Για να γυρίσει το “Μπιτσκόμπερ”, ο Αριστοτέλης Μαραγκός έφτιαξε πραγματικά ένα πλοίο

Διαβάζεται σε 13'
Για να γυρίσει το “Μπιτσκόμπερ”, ο Αριστοτέλης Μαραγκός έφτιαξε πραγματικά ένα πλοίο

Πρώτα διασκεύασε Στίβεν Κινγκ με τον πιο αβάν γκαρντ τρόπο και τώρα κέρδισε βραβείο σκηνοθεσίας στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Ο Αριστοτέλης Μαραγκός μιλάει στο NEWS24/7 για το “Μπιτσκόμπερ” και την αξία του να καταστρέφεις και να δημιουργείς από την αρχή.

«Γιατί να φτιάχνεις κάτι που δεν θα ταξιδέψει ποτέ; Γιατί κατασκευάζουμε κάτι που δεν κάνει τίποτα;»

***

«Με ενδιαφέρει το copyright, το transcribe, η αδυναμία της γλώσσας, το ότι επικοινωνούμε μέσα από λέξεις όσο που όσο γίνονται πιο συναισθηματικές μοιάζουν πιο αληθινές, αλλά ταυτόχρονα γίνονται πιο ασταθείς», μου λέει ο Αριστοτέλης Μαραγκός στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης στο περιθώριο της πρεμιέρας της νέας του ταινίας, “Μπιτσκόμπερ”.

Η συζήτηση έχει ξεκινήσει το καλτ διαμάντι που είχε γυρίσει ο Μαραγκός πριν λίγα χρόνια, το “Timekeepers of Eternity” – κάτι σαν χειροποίητο remix της τηλεοπτικής μεταφοράς του “Langoliers” του Στίβεν Κινγκ. Ο Μαραγκός τύπωσε καρέ της ταινίας, τα τσάκισε, τα έσκισε, τα αναδιένειμε, καταφέρνοντας να πει την ίδια ιστορία αλλά με νέους όρους.

«Το να καταστρέφεις και να φτιάχνεις κάτι καινούργιο πάνω σε κάτι που μπορεί να ήταν ποπ, που μπορεί να έχει μνήμη – αυτό είναι θέση», εξηγεί. Δημιουργώντας έτσι μια ταινία που αγκαλιάστηκε από την κοινότητα των φανς του Κινγκ, αλλά και των φανς του σινεμά του φανταστικού εν γένει. Η οποία βρίσκεται δωρεάν, ξεκλείδωτη ονλάιν, μιας και έτσι κι αλλιώς για λόγους δικαιωμάτων δε θα μπορούσε να έχει κάποια άλλη εμπορική εκμετάλλευση.

«Κι άμα θέλει κάποιος να πάρει το δικό μου, να το τυπώσει και να το ξαναφτιάξει, με γειά του με χαρά του!», γελάει ο Μαραγκός.

Η κουβέντα όμως φτάνει γρήγορα στο “Μπιτσκόμπερ”, μια live action πλέον ταινία που όμως μέσα από διάφορα πειράγματα της εικόνας και του ρυθμού δείχνει το πώς μπορεί να δημιουργήθηκε από τον ίδιο άνθρωπο. Με μοτίβα όπως κάποια «νερά» της εικόνας που παραπέμπουν σε ξεχασμένο VHS, να συνδέεται άμεσα με την ανάμνηση, με την αίσθηση ενός πράγματος ξεχασμένου.

Η προσέγγιση μάλιστα του Μαραγκού στις οπτικές ιδέες της αφήγησής του, ήταν τόσο ενδιαφέρουσα που ώθησε την επιτροπή του φεστιβάλ να του απονείμει, λίγες μέρες αργότερα, το βραβείο Σκηνοθεσίας του φεστιβάλ! Μια εντυπωσιακή διάκριση για τον σκηνοθέτη και την πολύ ιδιόμορφη, εσωτερική, άγρια ποιητική ιστορία που αποτύπωσε στην οθόνη.

Το “Μπιτσκόμπερ” είναι η ιστορία του Ηλία (Χρήστος Πασσαλής) που ονειρεύεται να χτίσει ένα καράβι από παλιοσίδερα, κυνηγώντας την κληρονομιά του ναυτικού πατέρα του. Αλλά καθώς η κατασκευή του αποτυγχάνει, καταρρέει κι η μυθολογία που έχει χτίσει γύρω από τον εαυτό του, αναγκάζοντάς τον να έρθει αντιμέτωπος με το ποιος είναι στα αλήθεια.

Γράφαμε για την ταινία πως «ο Μαραγκός σκηνοθετεί με μεράκι και διαρκείς ιδέες, δίνοντας κάτι το φθαρμένο και το βιωμένο στην οπτική αποτύπωση της ιστορίας, μακριά από την όποια συμβατική οπτικοποίησή της. Και υπογραμμίζοντας έτσι την στοιχειωμένα αναμνησιακή όσο και απτή χροιά αυτού του προσωπικού πορτρέτου. Πρωταγωνιστεί ένας φανταστικός Χρήστος Πασσαλής στον κεντρικό ρόλο, να αγκαλιάζει την ελλειπτικότητα της αφήγησης και του ίδιου του χαρακτήρα του».

Η ταινία κέρδισε τον Αργυρό Αλέξανδρο Σκηνοθεσίας του φεστιβάλ και τώρα έρχεται στις αίθουσες μέσα από μια σειρά επιλεγμένων προβολών σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας. (Την Κυριακή 8 Μαρτίου προβάλλεται στην Ταινιοθήκη μαζί με Q&A, αλλά μπορείτε να δείτε αναλυτικά στοιχεία στο τέλος του άρθρου με όλες τις επικείμενες προβολές.)

Καθώς το “Μπιτσκόμπερ” γίνεται τώρα διαθέσιμο, αφήνουμε τον Αριστοτέλη Μαραγκό να μας ξεναγήσει στον κόσμο του – και, τελικά, στο μυαλό του.

Όταν αποφάσισες να ξεκινήσεις να φτιάχνεις τις δικές σου ταινίες – που «δικές σου» εδώ έχει ενδιαφέρον, γιατί περιλαμβάνει από σκιτσάρισμα μέχρι σκηνοθεσία ηθοποιών μέχρι να τυπώσεις κάτι και να το πειράξεις, κι όλα αυτά είναι «δικά σου». Υπήρχε για σένα πάντα αυτή η λογική; Ότι θέλεις να δώσεις τη δική σου εκδοχή πάνω σε κάτι που το φανταζόσουν ή θα ήθελες να το δεις «αλλιώς»;

Σαν τεχνικές είναι βασισμένες όλες στην ιστορία. Ό,τι ταιριάζει κάθε φορά στο θέμα. Δεν είναι ότι ήθελα να κάνω μια ταινία με χαρτιά. Είναι ότι είχα στο μυαλό μου το “Langoliers” από παλιά κι όταν το ξαναείδα δεν ήταν αυτό που θυμόμουν. Το είχα δει δέκα χρονών!

Το είχα δει στο Star, αργά το βράδυ, ήταν τρεις ώρες, με διακοπές για διαφημίσεις, με ειδήσεις, τηλεμάρκετινγκ… [γελάμε] Τελείωσε πέντε το πρωί, είχαμε νυστάξει! Και… ήταν το καλύτερο sci-fi που είχαμε δει τότε με την αδερφή μου. Μας είχε εντυπωσιάσει.

Χρόνια μετά το ξαναείδα και ήταν… ξέρεις, 12 reactions shots σε μια ατάκα ας πούμε. Και θυμάμαι να σκέφτομαι, «εγώ κάτι άλλο θυμάμαι». Οπότε ήθελα να ξαναβρώ αυτό που είχα στο μυαλό μου.

Την περίοδο εκείνη έκανα διδακτορικό πάνω στον Μπάλαρντ, δούλευα τη διασκευή “εσωτερικού” science fiction στο σινεμά. Για μένα αυτό είναι καθαρά Μπαλαρντικό. Το σημείο όπου δηλαδή συγγραφέας, δημιουργός και πρωταγωνιστής γίνονται ένα. Ήθελα να δω αν μπορώ να μπω κι εγώ εκεί μέσα.

Τα χαρτιά που χρησιμοποίησα ή η τρέλα του Τούμι στην ιστορία, ήταν τρόπος να ξεκλειδώσω το πώς μπορώ να βάλω τον εαυτό μου πάνω σε αυτό. Να αναζητήσω όχι το outer space, αλλά το inner space. Βρήκα χρόνο και αφορμή και ξεκίνησα. Δεν περίμενα να βγει μεγάλου μήκους. Έλεγα θα κάνω κάτι μικρό.

Εκτός από την ίδια την τεχνική, που από μόνη της έχει ενδιαφέρον, αυτό που με εντυπωσιάζει είναι πόσο επανακεντράρει την ιστορία. Είναι σαν να λες «υπάρχει μια φανταστική ταινία κρυμμένη εκεί μέσα κι αν ήταν πάνω σε αυτόν θα ήταν καλύτερη».

Και δεν λέω ότι το αρχικό δεν ήταν φανταστική ταινία. Για μένα ήταν όταν το είδα 10 χρονών. Λειτούργησε, και με έκανε να θέλω να φτιάξω και κάτι. Δεν μπορώ να ζητήσω περισσότερα από ένα έργο.

Μ’ αρέσει αυτή η προσέγγιση στο να φτιάχνεις μύθους, ιστορίες. Μια ψεύτικη ιστοριογραφία. Να ξαναβρίσκεις χαρακτήρες.

Στο “Μπιτσκόμπερ” ας πούμε… και το “Μπιτσκόμπερ” είναι η πρώτη μου ταινία, κιόλας. Γεννήθηκε πρώτη, απλώς ολοκληρώθηκε δεύτερη. Την είχαμε γράψει πολύ πριν. Απλώς βγήκαν με λάθος σειρά. Στο “Μπιτσκόμπερ” λοιπόν, αυτό με το VHS, με τη λήθη, ήρθε στο μοντάζ. Πάνω δηλαδή στη διαδικασία του «ξαναβρίσκω την ταινία».

Οπότε ήταν κι αυτό λίγο κολάζ, να μασήσω το φιλμ. Τα transitions αυτά είναι πινελιά που σε βάζει σε μια διαδικασία, είναι μια συνεπαγωγή. Τα κύματα της κασέτας οδηγούν τον κάθε άνθρωπο σε μια διαδικασία σκέψης που συνδέεται με την ανάμνηση. Σε πάει σε κάτι παλιό, ξεχασμένο, φύζικαλ. Την κασέτα.

Τα transitions, τα κύματα της κασέτας, η καταστροφή του υλικού – ήταν βιωματικά στοιχεία αυτά ή μια αισθητική επιλογή;

Και τα δύο. Όταν μιλάς για μια ταινία βασισμένη στα ψέματα, η καταστροφή του υλικού είναι κεντρική. Ο χαρακτήρας είναι ψεύτης. Προσπαθεί να φτιάξει τον εαυτό του και διαρκώς καταστρέφεται.

Οι αναμνήσεις, οι ιστορίες… Τις ξαναλέμε και τις ξαναφτιάχνουμε κάθε φορά. Με ψέματα. Είμαστε όλοι σκιές ή δέες αυτού που ήμασταν.

Αυτό προσπαθήσαμε να κάνουμε και στο μοντάζ. Κι οι συνεργάτες μου ήταν πολύ υπομονετικοί μαζί μου!

Γιατί το λες αυτό; Ποιο ήταν το πιο μεγάλο challenge σε αυτή την ταινία;

Το μοντάζ, αρκετό καιρό. Στο γύρισμα είχαμε κάνει ό,τι είχαμε πει. Ήταν οργανωμένο, είχε ενέργεια. Αλλά στο μοντάζ φτιάχνοντας την ταινία, κι επειδή μου αρέσει η διαδικασία του post-production, ήθελα να ξανα-ανακαλύψω τον πρωταγωνιστή, τον Ηλία, από την αρχή.

Να τον ξαναγράψω πάνω στο ίδιο το φιλμ.

Ένιωθα ότι κάτι του έλειπε. Οι θάλασσες, το VHS, μια αίσθηση που δεν είχε αποτυπωθεί ακόμα. Μέχρι να βρω τεχνικά πώς μπορεί αυτό να ενσωματωθεί στην ιστορία, υπήρχε μεγάλη ανασφάλεια. Αν λειτουργεί. Αν επικοινωνεί. Αν μπορεί να φτάσει εκεί που προσπαθεί να πάει.

Έχει ενδιαφέρον αυτό που λες. Εφόσον είχες ξεκινήσει με το “Μπιτσκόμπερ” αλλά μετά ήρθαν τα animation και τα άλλα πειράματα που έκανες στην πορεία (αλλά που εμείς είδαμε πρώτα) πιστεύεις πως όλα αυτά που ήρθαν μετά, εισχώρησαν και στο “Μπιτσκόμπερ”;

Αφού αλλάζουν εμένα, δε μπορεί να μην αλλάξουν αυτό που κάνω!

Πότε ξεκίνησε όλο αυτό; Από πού γεννήθηκε η ιδέα;

Ήταν μια ιστορία σε άσυλο αστέγων στη Βαρσοβία. Ο ιερέας εκεί, για να μην τους χάνει τον χειμώνα που έπιναν, τους έβαλε να φτιάξουν ένα πλοίο. Ένας από αυτούς ήταν ναυπηγός. Μόνο που στη Βαρσοβία δεν έχει νερό. Αυτό είναι πραγματική ιστορία, το διαβάσαμε σε ένα άρθρο.

Η Χρυσούλα μου έστειλε το άρθρο και μου είπε «αυτό μπορείς να το κάνεις ταινία». Το γράψαμε μαζί.

Μεταφέροντάς το στην Ελλάδα, μπήκε το ερώτημα: γιατί να φτιάχνεις κάτι που δεν θα ταξιδέψει ποτέ; Γιατί κατασκευάζουμε κάτι που δεν κάνει τίποτα;

Μπήκε πολύ ο Καββαδίας. Από τα πεζά του. Περιγράφει αυτή τη φιγούρα του ναύτη. «Γέμισε» έτσι, και μετά μπήκαν δικά μας θέματα.

Ήταν παλιά ιδέα. Πέρασε χρόνος. Μπήκε η ζωή ενδιάμεσα – το “Timekeepers”, δύο παιδιά, χρηματοδοτήσεις, αναμονές. Δεν υπάρχει οικοσύστημα στην Ελλάδα που εύκολα μπορεί να δημιουργήσει νέες ταινίες, με τρόπου που να γίνονται πιο γρήγορα. Είναι βραδύ.

Το ότι γυρίστηκε στην Λέσβο βοήθησε πολύ. Άλλαξε την ταινία. Κι ήταν ο μόνος τρόπος να γίνει. Ο τρόπος που δουλέψαμε με τους κατοίκους και το τοπίο άλλαξε τους χαρακτήρες. Βοήθησε σε «συντομεύσεις». Πράγματα που μια χρηματοδότηση δεν θα στήριζε ποτέ, έγιναν επειδή έπρεπε να γίνουν εκεί. Φτιάξαμε πραγματικά ένα πλοίο!

Εφόσον μιλάμε για μια ταινία που είναι τόσο πολύ κομμάτι χαρακτήρα, στο πέρασμα όλων αυτών των χρόνων άλλαξε κι ο χαρακτήρας; Κοίταξες ποτέ το εν εξελίξει φιλμ και συνειδητοποίησες ότι πλέον βλέπεις κάτι αλλιώς;

Σίγουρα. Αλλάζεις εσύ, αλλάζει και το project. Από το γύρισμα στο μοντάζ άλλαξα κι εγώ ο ίδιος, έγινα άλλος άνθρωπος. Τα κρατάω αυτά, με επηρεάζουν.

Τον χαρακτήρα τον στήνεις μέσα από τις σχέσεις του – με τη μάνα του, τον πατέρα του, το πλήρωμα. Τις φτιάχνω μέχρι ένα σημείο για να τις σκοτώσω. Γιατί μετά δεν είναι δικός μου. Είναι του ηθοποιού, του Χρήστου Πασσαλή.

Δίνω ό,τι μπορώ από το κείμενο και μετά πρέπει να τον βρει ο άλλος. Σκοτώνω τον δικό μου Ηλία για να τον βρει ο Χρήστος. Και μετά, στο μοντάζ, σκοτώνω και τον δικό του Ηλία. Που είναι καινούργιος. Για να αναγεννηθεί κάτι τρίτο… δε ξέρω αν είναι καλύτερο, αλλά είναι κάτι που ταιριάζει σε εκείνη τη στιγμή.

Για μένα, αυτό το χειροπιαστό, αυτό το αναλογικό που χρησιμοποιώ πολύ, είναι κι εκείνο μέσα στη διαδικασία. Είμαι hands on στο πώς διαμορφώνεται ο χαρακτήρας. Πώς παραμορφώνεται, πώς καταστρέφεται και πώς ξαναφτιάχνεται.

Μιλώντας για αυτό το αναλογικό και το χειροπιαστό, κι επειδή έχεις αυτή τη σχέση φυσικού αντικειμένου με την εικόνα – υπήρχε για σένα εξαρχής καθαρή οπτική εικόνα και ιδέες για την ταινία;

Και ναι και όχι. Εσκεμμένα. Στο γύρισμα ήθελα χώρο για τους συνεργάτες. Εγώ είμαι εκεί, έχω όλες τις απαντήσεις αν χρειαστεί. Έτσι λειτουργώ σαν συνεργάτης. Αλλά δεν χρειάζεται να είναι δικές μου οι απαντήσεις. Μαζί θα τα βρούμε καλύτερα.

Το οπτικό κομμάτι είναι μεγάλο μέρος του Γιώργου Καρβέλα. Τα στησίματα έχουν να κάνουν και με τον Χρήστο που φέρνει τον χαρακτήρα στο mise-en-scene, κι εμείς διαμορφώνουμε γύρω του. Δεν έκανα storyboards ας πούμε, που θα μπορούσα να κάνω. Ξέρω ποια είναι τα σημεία που πρέπει να χτυπήσουμε.

Είμαι εκεί για να κρατήσω τον κορμό. Από εκεί και πέρα, είμαστε ανοιχτοί. Και αυτό φέρνει ανασφάλεια, και σε μένα και σε συνεργάτες, για τι κάνουμε, για το πώς θα βγει. Αλλά έτσι δουλεύω.

Και στο “Timekeepers” έτσι ξεκίνησα. Από την αρχή, χωρίς να ξέρω πού τελειώνει. Δεν ήξερα πώς θα μοιάζουν τα ίδια Langoliers. Δεν ήξερα πώς θα είναι τα τέρατα! Τα έφτιαξα όταν έπρεπε. Ξύπνησα ένα πρωί… και τα έφτιαξα.

Ξέρω ακριβώς τι θέλω – αλλά νομίζω ότι μπορούμε να το κάνουμε όλοι μαζί. Διότι αυτό το «ακριβώς» το έχω στο μυαλό μου, δεν έχω ανάγκη να το φτιάξω.

Πώς συνδέεσαι εσύ με αυτόν τον χαρακτήρα; Τι σε τραβάει σε αυτή τη μαυρίλα;

Πιθανότατα με τραβάει η μαυρίλα! Ή την μοιράζομαι για να νιώσω λίγο καλύτερα.

Σε πολλά σημεία νιώθω κοντά στον Ηλία. Όχι απαραίτητα στην αγάπη για τη θάλασσα, ή στο να φτιάξεις ένα πλοίο. Αλλά στην ανάγκη να φτιάχνεις πράγματα. Στο φόβο ότι κάτι που ονειρευόσουν μπορεί να ολοκληρωθεί, και δεν ξέρεις αν είσαι έτοιμος να είσαι μαζί του. Γιατί όταν φτιάχνουμε πράγματα, αλλάζουμε. Και αυτή η αλλαγή έχει μέσα φόβο. Αυτό μοιράζομαι.

Και μοιράζομαι και την λογική της αποτυχίας. Όχι το «δεν πειράζει». Αλλά την αίσθηση του να αποτυγχάνεις και παρόλα αυτά να ξαναπροσπαθείς. Βρσκω τέτοιες συνδέσεις με τον χαρακτήρα.

Η αξία του ότι… δεν υπάρχει ανούσια κατασκευή, είναι κάτι πολύ δυνατό.

Ναι, και για μένα είναι happy end. Το πιο happy end που μπορούσε να έχει. Γιατί λέει: παρ’ όλα αυτά συνεχίζεις. Παρ’ όλα αυτά ξαναπάς.

Το θέμα είναι πώς το επικοινωνείς οπτικά. Πώς το χτίζεις μέσα από τους χαρακτήρες και το σενάριο. Και μετά υπάρχει το ερώτημα: θα λειτουργήσει; Θα επικοινωνήσει; Θα αποτύχει;

Αλλά πάντως εγώ αυτό θεωρώ: έχω κάνει μια ταινία με happy end.

Οι επόμενες προγραμματισμένες προβολές του “Μπιτσκόμπερ”:

Ταινιοθήκη της Ελλάδος – Αθήνα
Κυριακή 8 Μαρτίου – 17:00 (Q&A παρουσία συντελεστών)
Σάββατο 14 Μαρτίου – 17:00 (Q&A παρουσία συντελεστών)

ΑΣΤΟΡ – Αθήνα
Δευτέρα 9 Μαρτίου – 19:45 & 22:00 (Q&A)
Δευτέρα 16 Μαρτίου

Σινέ Αρίων – Μυτιλήνη
Κυριακή 8 Μαρτίου – 21:15
Τετάρτη 11 Μαρτίου – 21:15

Σχετικό Άρθρο
Info:

Το “Μπιτσκόμπερ” κυκλοφορεί στις αίθουσες. Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε τον Νοέμβριο του ’25 στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα