Το Μακεδονικό εντάσσεται στη βαλκανική πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης

Το Μακεδονικό εντάσσεται στη βαλκανική πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης

Η κωλυσιεργία των τελευταίων 25 και πλέον ετών στην επίλυση του ονόματος της πΓΔΜ όχι μόνο ζημίωσε το στρατηγικό ρόλο της Ελλάδας, αλλά απογύμνωσε την ελληνική πλευρά από ισχυρά επιχειρήματα που τώρα δεν έχει στη διάθεσή της

Του Δημήτρη Ραπίδη*

Η επίλυση του ονοματολογικού της πΓΔΜ εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική της ελληνικής κυβέρνησης στα Βαλκάνια, που περιλαμβάνει μαζί με την οριστική επίλυση του ονόματος, την οικοδόμηση μέτρων εμπιστοσύνης και την ενίσχυση των σχέσεων μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας, αλλά και τη διατήρηση των καλών και σταθερών σχέσεων με τη Βουλγαρία.

Η βουλγαρική κυβέρνηση έχει αναλάβει την εκ περιτροπής προεδρία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, με την ελληνική κυβέρνηση να αναμένει από τη Σόφια να συμβάλλει από την πλευρά της στη διασφάλιση της ειρήνης και σταθερότητας στα Βαλκάνια με συγκεκριμένες, συμπληρωματικές  πρωτοβουλίες. Ο κεντρικός ρόλος της ελληνικής κυβέρνησης επαληθεύεται από τις υποστηρικτές δηλώσεις Ευρωπαίων αξιωματούχων, αλλά και των επικεφαλής των ευρωομάδων των Σοσιαλιστών και των Πρασίνων. Ακόμα και το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα συντάσσεται με την προσπάθεια επίλυσης του ονοματολογικού ζητήματος, διαβλέποντας και εκείνο από την πλευρά του τις θετικές προοπτικές που ανοίγονται στα Δυτικά Βαλκάνια μετά από μια οριστική λύση.

Τόσο η Κομισιόν, όσο και η ηγεσία του ΝΑΤΟ επιθυμούν διακαώς μια θετική έκβαση στις διαπραγματεύσεις Αθήνας-Σκοπίων, για να ενισχυθεί τόσο η ευρωπαϊκή προοπτική της πΓΔΜ, όσο και να θωρακισθεί η ατλαντική συμμαχία απέναντι στο ισλαμικό εξτρεμισμό και τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις που λαμβάνουν χώρα στην ευρύτερη περιοχή της ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ο ρόλος της ελληνικής κυβέρνησης είναι καθοριστικής σημασίας, ενώ γίνεται σαφές για ακόμη μια φορά πως η χώρα μας διατηρεί εκείνα τα ιδιαίτερα γεωπολιτικά χαρακτηριστικά που μπορούν να την καταστήσουν κυρίαρχο δρώντα στη Βαλκανική Χερσόνησο.

Η κωλυσιεργία των τελευταίων 25 και πλέον ετών στην επίλυση του ονόματος της πΓΔΜ όχι μόνο ζημίωσε το στρατηγικό ρόλο της Ελλάδας, αλλά απογύμνωσε την ελληνική πλευρά από ισχυρά επιχειρήματα που τώρα δεν έχει στη διάθεσή της. Το βασικότερο όλων είναι εκείνο της χρήσης του όρου «Μακεδονία», που είναι αδύνατον να αποκλεισθεί, όχι για ιστορικούς μόνο λόγους, αλλά γιατί πλέον είναι τέτοιος ο συσχετισμός ισορροπιών και το status quo που βήμα-βήμα έχτισε η πλευρά των γειτόνων μας όλα αυτά τα χρόνια σε διεθνές επίπεδο, όταν η Ελλάδα απουσίαζε και είχε αφήσει «χώρο» στους Σκοπιανούς, που πλέον η πλειοψηφία των κρατών των Ηνωμένων Εθνών έχει αναγνωρίσει τη πΓΔΜ ως «Μακεδονία». Κατά συνέπεια, η προσθήκη γεωγραφικού ή/και χρονολογικού προσδιορισμού θα αποτελεί μια σημαντική επιτυχία, θα αποδυναμώσει την εθνικιστική έξαρση στη πΓΔΜ και την όποια αλυτρωτική ρητορική είχαν αναπτύξει οι ηγεσίες της στο παρελθόν, ενώ παράλληλα αποτελεί μια ρεαλιστική πρόταση για την οριστική διευθέτηση του ζητήματος. Κάθε ηγεσία οφείλει να επιδιώκει το επιθυμητό, αλλά πρέπει πρωτίστως να αναγνωρίζουμε στις διαπραγματεύσεις τι είναι πραγματοποιήσιμο και εφικτό.

Η επίλυση του ονοματολογικού θα ανοίξει το δρόμο για ένταξη της πΓΔΜ σε ΝΑΤΟ και ΕΕ, θα ενισχύσει τη δημοκρατική σταθερότητα στη χώρα, θα ελέγξει πιθανή αναζωπύρωση του αλβανικού αλυτρωτισμού εντός της χώρας, και θα δημιουργήσει μια «αλυσίδα» κρατών στη δυτική και νότια Βαλκανική που θα εγγυώνται την ειρήνη και τη συνεργασία. Αυτό είναι το στρατηγικό πλάνο που ξεδιπλώνει η ελληνική κυβέρνηση, και αυτό είναι επίσης εκείνο που αναγνωρίζει και υποστηρίζουν η ΕΕ και οι ΗΠΑ, με το ζήτημα να καθίσταται από διμερές, μεταξύ Ελλάδας και πΓΔΜ, σε πολυμερές. 

Η αναζωπύρωση των εθνικισμών στα Βαλκάνια, και μάλιστα στο πρόσφατο παρελθόν, είναι γνωστό σε τι αδιέξοδα είχε οδηγήσει, και είναι κάτι που οφείλουμε να αποφύγουμε. Η πλειοψηφία των πολιτικών δυνάμεων στη χώρα αναγνωρίζει τη στρατηγική της ελληνικής κυβέρνησης και την αποφασιστικότητα που επιδεικνύει, και, παρά τις διαφορετικές απόψεις, οφείλει να παράσχει κάθε δυνατή πολιτική στήριξη.

Το «μπαλάκι» πέφτει στην ηγεσία της πΓΔΜ και στον τρόπο με τον οποίο θα καταφέρει να υπερκεράσει τις αντίρροπες πολιτικές δυνάμεις στο εσωτερικό. Σε ενδεχόμενο αποτυχίας των τελικών διαπραγματεύσεων, δεν θα είναι η Ελλάδα που θα χρεωθεί την «ήττα»,  αλλά οι γείτονές μας.

* Ο Δημήτρης Ραπίδης είναι πολιτικός αναλυτής και επικοινωνιολόγος.  

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα