1984: και όμως η ιστορία επαναλαμβάνεται σαν φάρσα

Διαβάζεται σε 15'
Ο Γιώργος Παπαγεωργίου
Ο Γιώργος Παπαγεωργίου Χρήστος Συμεωνίδης

Ο Γιώργος Παπαγεωργίου, η Έλενα Τριανταφυλλοπούλου και ο Αλέξανδρος – Δράκος Κτιστάκης μιλούν για το 1984.

Το έργο, που αποτελεί μια αλληγορία για την κοινωνία, την εξουσία και την ελευθερία, επανέρχεται στην επικαιρότητα με την ανατρεπτική του δυναμική. Μιλάμε με τους τρεις σημαντικούς συντελεστές για τη δημοκρατία, αν αυτή υπάρχει, για την ατομική ευθύνη, για τη ιστορία και τα λάθη από τα οποία δεν μαθαίνουμε και για το αύριο, το μη προβλέψιμο και κάπως σκοτεινό.

Ο Γιώργος Παπαγεωργίου που πρωταγωνιστεί και σκηνοθετεί και πάλι μας καθηλώνει, η Έλενα Τριανταφυλλοπούλου που ανέλαβε την απόδοση και θεατρική διασκευή και ο Αλέξανδρος – Δράκος Κτιστάκης (μουσική, σύνθεση, σύνθεση ηχοτοπίων) απαντούν με το χέρι στην καρδιά.

Ο Γιώργος Παπαγεωργίου
Ο Γιώργος Παπαγεωργίου Χρήστος Συμεωνίδης

Πόσο τρομερό νιώθετε ένα τόσο προφητικό κείμενο; Εκτός από τη δεινότητα, τη συναισθηματική ευφυία και τη διαύγεια του συγγραφέα, πιστεύετε ότι, με κάποιον τρόπο, οι καιροί ουσιαστικά δεν αλλάζουν;

Γιώργος Παπαγεωργίου: Οι καιροί αλλάζουν, τα ζητούμενα είναι που παραμένουν ίδια. Πάντα θα υπάρχει η ανάγκη για πόλεμο, για επέκταση, για προσωπική φιλοδοξία. Πάντα θα υπάρχει η ανάγκη για αμείλικτο κέρδος, για αποχαύνωση της κατώτερης τάξης (ώστε να μην επαναστατεί), για διαρκή παρακολούθηση. Γιατί αυτή είναι η βάση του καπιταλιστικού συστήματος. Η χρονική συγκυρία που ανεβαίνει το 1984 είναι επείγουσα. Τα πράγματα δεν είναι όπως πριν από 5 ή 10 χρόνια. Σήμερα ο παγκόσμιος χάρτης των ιδεολογιών, της συλλογικής πολιτικής σκέψης έχει μετακινηθεί σε ένα πεδίο management που στερείται ανθρωπιάς. Ποτέ άλλοτε ο κυνισμός, η σκληρότητα δεν είχαν μπει στο τραπέζι ως «αρετές» με πρόσχημα την εξέλιξη.

Έλενα Τριανταφυλλοπούλου: Το 1984 δεν με τρομάζει τόσο ως «προφητικό» κείμενο όσο ως μια διαρκής υπενθύμιση. Οι εποχές αλλάζουν, τα μέσα αλλάζουν, αλλά οι μηχανισμοί εξουσίας πάνω στη σκέψη, στη γλώσσα και στη μνήμη του ανθρώπου επανέρχονται με διαφορετικές μορφές.

Ο Orwell δεν είχε απλώς τη διορατικότητα να φανταστεί ένα δυστοπικό μέλλον· είχε τη διαύγεια να καταγράψει κάτι πολύ πιο ανθεκτικό στον χρόνο: το πώς ο φόβος, η ανάγκη για ασφάλεια και η σταδιακή εξοικείωση με τον έλεγχο μπορούν να οδηγήσουν τον άνθρωπο στο να αποδεχτεί —ή και να εσωτερικεύσει— την καταπίεση.

Γι’ αυτό και το κείμενο παραμένει τόσο ζωντανό σήμερα. Όχι επειδή «επαληθεύτηκε», αλλά επειδή μιλά για πλευρές της ανθρώπινης φύσης και της συλλογικής συμπεριφοράς που, δυστυχώς, δεν παύουν ποτέ να μας αφορούν.

Αλέξανδρος Δράκος Κτιστάκης: Πιστεύω ότι οι καιροί δεν αλλάζουν, στον βαθμό που δεν διδασκόμαστε από την ιστορία μας. Ακολουθώντας το ρητό που, δυστυχώς, παραμένει πάντοτε επίκαιρο και αυταπόδεικτο —ότι «η ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα»— διαπιστώνουμε πως η ανθρωπότητα, μη αντλώντας ουσιαστικά διδάγματα από τα λάθη της είναι καταδικασμένη να τα αναπαράγει.

Ταυτόχρονα, η σύγκρουση ανάμεσα στη σχέση που διατηρούμε με τον εαυτό μας — και στα ποικίλα ναρκισσιστικά σύνδρομα που απορρέουν από αυτήν — και στην αίσθηση του «εμείς», στη συλλογική μας υπόσταση ως είδος, λειτουργεί ανασταλτικά ως προς την εξέλιξή μας. Η εθιστική (στους κατέχοντες) επίδραση της εξουσίας ωθεί διαχρονικά τους λίγους να επιδιώκουν τον έλεγχο των πολλών, αναπαράγοντας κύκλους ανισορροπίας και κατάχρησης.

Η ανθρωπότητα επαναλαμβάνει ένα γνώριμο μοτίβο: διαπράττει σφάλματα, υφίσταται τις συνέπειές τους, βελτιώνει προσωρινά τις συνθήκες, και στη συνέχεια οι επόμενες γενιές —ευεργετημένες από τις καλύτερες αυτές συνθήκες— λησμονούν τα αίτια και τα παθήματα των προηγούμενων. Έτσι, τα ίδια λάθη επανεμφανίζονται, συχνά με διαφορετικό προσωπείο αλλά με παρόμοια ουσία.

Κατά τη γνώμη μου, μόνο μέσα από μια βαθιά κατανόηση της σχέσης του ατόμου με το σύνολο και, κυρίως, μέσα από ουσιαστική γνώση της ιστορίας μας ως είδος, μπορούμε να ελπίζουμε σε μια πραγματική εξέλιξη. Μόνον έτσι ίσως κατορθώσουμε κάποτε να σπάσουμε τον φαύλο κύκλο και να πάψουμε να επαναλαμβάνουμε τα ίδια τραγικά λάθη.

Είναι εφικτή η δημοκρατία ή απλώς πρέπει να συμβιβαστούμε με την καλύτερη μορφή μιας διαρκούς παγκόσμιας «δικτατορίας»;

Γιώργος Παπαγεωργίου: Καταρχάς πρέπει να αναλογιστούμε πάνω στην «ευθραστότητα» της δημοκρατίας. Σαν πολιτικό σύστημα φλερτάρει οριακά με την ουτοπία, γι αυτό και βλέπεις πολύ συχνά να ανατρέπεται, να λοιδορείται, να εκμαυλίζεται στο στόμα φασιστωειδών που την εκμεταλλεύονται με κρυφή επιθυμία να την ανατρέψουν.

Η δημοκρατία για να είναι υγιής σε μια κοινωνία απαιτεί σεβασμό ανάμεσα στους πολίτες, υψηλή αίσθηση δικαίου και παιδεία. Και ναι είμαστε μακρυά σαν χώρα από αυτά τα χαρακτηριστικά. Αλίμονο όμως αν συμβιβαστούμε. Το πιο πολύτιμο όπλο στην δημοκρατία είναι η ψήφος. Αν παραμείνουμε απολιτίκ ως γενιά θα είμαστε για φτύσιμο. Δεν με ενδιαφέρει τι θα ψηφίσεις. Απλά κάντο. Ενημερώσου, διάβασε κανά πρόγραμμα πρώτα, μην φηφίσεις σώνει και ντε ό,τι σου πεί ο μπαμπάς και ψήφισε. Αλλιώς δεν εχεις το δικαίωμα να παραπονιέσαι μετά.

Έλενα Τριανταφυλλοπούλου: Δεν θα έθετα το ζήτημα με όρους απόλυτης εφικτότητας ή ματαιότητας. Η δημοκρατία, όπως και στο 1984, δεν παρουσιάζεται ως ένα δεδομένο πολίτευμα, αλλά ως μια διαρκής διαδικασία που απαιτεί εγρήγορση, συμμετοχή και μνήμη. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι «δικτατορίες», αλλά οι μικρές, καθημερινές παραχωρήσεις ελευθερίας που κάνουμε συχνά χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε.

Ο Orwell δεν μας λέει ότι ζούμε αναγκαστικά σε έναν κόσμο απόλυτου ελέγχου, αλλά μας δείχνει πόσο εύκολα μπορεί ένας άνθρωπος ή μια κοινωνία να συνηθίσει τον περιορισμό, όταν αυτός παρουσιάζεται ως ασφάλεια ή κανονικότητα. Υπό αυτή την έννοια, η δημοκρατία δεν είναι κάτι που κατακτάται μια για πάντα, αλλά κάτι που μπορεί εξίσου εύκολα να φθαρεί.

Προσωπικά, αυτό που με απασχολεί δεν είναι αν η δημοκρατία είναι «ρεαλιστική» σε έναν παγκόσμιο, ελεγχόμενο κόσμο, αλλά αν εμείς οι ίδιοι είμαστε πρόθυμοι να τη στηρίζουμε στην καθημερινότητά μας — με κριτική σκέψη, με ευθύνη και με την αποδοχή ότι η ελευθερία δεν είναι ποτέ αυτονόητη.

Αλέξανδρος Δράκος Κτιστάκης: Ιστορικά, η δικτατορία/μονοκρατορία —με όποιο προσωπείο κι αν εμφανίζεται, είτε αυτό της ολιγαρχίας, του φασισμού, του ολοκληρωτισμού ή της μοναρχίας— αντιπαραθέτει απέναντι στη δημοκρατία ως βασικό της πλεονέκτημα την ταχύτητα και την αποτελεσματικότητα στη λήψη και εφαρμογή αποφάσεων. Αυτό αποτελεί και το κύριο επιχείρημά της σε περιόδους κρίσης των δημοκρατικών θεσμών: την υπόσχεση άμεσης λύσης, χωρίς «καθυστερήσεις» και «εμπόδια».

Το τίμημα, όμως, αυτής της φαινομενικής αποτελεσματικότητας είναι βαρύ. Η καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η περιστολή της ελευθερίας του λόγου, η θεσμοποίηση ή η ανοχή της βίας και ό,τι συνεπάγονται όλα αυτά, υπονομεύουν τελικά την ίδια την έννοια της αποτελεσματικότητας. Ένα σύστημα που στερείται ελευθερίας και δικαιοσύνης δεν μπορεί, σε βάθος χρόνου, να θεωρηθεί πραγματικά λειτουργικό ή βιώσιμο.

Αντίθετα, η δημοκρατία, που θεμελιώνεται στην ελευθερία, στην πρόοδο και στη συμμετοχή, είναι εκ των πραγμάτων πιο σύνθετη και απαιτητική. Οι διαδικασίες της είναι πιο αργές και συχνά πιο βαριές, ακριβώς επειδή προϋποθέτουν συλλογική διαβούλευση και συναπόφαση. Ωστόσο, αυτή η πολυπλοκότητα δεν αποτελεί αδυναμία, αλλά εγγενές χαρακτηριστικό ενός συστήματος που σέβεται τη βούληση και τα δικαιώματα των πολλών.

Κατά τη γνώμη μου, η δημοκρατία αποτελεί μονόδρομο. Ιδίως στη σύγχρονη εποχή, όπου τα τεχνολογικά μέσα —η χρήση του διαδικτύου και της τεχνητής νοημοσύνης— μπορούν, εφόσον αξιοποιηθούν προς όφελος του ανθρώπου και όχι του αλόγιστου κέρδους, να ενισχύσουν τη συμμετοχή και να καταστήσουν τη δημοκρατική διαδικασία πιο άμεση και πιο ουσιαστική. Όσο περνούν τα χρόνια, τόσο πιο αναγκαία καθίσταται η δημοκρατία και τόσο μεγαλύτερη είναι η δυνατότητά της να εξελιχθεί σε ένα πιο αποτελεσματικό σύστημα διακυβέρνησης.

Αν ανατρέξει κανείς στην ιστορία μας ως είδος, θα διαπιστώσει ότι, παρότι η δημοκρατία γεννήθηκε στον ελλαδικό χώρο πριν από χιλιάδες χρόνια, στη σύγχρονη εκδοχή της αποτελεί ένα σχετικά νέο πολιτικό κεκτημένο. Είναι μια δύναμη που οι κοινωνίες ακόμη μαθαίνουν να χρησιμοποιούν με ωριμότητα και μέτρο. Πιστεύω πως όσο περισσότερο ασκούμε τη δημοκρατία —όσο ζούμε μέσα σε αυτήν και ωριμάζουμε τόσο ως άτομα όσο και ως συλλογικότητα— τόσο πιο αποτελεσματική και ουσιαστική θα καθίσταται.

Ο Γιώργος Παπαγεωργίου
Ο Γιώργος Παπαγεωργίου

Με ποιους μηχανισμούς καταφέρνει ο άνθρωπος να αντισταθεί; Ψυχικούς εννοώ.

Γιώργος Παπαγεωργίου: Με την μελέτη. Μόνο αν διαβάζεις ιστορία, πρωτοπόρους στοχαστές, μπορείς αρχικά να ησυχάσεις το κενό που νιώθεις μεγαλώνοντας σε μια εν δυνάμει δυστοπία και στη συνέχεις να βρεις τις απαντήσεις για να φτάξεις τους μηχανισμούς της προσωπικής σου αντίστασης. Η οποία αρχικά μπορεί να ξεκινήσει με μια απόφαση να διαφέρεις από μια εποχή που αποκτηνώνεται (wannabe new age golden boys σας σιχαίνoμαι και θα είμαι πάντα απέναντί σας) και στη συνέχεια να ενωθείς με τα «δικά σου παιδιά» που μιλάτε την ιδια «γλώσσα», θέλετε να παραμείνετε άνθρωποι και είστε έτοιμοι να παλέψετε γι αυτό.
Ο Ουίνστον Σμιθ εναντιώνεται στο καθεστώς και είναι σαν να λέει «δεν γίνεται να μη ζούμε». Αποζητά την αγάπη, την ένωση ουσιαστικά, η οποία είναι στις μέρες μας πολιτική πράξη. Όταν όλα έχουν γκρεμιστεί, η απόφαση ακόμα κι ενός ανθρώπου να φτιάξει κάτι μαζί με έναν άλλον, από κοινού, είναι η μόνη επανάσταση που μας απέμεινε.

Έλενα Τριανταφυλλοπούλου: Η αντίσταση, όπως τη βλέπουμε και στο 1984, δεν ξεκινά από μεγάλες πράξεις, αλλά από εσωτερικές ρωγμές. Από τη διατήρηση της μνήμης, από την επιμονή στη σκέψη, από την ανάγκη του ανθρώπου να δώσει νόημα σε ό,τι ζει, ακόμη κι όταν αυτό το νόημα απαγορεύεται.

Ένας βασικός ψυχικός μηχανισμός αντίστασης είναι η άρνηση της απόλυτης ταύτισης με τον ρόλο που του επιβάλλεται. Η διατήρηση ενός εσωτερικού χώρου —μιας σκέψης, μιας επιθυμίας, μιας ανάμνησης— που δεν ελέγχεται πλήρως. Ακόμη και η αμφιβολία, ακόμη και η σιωπηλή ερώτηση «είναι όντως έτσι;», μπορεί να λειτουργήσει ως πράξη αντίστασης.

Αυτό που τελικά μας δείχνει το έργο είναι ότι η ψυχική αντίσταση δεν είναι πάντα νικηφόρα, αλλά είναι αναγκαία. Γιατί χωρίς αυτήν, ο άνθρωπος δεν χάνει μόνο την ελευθερία του, αλλά και τη δυνατότητα να αναγνωρίζει τον εαυτό του ως άνθρωπο.

Αλέξανδρος Δράκος Κτιστάκης: Κατά τη γνώμη μου, ο μεγαλύτερος κίνδυνος —και ταυτόχρονα η μεγαλύτερη παγίδα— είναι η ανοχή στην καταπάτηση των ελευθεριών και των δικαιωμάτων. Η πραγματική τραγικότητα έγκειται στο να συνηθίζουμε μια προβληματική κατάσταση σε τέτοιο βαθμό, ώστε να αρχίζουμε να νιώθουμε άνετα μέσα σε αυτήν· να συνεχίζουμε τη ζωή μας θεωρώντας πως, εφόσον ξυπνάμε, κοιμόμαστε και απλώς επιβιώνουμε, «είμαστε καλά». Αυτή η ψευδαίσθηση κανονικότητας είναι ίσως η πιο επικίνδυνη μορφή παραίτησης.

Γι’ αυτό πιστεύω πως το πρώτο και ουσιαστικότερο βήμα απέναντι σε κάθε στρεβλή ή καταπιεστική συνθήκη είναι η επίγνωση. Η καθαρή αναγνώριση και αποδοχή ότι υπάρχει πρόβλημα αποτελεί τη βάση κάθε μορφής αντίστασης. Τόσο η ατομική όσο και η συλλογική επίγνωση μπορούν να μας εφοδιάσουν, ανά πάσα στιγμή, με τα αναγκαία ψυχικά και πρακτικά εργαλεία για να δράσουμε.

Συχνά, αυτό που απουσιάζει δεν είναι τα μέσα, αλλά η συνειδητοποίηση. Και μετά την επίγνωση έρχεται η δράση. Προς ποια κατεύθυνση; Αυτό, τελικά, αποτελεί προσωπική ευθύνη του καθενός.

Τι σας θυμώνει περισσότερο και τι σας απαλύνει περισσότερο τον θυμό;

Γιώργος Παπαγεωργίου:  Με θυμώνει η βλακεία. Με ξεθυμώνει το χιούμορ.

Έλενα Τριανταφυλλοπούλου: Αυτό που με θυμώνει περισσότερο είναι η εξοικείωση με την αδικία. Όχι τόσο η ίδια η βία ή ο αυταρχισμός, όσο η στιγμή που παύουμε να αντιδρούμε απέναντί τους και τα αποδεχόμαστε ως «κανονικότητα». Η αδιαφορία, η απάθεια και η εύκολη παραίτηση είναι για μένα πιο ανησυχητικές από τον ίδιο τον θυμό.

Αυτό που απαλύνει τον θυμό μου είναι η ανθρώπινη σύνδεση: η ουσιαστική επικοινωνία, η τέχνη και η συλλογική εμπειρία. Η συνάντηση με έργα, πρόσωπα ή στιγμές που μου θυμίζουν ότι ο άνθρωπος μπορεί ακόμη να σκέφτεται, να αισθάνεται και να μοιράζεται.

Αλέξανδρος Δράκος Κτιστάκης: Αυτό που με θυμώνει περισσότερο —θα έλεγα, αυτό που με εξωθεί εσωτερικά στα άκρα— είναι ακριβώς ό,τι περιέγραψα προηγουμένως: η παθητική αποδοχή μιας κατάστασης που, κατά κοινή ομολογία, είναι στρεβλή και επιβαρυντική για όλους μας. Στην χώρα μας το ζούμε καθημερινά

Έχουμε βιώσει, είτε σε προσωπικό – οικογενειακό, είτε σε επαγγελματικό και ευρύτερα κοινωνικό επίπεδο, σημαντική ταλαιπωρία· και όμως, συχνά επιλέγουμε να δεχόμαστε αδιαμαρτύρητα συνθήκες που κάνουν τη ζωή μας —τη ζωή όλων μας— δυσκολότερη. Ενώ θα μπορούσαμε να εκφράσουμε το αυτονόητο, ότι αναγνωρίζουμε το πρόβλημα και αντιδρούμε σε αυτό, βλέπω γύρω μου ανθρώπους που επιλέγουν απλώς να προσαρμόζονται σε μια προσβλητική πραγματικότητα, σιωπηλά. Και το κάνουν επειδή έχουν πειστεί πως ο λόγος τους, η διαμαρτυρία τους, δεν θα βρει καμία ανταπόκριση.

Αυτή ακριβώς η παραίτηση είναι που με ταράζει περισσότερο.
Οφείλω, βέβαια, να αναγνωρίσω ότι και εγώ ο ίδιος, πολλές φορές, επιλέγω τη σιωπή. Είναι μια ανθρώπινη αντίδραση. Ωστόσο, προσπαθώ συνειδητά να το αλλάξω. Να μάθω τον εαυτό μου να διαμαρτύρεται με τρόπο παραγωγικό, πολιτισμένο και —κατά την άποψή μου— ουσιαστικά αποτελεσματικό. Γιατί η διαμαρτυρία δεν είναι κραυγή· είναι στάση ευθύνης.

Αυτό που απαλύνει τον θυμό μου είναι η έμπρακτη εφαρμογή ενός ρητού του Νίκου Καζαντζάκη:
«Ν’ αγαπάς την ευθύνη. Να λες: εγώ, εγώ μονάχος μου θα σώσω τον κόσμο. Αν χαθεί, εγώ θα φταίω.»
Επιλέγω να πορεύομαι με αυτή τη θεώρηση ως εσωτερική πυξίδα. Να στέκομαι απέναντι στα πράγματα σαν να εξαρτάται, πράγματι, από τη δική μου στάση η έκβασή τους. Όχι ως έκφραση εγωισμού, αλλά ως στάση ευθύνης απέναντι στον κόσμο. Να λειτουργώ καθημερινά —στις επιλογές, στις σχέσεις, στη δουλειά μου— με τη συνείδηση ότι δεν μπορώ να μεταθέτω διαρκώς το βάρος στους άλλους ή στις συνθήκες.
Στο τέλος της ημέρας, πριν κοιμηθώ, αναρωτιέμαι αν έκανα ό,τι μπορούσα. Αν στάθηκα αντάξιος αυτής της ευθύνης. Και όταν νιώθω ότι προσπάθησα ουσιαστικά, τότε ο θυμός υποχωρεί.

Πώς αντιμετωπίζετε την υπερ-έκθεση στα κοινωνικά δίκτυα;

Γιώργος Παπαγεωργίου: Είναι τρομερό το πόσο εύκολα και δωρεάν πουλήσαμε την ελευθερία μας.

Έλενα Τριανταφυλλοπούλου: Προσπαθώ να την αντιμετωπίζω με συνειδητή απόσταση. Τα κοινωνικά δίκτυα είναι ένα εργαλείο επικοινωνίας, αλλά γίνονται προβληματικά όταν αρχίζουν να υποκαθιστούν τη σκέψη, τη σιωπή ή την προσωπική εμπειρία. Η διαρκής έκθεση συχνά δημιουργεί μια ψευδαίσθηση παρουσίας και συμμετοχής, ενώ στην πραγματικότητα απομακρύνει τον άνθρωπο από τον εαυτό του.

Για μένα έχει σημασία να διατηρώ χώρους μη ορατούς: χρόνο χωρίς καταγραφή, χωρίς άμεση αντίδραση, χωρίς ανάγκη επιβεβαίωσης. Εκεί γεννιούνται οι σκέψεις, η φαντασία και —στην περίπτωσή μου— η ουσιαστική επαφή με το θέατρο και το κείμενο. Η απόσταση αυτή δεν είναι άρνηση της εποχής, αλλά ένας τρόπος προστασίας της εσωτερικής ελευθερίας.

Αλέξανδρος Δράκος Κτιστάκης: Αυτό, λοιπόν, αποτελεί για μένα ένα ιδιαίτερα σοβαρό ζήτημα στη φάση της ζωής που διανύω. Διαπιστώνω ότι τα κοινωνικά δίκτυα, και κυρίως η υπερέκθεση και η υπερχρήση τους, αρχίζουν να δημιουργούν πολύ μεγαλύτερα προβλήματα από όσα αρχικά πιστεύαμε.

Κατά την άποψή μου, το σημαντικότερο από αυτά είναι η σταδιακή απώλεια συγκέντρωσης. Η συνεχής ροή πληροφορίας και η ακαριαία ικανοποίηση που προσφέρουν καλλιεργούν μια συνήθεια επιφανειακής πρόσληψης των πραγμάτων και περιορίζουν την ανάγκη εμβάθυνσης — είτε πρόκειται για τη σκέψη, είτε για τη δημιουργία, είτε ακόμη και για τις ανθρώπινες σχέσεις. Η ταχύτητα αντικαθιστά τη διάρκεια και η εντύπωση την ουσία.

Θεωρώ ότι ο εθισμός στα κοινωνικά δίκτυα είναι πολύ σοβαρότερος απ’ όσο αναγνωρίζουμε. Οι επιπτώσεις του ήδη αρχίζουν να γίνονται ορατές. Πιστεύω ότι μόνο όταν αντιληφθούμε πλήρως το εύρος αυτών των συνεπειών θα αποφασίσουμε να λάβουμε ουσιαστικά μέτρα.

Αναγνωρίζοντας το κόστος της υπερχρήσης, προσπαθώ καθημερινά να περιορίζω τον χρόνο που αφιερώνω σε αυτά και να επιστρέφω σε πιο παραδοσιακούς, ουσιαστικούς τρόπους επικοινωνίας και ψυχαγωγίας. Είναι μια συνειδητή προσπάθεια επαναφοράς της προσοχής και της παρουσίας μου στην πραγματική ζωή.

Γιώργο, παίζεις πολλούς ρόλους και σκηνοθετείς; Πώς νιώθεις που όλη η ευθύνη είναι επάνω σου; Πώς διαχειρίζεσαι την – αυτονόητη – αγωνία;

Γιώργος Παπαγεωργίου: Όσο εξαντλητικό και αν είναι, περνάω φανταστικά. Μέσα από τους 9 διαφορετικούς ρόλους, από τη διαρκή performative σκηνοθεσία, τη συνομιλία με τη μουσική και τα ηχοτοπία, βρίσκω ένα πιο ισχυρό κίνητρο να πω την ιστορία του Ουίνστον Σμίθ.

Το έργο είναι σκληρό, αλλά ταυτόχρονα και μια παρηγοριά. Η ανάγκη μου να ανεβάσω το 1984 σε αυτή την εκδοχή είναι και ο ίδιος να παρηγορηθώ. Η τέχνη οφείλει να εμπλέκει προσωπικά τον δημιουργό, αν θέλει ο ίδιος να μην είναι ένας παθητικός αποδέκτης όσα του συμβαίνουν. Γι αυτόν ακριβώς το λόγο αποφάσισα φέτος να αναλάβω το ρίσκο και το όποιο κόστος της προσωπικής ευθύνης. Προτίμησα να εμπλακώ υπεύθυνα και απόλυτα, ακόμα και αν όλα αυτά οδηγούσαν στην πανωλεθρία, κοιτώντας μόνο μπροστά σε όλη τη διαδρομή.

1984 του George Orwell

Απόδοση-θεατρική διασκευή: Έλενα Τριανταφυλλοπούλου
Σκηνοθεσία: Γιώργος Παπαγεωργίου
Μουσική, σύνθεση, σύνθεση ηχοτοπίων: Αλέξανδρος – Δράκος Κτιστάκης
Σκηνικά/ Κοστούμια: Αλέγια Παπαγεωργίου
Βοηθός σκηνογράφου : Άρτεμις Αναστασάκη
Επιμέλεια κίνησης : Μαρίζα Τσίγκα
Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης

Ερμηνεία: Γιώργος Παπαγεωργίου
Κουαρτέτο επί σκηνής : Βανέσσα Αθανασίου ( Νάσια Σιαμέτη) , Αναστασία Μηλιώρη, Έλενα Μήτσα , Γρηγόρης Καρκάνης

Θέατρο ΔΙΠΥΛΟΝ, Σαμουήλ Καλογήρου 2, Ψυρρή, τηλ. 210 3230 803

Σχετικό Άρθρο

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα