Γιώργος Πανουσόπουλος: 5 ταινίες που δείχνουν πως κανείς δεν κινηματογραφούσε σαν αυτόν
Διαβάζεται σε 10'
Ο σκηνοθέτης των “Απέναντι”, από τους κορυφαίους στην ιστορία του ελληνικού σινεμά, πέθανε 84 χρονών αφήνοντας πίσω ένα πολύ μεγάλο έργο.
- 10 Μαρτίου 2026 14:11
«Σήμερα η ψυχή του Γιώργου Πανουσόπουλου αποφάσισε πως το σώμα του είναι πολύ μικρό και δεν θα μπορούσε πια να την χωρέσει. Και ήθελε να ελευθερωθεί. Και έτσι ταξίδεψε πάνω από το Αιγαίο προς το φως που πάντα και παντού έψαχνε. Θα είναι πάντα στην καρδιά και το μυαλό μας με όλα όσα μας προσέφερε και φυσικά με τις ταινίες του που για πάντα θα κουβαλούν τα κομμάτια της ψυχής του που τους αφιέρωσε».
Με αυτό το μήνυμα η οικογένεια του Γιώργου Πανουσόπουλου μας έκανε γνωστή την απώλεια ενός πολύ μεγάλου δημιουργού. Είναι υπέροχο που και το μήνυμα αυτό ξεκινά με αναφορά στο σώμα – γιατί κανείς δεν κινηματογραφούσε το σώμα σαν αυτόν, όπως ανέφερε στο δικό του μήνυμα και το φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.
Στο έργο του συναντάμε επιθυμίες εκφρασμένες με έναν τρόπο χειμαρρώδη, με αισθησιασμό, αλλά και με αιχμηρότητα, και με (συν)αίσθημα. Από ένα εμβληματικό δωμάτιο, αυτό του Χάρη, στους “Απέναντι” μέχρι έναν Εθνικό Κήπο κινηματογραφημένο σαν μια μεταφυσική κατάσταση αγριάδας και ενστίκτων στη “Μανία”, μέχρι το ελληνικό τοπίο που ανοίγει το μάτι, σε ταινίες σαν το “Ταξίδι του Μέλιτος”, ο χώρος στο σινεμά του Πανουσόπουλου ήταν πρωτίστως κινηματογραφικός: Δηλαδή, δεν είχαν σημασία οι διαστάσεις του – τα σύνορά του εκτείνονται πάντα στο άπειρο. Κι έχουν να κάνουν περισσότερο με μια κατάσταση συναισθηματική, σωματική. Με επιθυμίες, με σιωπές και εκρήξεις, με βλέμματα στα πρόσωπα, με κινήσεις στα σώματα.
Παράλληλα, ο Γιώργος Πανουσόπουλος, γεννημένος το 1942, ήταν από εκείνους τους καλλιτέχνες που δεν περιοριζόταν σε ένα μόνο τομέα. Σπούδασε φωτογραφία και κινηματογράφο, εργάστηκε ως βοηθός οπερατέρ τη δεκαετία του ’60 και ξεκίνησε ως διευθυντής φωτογραφίας, πόστο από το οποίο υπέγραψε μερικές από τις σπουδαιότερες ταινίες του ελληνικού σινεμά, όπως ο “Ιωάννης ο Βίαιος”, το “Χάππύ Νταίη”, το “Κιέριον”, το “Ευριδίκη ΒΑ 2037”, ο “Θηραϊκός Όρθρος”, δουλεύοντας τελικά ακόμα και στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων.
Το 1967 γύρισε την μικρού μήκους ταινία “Αβραάμ εγέννησε Ισαάκ, Ισαάκ εγέννησε Ιακώβ, Ιακώβ εγέννησε…” που λογοκρίθηκε και τελικά έκανε το σκηνοθετικό του ντεμπούτο το 1979 με το “Ταξίδι του Μέλιτος”, το οποίο τιμήθηκε με 4 διακρίσεις στο φεστιβάλ ελληνικού κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, ανάμεσά τους Πρωτοεμφανιζόμενου Σκηνοθέτη, καθώς και Α΄ Ανδρικού και Α΄ Γυναικείου Ρόλου (Σταύρος Ξενίδης και Μπέτυ Λιβανού).
Το 1981 σκηνοθετεί τους “Απέναντι” που παραμένουν ως σήμερα η μάλλον διασημότερη ταινία του, καθώς και την αταξινόμητη “Μανία” το 1985, που πρόσφατα ήταν ανάμεσα στα έργα από όλη την ιστορία του ελληνικού σινεμά που αποκαταστάθηκαν στο πλαίσιο της ενέργειας Χώρα, Σε Βλέπω. Γύρισε ακόμα το “Μ’ Αγαπάς;” το 1988, την “Ελεύθερη Κατάδυση” το ‘95, το “Μια Μέρα τη Νύχτα” το 2001, την “Τεστοστερόνη” το 2004 και την τελευταία ταινία της καριέρας του το 2018, “Σ’ Αυτή τη Χώρα Κανείς Δεν Ήξερε να Κλαίει”.
Ως διευθυντής φωτογραφίας δούλεψε και στις ταινίες των αχώριστων φίλων του, Νίκου Περάκη και Γιώργου Τσεμπερόπουλου, όπως το “Λούφα και Παραλλαγή” και ο “Ξαφνικός Έρωτας”. Μαζί συγκρότησαν τη λεγόμενη Φιλμική Εταιρεία, έναν δημιουργικό πυρήνα που έδωσε ώθηση στο νέο ελληνικό σινεμά και συνεχίζοντας σε βάθος δεκαετιών να αλληλοεμπνέονται δημιουργικά.
Το 2005, το φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης οργάνωσε ένα μεγάλο αφιέρωμα στο σύνολο του έργου του όπου και τιμήθηκε με ειδικό βραβείο, ενώ το 2025 η Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου του απένειμε τιμητικό βραβείο ΙΡΙΣ για το σύνολο της προσφοράς του στον ελληνικό κινηματογράφο.
Το έργο του παραμένει εμβληματικό, με μια ευθύτητα που εξακολουθεί να γεννά πάθος. Στο σινεμά του Πανουσόπουλου συναντάμε κάτι το μεθυστικό – κάτι το αρχέγονο. Κι αυτό είναι μια καλλιτεχνική αξία που ποτέ δε θα φθαρεί. Το σινεμά του Γιώργου Πανουσόπουλου θα εκπέμπει, με πάθος και ορμή, για πάντα.
5+1 ΤΑΙΝΙΕΣ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΝΟΥΣΟΠΟΥΛΟΥ
Οι Απέναντι (1981)
(Σύνοψη από την Ταινιοθήκη της Ελλάδας.)
Ένας φοιτητής και μέλος μιας παρέας μηχανόβιων, ο Χάρης, ζει με τη χήρα μητέρα του σ’ ένα αθηναϊκό διαμέρισμα. Μ’ ένα τηλεσκόπιο παρακολουθεί μανιωδώς μια μεγαλύτερη γυναίκα, τη Στέλλα, που ζει με τον άνδρα της και την κόρη της σ’ ένα παρόμοιο διαμέρισμα, στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Μέρα τη μέρα, όλο και περισσότερο μπαίνει στη ζωή και στις καθημερινές συνήθειές της ώσπου την ερωτεύεται. Την παίρνει τηλέφωνο και επικοινωνεί άμεσα μαζί της. Ένα κυριακάτικο πρωινό, η Στέλλα διασχίζει το δρόμο που τους χωρίζει, τον επισκέπτεται στο διαμέρισμά του και του δίνεται με πάθος. Όμως ό,τι έγινε τελειώνει αυθημερόν, και η Στέλλα γυρίζει στην οικογένειά της και στη ρουτίνα της ζωής της.
Ο Χρήστος Βακαλόπουλος γράφει για τους “Απέναντι”
(Για το περιοδικό Ντέφι το 1982, όπως το αναπαρήγαγε το Flix. Όλο το κείμενο μπορείτε να διαβάσετε εδώ.)
«Συνήθως στις ελληνικές ταινίες από τον Αγγελόπουλο και μετά πρωταγωνιστούν εξωκινηματογραφικές Ιδέες και (κατά δεύτερο λόγο) οι κινήσεις της μηχανής. Χτυπώντας κατευθείαν στον στόχο, στη γεμάτη ευφορία αφήγηση μιας μικρής ιστορίας, ο Πανουσόπουλος αποδεικνύει ότι γνώριζε πολύ καλά πως ο κινηματογράφος γίνεται με εικόνες και ήχους, όπως η λογοτεχνία γίνεται με λέξεις και η ζωγραφική με χρώματα και φως.
[…]
Η ερωτική ιστορία που ακολουθεί σκιαγραφείται ως τη στιγμή που ολοκληρώνει μια εμμονή, ενορχηστρωμένη από τα βλέμματα των προσώπων. Ένα τρίτο βλέμμα, εκείνο του κινηματογραφικού μηχανισμού, προστίθεται χωρίς να βιάζει «συμβολικά» ανθρώπους και χώρους. Αντίθετα με την πρώτη του ταινία, ο Πανουσόπουλος ακολουθεί εδώ μια ρεαλιστική κατεύθυνση και κερδίζει με ελάχιστες αβαρίες».
(Διαβάστε εδώ όλο το κείμενο.)
Μανία (1985)
(Κείμενο από την ενέργεια και έκδοση Χώρα, Σε Βλέπω.)
Είναι μία από εκείνες τις παράξενες ημέρες στις αρχές του καλοκαιριού που μπορεί να συμβεί το οτιδήποτε, όταν η ξαφνική ζέστη χτυπάει τον άνθρωπο με ανεξήγητο σθένος. Η Ζωή, 30 χρονών, παντρεμένη με δύο παιδιά, εργάζεται σε μια πολυεθνική εταιρία υπολογιστών σαν αναλύτρια προγραμμάτων. Έχει μόλις μάθει πως είναι η μοναδική γυναίκα που έχει επιλεγεί, χάρη στην τετράγωνη λογική της, για ένα ειδικό μετεκπαιδευτικό πρόγραμμα στις ΗΠΑ.
Δεν υποψιάζεται όμως πως μέσα της οι μνήμες και τα αρχέγονα ένστικτα επηρεάζουν το υποσυνείδητο, τη δουλειά της, όλο της το είναι. Το ίδιο απόγευμα στον Εθνικό Κήπο, μέσα από μια σειρά γεγονότων αιχμαλωτίζεται από αυτές τις εσωτερικές δυνάμεις, χάνοντας προοδευτικά κάθε αίσθηση της ταυτότητάς της και φτάνει να καταδιώκεται σαν άγριο θηρίο την ώρα που ο άντρας της κάνει μια απέλπιδα προσπάθεια να σώσει εκείνην και την κόρη της.
Ο Πανουσόπουλος επιστρέφοντας μετά τους “Απέναντι” έρχεται σε διάλογο με τις Βάκχες του Ευριπίδη σε μια επαναπροσέγγιση της τραγωδίας μέσα από ένα σύγχρονο πρίσμα, όπου ο κοινωνικός τεχνοκρατισμός έρχεται σε άγρια σύγκρουση με μια βαθιά ριζωμένη παγανιστική ωμότητα. Η κεντρική ηρωίδα, σαν κάποια πανάρχαια θεότητα απαλλαγμένη από τις κοινωνικές της αλυσίδες, ενσαρκώνει την προαιώνια πάλη ανάμεσα στο μεταφυσικό και στο γήινο, στο ενστικτώδες και στο λογικό.
Ταξίδι του Μέλιτος (1979)
(Σύνοψη από το φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.)
Ενα ζευγάρι γερο-συναξιούχων συναντούν τους φίλους τους σε μια λουτρόπολη κι επαναλαμβάνουν τη γνωστή ρουτίνα του καλοκαιριού. Ωσπου ο φόβος του θανάτου, κοινός σε άνδρες και γυναίκες, τους οδηγεί σ’ ένα ξέσπασμα, με μια αργή τελευταία επανάσταση. Το πρόβλημα της τρίτης ηλικίας ειδωμένο μέσα από μια πρωτότυπη κινηματογραφική ματιά που κινείται στα όρια της δραματικής ψυχογραφίας και της σουρεαλιστικής υπέρβασης της αφήγησης. Μουσική από τον Μάνο Χατζιδάκι, πρωταγωνιστεί η Μπέτυ Λιβανού.
Ελεύθερη Κατάδυση (1995)
(Σύνοψη από την Ταινιοθήκη της Ελλάδος.)
Μια νεαρή φαρμακοποιός, η Όλγα, ζει με τον άντρα της και την κόρη τους σε μια παραθαλάσσια πόλη. Μια μέρα ξανασυναντά τον εφηβικό της έρωτα, τον Λευτέρη, που ήρθε στον τόπο του για την ανέλκυση ενός βυθισμένου στη θάλασσα αεροπλάνου. Η παλιά σχέση τους αναζωπυρώνεται, παρά το γεγονός πως εκείνη γνωρίζει ότι είναι αδελφός της από διαφορετική μάνα – κάτι που εκείνος αγνοεί. Μια άλλη κοπέλα που μόλις αποφυλακίστηκε, η Βίκυ, διεκδικεί τον Λευτέρη, αλλά η Όλγα δεν παραιτείται.
Ο πατέρας του Λευτέρη, ο καπεταν-Γεράσιμος, ο οποίος έχει μετατρέψει το αλιευτικό του σε καταδυτικό σκάφος για την ανέλκυση του αεροπλάνου, ομολογεί στον Λευτέρη τη συγγένειά του με την Όλγα αλλά η Βίκυ, μαθαίνοντας τα καθέκαστα, τον εγκαταλείπει. Μετά την ανέλκυση του αεροπλάνου, που ο Λευτέρης ανακάλυψε τυχαία, και την αποτυχημένη απόπειρα της Όλγας να τον απαγάγει, ο Λευτέρης μένει μόνος με συντροφιά τις αναμνήσεις του.
Σ’ Αυτή τη Χώρα, Κανείς Δεν Ήξερε να Κλαίει (2018)
Στην τελευταία ταινία του Πανουσόπουλου, ένας Γάλλος ευρωβουλευτής και μια νεαρή οικονομολόγος θα φτάσουν με καϊκι στο Αρμενάκι, ένα νησί όπου το χρήμα δεν έχει καμία αξία. Η ζωή τους αρχίζει να αλλάζει. Η κεντρική ιδέα της ταινίας και μόνο λέει ό,τι χρειάζεται να ξέρεις για αυτό που πρόκειται να δεις όμως το βλέμμα του Πανουσόπουλου χαρακτηρίζεται από μια αγνότητα που δε μπορείς εύκολα να απορρίψεις.
Σαν τις ταινίες του Σακελλάριου, αυτή η “Χώρα” μέσα από ένα σχηματικό στήσιμο και μια αφοσίωση στην αλήθεια των χαρακτήρων της, παρουσιάζει ένα εν τέλει σχεδόν λαογραφικό ενδιαφέρον, παγιδεύοντας στη μεγάλη οθόνη (με αληθινά όμορφο τρόπο μάλιστα) περισσότερο μια λαϊκή διάθεση παρά οτιδήποτε άλλο.
“Πέστε, ο Πόθος πού Φυτρώνει”: Ένα ντοκιμαντέρ για τον Γιώργο Πανουσόπουλο
Το “Πέστε, ο Πόθος πού Φυτρώνει” του Στέργιου Πάσχου είναι μια εκ βαθέων συζήτηση με τον μεγάλο σκηνοθέτη Γιώργο Πανουσόπουλο, τον οποίο παρατηρεί σε ένα σταθερό, κοντινό πλάνο με σκηνές από τις ταινίες του να παρεμβάλλονται κατά την πορεία της συζήτησης. Η ταινία προβλήθηκε στο 27ο φεστιβάλ ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης κι ήταν από τα ωραιότερα φιλμ που είδαμε σε εκείνη τη διοργάνωση.
Με ένα ζεστό, νοσταλγικό φίλτρο στην κινηματογράφηση του Γιώργου Κουτσαλιάρη (“Μαγνητικά Πεδία”), με μια μεστή ηχητική σύνθεση που κάνει τη συζήτηση να μοιάζει σα να ανήκει έξω, στην ίδια τη φύση κι όχι μέσα στο περιορισμένο κάδρο μιας κάμερας, ο Πάσχος κουβεντιάζει με τον Πανουσόπουλο ακολουθώντας μεν σαν σκελετό την καριέρα του, αλλά εστιάζοντας σε πράγματα έξω από την ακαδημαϊκή πεπατημένη. Η ταινία ανοίγει με τον Πανουσόπουλο να ομολογεί πως τελικά αυτά που μετράνε για τον ίδιο, είναι οι λεπτομέρειες – κι αυτό είναι το φιλμ που ακολουθεί, μια συλλογή ομολογημένων λεπτομερειών από μια μεγάλη ζωή και καριέρα.
Το σινεμά, οι γυναίκες, το πάθος, η ηθική, το σεξ, η οικογένεια, το μεγάλωμα του Πανουσόπουλου – όλα συζητούνται, με δίχως κρίση ευθύτητα. Από τα πιο απολαυστικά κομμάτια της ταινίας είναι το να ακούς πίσω από την κάμερα τον σκηνοθέτη να αντιδρά, είτε με follow-up ερωτήσεις, είτε συχνά απλά γελώντας, διασκεδάζοντας, απολαμβάνοντας. Στο τέλος, ο Πανουσόπουλος τους (μας) ευχαριστεί που ήρθανε, και τους (μας) ευχαριστεί και που φεύγουνε. Δε μπορείς παρά να (χαμο)γελάσεις.