάνατο· τη λειτουργία της συλλογικής μνήμης· το πώς οι κοινωνίες διαχειρίζονται το τραυματικό τους παρελθόν.
Σε αυτό το επίπεδο δεν θα επιχειρήσω να προσθέσω κάτι. Πολλοί έγραψαν με ενάργεια, συγκίνηση αλλά και βαθιά κατανόηση της σημασίας του γεγονότος. Το ζήτημα που με απασχολεί είναι διαφορετικό: η αμηχανία, στα όρια της δυσαρέσκειας, με την οποία η καθιερωμένη Δεξιά αντιμετώπισε το γεγονός ότι αυτοί οι άνθρωποι ήταν κομμουνιστές.
Η βασική γραμμή υπήρξε προβλέψιμη: η πολιτική τους ταυτότητα επιχειρήθηκε να παρουσιαστεί ως δευτερεύουσα λεπτομέρεια.
Υποστηρίχθηκε μάλιστα ότι δεν ήταν όλοι οι κομμουνιστές ήρωες και ότι υπήρξαν ήρωες που δεν ήταν κομμουνιστές. Στη σχετική αρθρογραφία, επιστρατεύτηκαν μορφές από διαφορετικές ιστορικές περιόδους – από τον Περρίκο και τη Λέλα Καραγιάννη έως τον Παπαφλέσσα, τον Νικηταρά και τον ηγούμενο Σαμουήλ. Πρόκειται για μια χαοτική και ετερογενή ονοματολογία που επιχειρεί να
διαλύσει το συγκεκριμένο μέσα στο διαχρονικό, να μετατοπίσει το επίκεντρο από την ιστορική συγκυρία στην αφηρημένη εθνική συνέχεια.
Το επιχείρημα καταλήγει συνήθως στην ανάγκη υπέρβασης του «εμφυλίου διχασμού» μέσω μιας εξομοιωτικής ρητορικής: μπροστά στα εκτελεστικά αποσπάσματα, λέγεται, είναι όλοι απλώς Έλληνες πατριώτες. Η θέση αυτή μοιάζει συμφιλιωτική, αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι. Είναι ακριβώς το αντίθετο: διχαστική. Διότι, αρνούμενη να αποδεχτεί, πως η εκτέλεση των 200 δεν ήταν μια τυχαία πράξη βίας επί ανώνυμων Ελλήνων πολιτών αλλά ήταν στοχευμένη εξόντωση ανθρώπων με συγκεκριμένη πολιτική ένταξη και δράση, επιδεικνύει μια άκαμπτη ιδεολογική σκοπιμότητα.
Γιατί, λοιπόν, αυτή η αμηχανία της καθιερωμένης Δεξιάς και αυτή η προσπάθεια αποπολιτικοποίησης του γεγονότος; Εντοπίζω συνοπτικά τέσσερις λόγους.
Πρώτον, η ελληνική Δεξιά ουδέποτε εγκατέλειψε πλήρως τον πυρήνα του αφηγήματος της εθνικοφροσύνης, σύμφωνα με το οποίο οι κομμουνιστές υπήρξαν απάτριδες διεθνιστές, εν δυνάμει ύποπτοι για την εθνική ακεραιότητα. Η επιθετικότητα μπορεί να έχει αμβλυνθεί στις μέρες μας σε σχέση με την εποχή του μετεμφυλιακού κράτους και του Ψυχρού Πολέμου, όμως ο βασικός ιδεολογικός άξονας δεν έχει εξαφανιστεί. Είναι διαρκώς παρόν.
Δεν έχουμε παρά να δούμε τη ρητορική μερικών υπουργών αλλά και δημόσιων προσώπων της δεξιάς. Με την πρώτη ευκαιρία, κάθε αριστερή αμφισβήτηση της πολιτικής της αντιμετωπίζεται ως εθνικά ύποπτη. Αυτό το ιδεολογικό υπόβαθρο, αυτή η «ιδεολογική έξις» παράγει, ασφαλώς, μια δυσκολία παραδοχής και κυρίως σεβασμού των αγώνων του ΚΚΕ και της θυσίας των κομμουνιστών στην εθνική υπόθεση.
Δεύτερον, η Δεξιά επιδεικνύει μια μόνιμη αδυναμία κατανόησης των κοινωνικών και ψυχολογικών μηχανισμών της κομμουνιστικής στράτευσης. Η ένταξη στο Κόμμα, δεν ήταν για τους κομμουνιστές μια απλή επιλογή πολιτικής τοποθέτησης. Είχαν καταρχήν απόλυτη επίγνωση των σκληρών συνεπειών που αντιμετώπιζαν –σύλληψη, φυλάκιση, επαγγελματικός αποκλεισμός, κοινωνική περιθωριοποίηση, ακόμη και απώλεια ζωής. Γενικότερα μιλώντας, η ένταξη τους στο Κόμμα, συνιστούσε είσοδο σε ένα παγκόσμιο σύστημα αξιών, κωδίκων και συμβολισμών και η συμμετοχή σε αυτή την κοινότητα παρήγαγε νοήματα, στάσεις και συμπεριφορές που διαμόρφωναν μια ιδιαίτερη συλλογική ταυτότητα. Δεν ήταν μόνο ριζοσπαστική πολιτική κοινωνικοποίηση· ήταν υπαρξιακή δέσμευση.
Με απλά λόγια, το να ήταν κανείς κομμουνιστής επηρέαζε κάθε πτυχή της ζωής του, δημόσιας και ιδιωτικής, διαμορφώνοντας μια συνεκτική και συχνά αδιαπραγμάτευτη ταυτότητα. Δεν έτυχε, λοιπόν, να είναι κομμουνιστές οι εκτελεσμένοι. Βρέθηκαν εκεί επειδή ήταν κομμουνιστές.
Τρίτον, με την εμφάνιση αυτών των φωτογραφιών η ελληνική δεξιά, η παράταξη που έκανε την πατριδοκαπηλία καριέρα και τρόπο ζωής, βίωσε ένα είδος φθόνου, εθνικού φθόνου. Γιατί ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάκτυλο μας, στη νεότερη ιστορία της χώρας, κανένα άλλο πολιτικό κόμμα, καμιά άλλη πολιτική οικογένεια δεν μπορεί να παρουσιάσει ένα τόσο εκτεταμένο μαρτυρολόγιο. Κανένα άλλο πολιτικό κόμμα δεν κινητοποίησε τόσους πολλούς ανθρώπους στην υπόθεση της Αντίστασης. Οι 200 της Καισαριανής αποτελούν αδιάψευστη μαρτυρία αυτού του γεγονότος.
Τέταρτον, οι φωτογραφίες επαναφέρουν και ενισχύουν το σύνδρομο «ηθικής κατωτερότητας» στη Δεξιά. Γιατί δείχνουν πως η ιστορία δεν γράφεται τελικά με ισολογισμούς. Γράφεται με την ανθρώπινη αγωνία για έναν καλύτερο κόσμο· και αυτή η αγωνία πολλές φορές είναι συνώνυμη με την ιστορία της ανυπακοής. Και σε αυτήν την ιστορία, η Δεξιά, δεν είναι απλώς απούσα, είναι συχνά απέναντι.
Εντέλει, οι 200 της Καισαριανής δεν ήταν αφηρημένα σύμβολα εθνικής ομοψυχίας. Ήταν κομμουνιστές που έδρασαν, διώχθηκαν και εκτελέστηκαν για τις ιδέες τους. Κι η αναγνώριση αυτού του γεγονότος δεν διχάζει την ιστορία· την καθιστά ακριβέστερη.
Ο Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας