Το Εργατικό Κόμμα στη Βρετανία: Μια προειδοποιητική ιστορία για το ΠΑΣΟΚ και τη μεγάλη δημοκρατική παράταξη

Διαβάζεται σε 7'
Ευκλείδης Τσακαλώτος
Ευκλείδης Τσακαλώτος EUROKINISSI ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ

Μαθαίνει η Αριστερά στη χώρα μας από την ιστορία; Από τις εμπειρίες άλλων χωρών; Παραθέτω μια ιστορία που είναι και προειδοποιητική και διδακτική.

Πριν λίγες μέρες, οι Εργατικοί έχασαν μια κρίσιμη εκλογική αναμέτρηση. Στη Βρετανία ισχύει το πλειοψηφικό σύστημα – η χώρα χωρίζεται σε πάνω από 600 εκλογικές περιφέρειες και ο πρώτος σε ψήφους κερδίζει, έστω και με μία ψήφο διαφορά. Στο μεσοδιάστημα των εθνικών εκλογών, αν ένας βουλευτής πεθάνει ή παραιτηθεί, διεξάγονται επαναληπτικές εκλογές στη συγκεκριμένη περιφέρεια. Μια τέτοια διαδικασία έλαβε χώρα στις 26 Φεβρουαρίου στο Gorton και Denton, μια περιφέρεια του νότιου Μάντσεστερ, φτωχή και με πολυπληθή μουσουλμανική μειονότητα. Οι Εργατικοί κέρδιζαν εκεί άνετα επί έναν αιώνα, ενώ στις τελευταίες εθνικές εκλογές το ποσοστό τους ξεπέρασε το 50%. Ωστόσο, στις επαναληπτικές αυτές εκλογές κατέλαβαν την τρίτη θέση. Την έδρα κέρδισε η υποψήφια των Πρασίνων με ποσοστό άνω του 40%, ενώ δεύτερος ήρθε ο υποψήφιος του ακροδεξιού κόμματος Reform. Επί πλέον, μόλις δύο χρόνια μετά τις εθνικές εκλογές οι Εργατικοί καταποντίζονται στις δημοσκοπήσεις και ο Στάρμερ βρίσκεται σε δεινή θέση.

Η περιφέρεια Gorton και Denton έχει τις ιδιαιτερότητές της. Η μεγάλη μουσουλμανική μειονότητα, παραδοσιακά μέρος της βάσης των Εργατικών, αντέδρασε στη στήριξη που παρείχε ο Στάρμερ στο Ισραήλ κατά τη διάρκεια της γενοκτονίας των Παλαιστινίων. Αντέδρασε επίσης στην αντιμεταναστευτική ρητορική των Εργατικών, η οποία έχει στόχο να αναχαιτίσει τη δημοτικότητα τέτοιων πολιτικών σε παραδοσιακές εργατικές περιοχές, κυρίως στη Βόρεια Αγγλία. Πρόκειται για μια τακτική που απέτυχε παταγωδώς να περιορίσει την άνοδο του Reform — το οποίο πλέον προηγείται στις δημοσκοπήσεις και έλαβε περισσότερες ψήφους από τους Εργατικούς στο Gorton και Denton. Την ίδια στιγμή, η «λευκή» εργατική τάξη κάθε άλλο παρά πείστηκε ότι η κυβέρνηση ενδιαφέρεται σοβαρά για τη φτώχεια που βιώνει. Έτσι, πολλοί αποδείχθηκαν ευάλωτοι στα μηνύματα του Reform ότι τα παραδοσιακά κόμματα «τα έχουν κάνει πλακάκια» με τις ελίτ, αδυνατώντας να ελέγξουν τα μεταναστευτικά ρεύματα που —υποτίθεται πως— κλέβουν δουλειές και εκμεταλλεύονται ένα ήδη ανεπαρκές κοινωνικό κράτος. Καμία βούληση δεν έχει επιδείξει το εργατικό κόμμα να δώσει την ιδεολογική μάχη σε αυτό το θέμα.

Ας αφήσουμε όμως στην άκρη τις ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης περιφέρειας. Ο Στάρμερ κέρδισε την ηγεσία του Εργατικού κόμματος τον Απρίλιο του 2020, μετά την ήττα του Κόρμπυν. Εξελέγη με ένα αριστερό πρόγραμμα, υποσχόμενος να τηρήσει τις δεσμεύσεις του μανιφέστου του προκατόχου του, τοποθετώντας τον εαυτό του στην κεντροαριστερά του κόμματος. Στην πραγματικότητα, σχεδόν αμέσως, αθέτησε τις υποσχέσεις του και ξεκίνησε μια διολίσθηση προς τα δεξιά, που περιελάμβανε από τη διαγραφή του Τζέρεμυ Κόρμπυν μέχρι και εκείνη του σκηνοθέτη Κεν Λόουτς. Αλλά αυτή ήταν μόνο η αρχή. Μετά τη νίκη του τον Ιούλιο του 2024 στις εθνικές εκλογές, προχώρησε σε ρήξη με μεγάλο μέρος του μανιφέστου των Εργατικών, ειδικά στα «πράσινα» ζητήματα. Ο κεντρικός άξονας της στρατηγικής του ήταν ο εξής: θεωρώντας δεδομένο ότι δεν απειλείται από τα αριστερά, το Εργατικό κόμμα θα μπορούσε να επικεντρωθεί στην ανάσχεση της Ακροδεξιάς, την οποία εκπροσωπεί το κόμμα Reform.

Κεντρικό στοιχείο για την κατανόηση της κρίσης των Εργατικών είναι η δέσμευση στο μανιφέστο να μην αποκλίνουν από τους δημοσιονομικούς κανόνες που εισήγαγε η προηγούμενη συντηρητική κυβέρνηση. Αυτός ο αυτοεπιβληθείς «ζουρλομανδύας» είχε άμεσες συνέπειες μετά τις εκλογές: η κυβέρνηση περιέκοψε το επίδομα θέρμανσης για τους πιο ευάλωτους και αρνήθηκε να αλλάξει την πολιτική των Συντηρητικών για τα επιδόματα παιδιού, τα οποία σταματούν μετά το δεύτερο παιδί. Η εμμονή στη δημοσιονομική πειθαρχία ήταν ένα σήμα προς τις αγορές ότι δεν θα υπάρξει αλλαγή στις εφαρμοζόμενες πολιτικές και, κυρίως, καμία απειλή για τους οικονομικά ισχυρούς μέσω υψηλότερων φόρων στα εισοδήματα, αυξημένων εταιρικών φόρων και αύξησης των φόρων περιουσίας. Το σκεπτικό φαίνεται πως ήταν πως, μετά το χάος της διακυβέρνησης των Συντηρητικών (Τόρις), ο κόσμος ήθελε σταθερότητα. Ή ακόμα χειρότερα, πως η μόνη επιθυμία των πολιτών ήταν το «οποιοσδήποτε εκτός από τους Τόρις» — κάτι που φαντάζομαι θυμίζει πολλά στους Έλληνες αναγνώστες. Όμως, αυτό όπως και το «οποιοσδήποτε εκτός από τον Μητσοτάκη» δεν αποτελεί στρατηγική. Πρόκειται για μια θεμελιώδη παρερμηνεία της πραγματικότητας. Φυσικά και οι άνθρωποι θέλουν σταθερότητα, αλλά χωρίς κοινωνική δικαιοσύνη, η σταθερότητα ισοδυναμεί με χίμαιρα.

Για την εργατική τάξη, οι Εργατικοί μοιάζουν πλέον αναπόσπαστο κομμάτι του συστήματος. Θεωρούνται δέσμιοι των υπαρχουσών δομών εξουσίας· κυρίως των χρηματοοικονομικών και του City του Λονδίνου αλλά και του ιδιωτικού τομέα στο σύνολό του. Για παράδειγμα, πολλοί βουλευτές του κόμματος των Εργατικών προέρχονται από το lobbying, διατηρούν αυτές τις επαφές κατά τη θητεία τους και προσβλέπουν σε καλοπληρωμένες θέσεις στον ιδιωτικό τομέα όταν εγκαταλείπουν την πολιτική. Η σχέση του κόμματος, για παράδειγμα, με τις τέσσερις μεγάλες λογιστικές και συμβουλευτικές εταιρείες (PwC, Deloitte, Ernst and Young, KPMG) είναι κάτι παραπάνω από στενή. Ιδιωτικές εταιρείες όχι μόνο στηρίζουν βουλευτές αλλά «χορηγούν» κομματικές συναντήσεις, εξασφαλίζοντας μια θέση στο τραπέζι όπου χαράσσεται η ατζέντα.

Αποφεύγοντας οποιαδήποτε σύγκρουση με τα μεγάλα συμφέροντα, οι Εργατικοί πόνταραν στο ότι η πολιτική τους θα έφερνε ανάπτυξη, βελτιώνοντας τη ζωή των φτωχότερων χωρίς καμία ανάγκη αναδιανομής. Πρόκειται για μια «αυταπάτη ανάπτυξης» (growth delusion), λες και μπορούμε να επιστρέψουμε στις παλιές καλές μέρες της σοσιαλδημοκρατικής συναίνεσης των δεκαετιών του ’50 και του ’60. Δεν έχουν αντιληφθεί ότι χωρίς την καταπολέμηση των ανισοτήτων, δεν υφίσταται ούτε κοινωνική δικαιοσύνη ούτε ανάπτυξη. Το να θέτει κανείς, στη συνέχεια, το ζήτημα του τι είδους ανάπτυξη, και επομένως τι είδους επενδύσεις θέλουμε, σημαίνει ότι ανοίγει ζητήματα πολύ πέρα από την κατανόηση των Εργατικών.
Όλα αυτά υπογραμμίζουν ότι οι κεντρώες πολιτικές δεν αποδίδουν στη σημερινή συγκυρία. Δεν αντιμετωπίζουν τις ανισότητες, δεν φέρνουν ανάπτυξη, δεν αγγίζουν την κλιματική κρίση και, τέλος, αδυνατούν να ανταποκριθούν στην άνοδο της Ακροδεξιάς. Στην πραγματικότητα, η προσπάθεια των Εργατικών να υιοθετήσουν στοιχεία της ατζέντας και ρητορικής του Reform ειδικά στο μεταναστευτικό έφερε τα αντίθετα αποτελέσματα.

Για να επιστρέψουμε στο εκλογικό σύστημα του Ηνωμένου Βασιλείου. Ολόκληρη η προσέγγιση του Στάρμερ βασίστηκε στην ιδέα ότι, δεδομένου του εκλογικού συστήματος, δεν έχει αντίπαλο στα αριστερά του. Η νίκη των Πρασίνων στο Denton και Gorton, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι προηγούνται των Εργατικών στις εθνικές δημοσκοπήσεις, γκρέμισε αυτό το αφήγημα. Οι Πράσινοι έχουν έναν νέο, νεαρό σε ηλικία, ηγέτη, τον Τζακ Πολάνσκι, ο οποίος αρθρώνει μια στρατηγική που συνδέει τα περιβαλλοντικά ζητήματα με τα ταξικά ζητήματα και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ως Εβραίος, δεν φοβήθηκε να στηρίξει τους Παλαιστίνιους¹. Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι, όπως και στην περίπτωση του Μαμντάνι στη Νέα Υόρκη, τα στοιχεία αυτής της προσέγγισης φαίνεται να δένουν μεταξύ τους χωρίς αντιφάσεις, αμφισβητώντας αποτελεσματικά την πολιτική οικονομία του νεοφιλελευθερισμού. Η αντίδραση του Στάρμερ στην εκλογική ήττα των Εργατικών στο Denton και Gorton ήταν υστερική – «Θα συνεχίσω να πολεμώ τα άκρα στη Δεξιά και την Αριστερά». Όποιος όμως δει τον Πολάνσκι στο YouTube, θα διακρίνει έναν πολιτικό ηγέτη ριζοσπάστη με λόγο ήπιο αλλά με γωνίες. Το να τον αποκαλείς εξτρεμιστή δείχνει πόσο πολύ έχουν χάσει τον προσανατολισμό τους οι Εργατικοί.

Στην Ελλάδα, μια παρόμοια πρόκληση από τα αριστερά δεν φαίνεται ακόμα στον ορίζοντα. Ωστόσο, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υπάρχει χώρος για μια προσέγγιση που ενώνει ταξικά και πράσινα ζητήματα με τα ανθρώπινα δικαιώματα. ΠΑΣΟΚ και Τσίπρας, ας προσέξουν τι εύχονται.

¹ Θα επανέλθω σε μελλοντικό άρθρο στο αποτρόπαιο ιστορικό του Στάρμερ στην εξωτερική πολιτική, τη στήριξη του επανεξοπλισμού, την υποστήριξη του Ισραήλ, καθώς και την αυταρχική του στάση απέναντι στα δικαιώματα.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα