Νέες ταινίες: Τα παθιασμένα νέα “Ανεμοδαρμένα Ύψη” είναι Έμιλι Μπροντέ για το instagram

Διαβάζεται σε 18'
Νέες ταινίες: Τα παθιασμένα νέα “Ανεμοδαρμένα Ύψη” είναι Έμιλι Μπροντέ για το instagram
24 Media Creative Team

Κάθε εβδομάδα, ο Θοδωρής Δημητρόπουλος βλέπει και σχολιάζει τις νέες ταινίες στις αίθουσες.

To “Άμνετ” συνεχίζει να προσελκύει κοινό (και) έξω από το σύνηθες σινεφιλικό κύκλωμα, φτάνοντας τα 100.000 εισιτήρια σε 3 εβδομάδες προβολής. Ένα πραγματικά εντυπωσιακό αποτέλεσμα για μια ταινία που συζητιέται πολύ.

Ο “Παϊσιος” παρέμεινε στην 1η θέση του box office φτάνοντας τα 82.000 εισιτήρια, ενώ από νέες ταινίες της περασμένης εβδομάδας μόνο τα τρόμου κατάφεραν να κάνουν κάτι: “Επιστροφή στο Silent Hill” και “Βοήθεια!” μπήκαν στη 10άδα αλλά με μάλλον απογοητευτικά σύνολα (8.700 και 7.000, αντίστοιχα).

Το “Sirat” έκανε δεύτερο 4ήμερο στα επίπεδα του πρώτου, που σημαίνει πως ίσως επιβιώσει σε επιλεγμένες αίθουσες για κάποιο διάστημα. Είναι στα 8.000 εισιτήρια μετά από 2 εβδομάδες, και το προλαβαίνετε ακόμα.

Οι νέες ταινίες της εβδομάδας

Ο Μυστικός Πράκτορας

(“The Secret Agent / O Agente Secreto”, Κλέμπερ Μεντόζα Φίλιου, 2ω41λ)

★★★★

Το 1977, στη διάρκεια της δικτατορίας στη Βραζιλία, ένας άντρας δραπετεύει από το μυστηριώδες παρελθόν του κι εγκαθίσταται στο Ρεσίφε, μια πόλη στην οποία ελπίζει να μπορέσει να χτίσει μια ήρεμη, νέα ζωή. Γρήγορα όμως θα διαπιστώσει πως η πόλη αυτή δε μπορεί να του προσφέρει το καταφύγιο που αναζητά.

Σε 25 λέξεις: Μέσα στα ευρύτερα όρια του πολιτικού θρίλερ εποχής, το φιλμ του σκηνοθέτη του “Bacurau” ζωγραφίζει απρόβλεπα με απόλυτη ελευθερία: συνδυάζει αγωνία, ιστορική καταγραφή, φολκλόρ, φιλμικές b-movie αναφορές και ένα αντισυμβατικό μυστήριο. 2 βραβεία στις Κάννες, 2 Χρυσές Σφαίρες, 4 υποψηφιότητες Όσκαρ – και λίγα είναι.

Κριτική

Στη Βραζιλία του 1977 ο Μαρτσέλο, ένας εξπέρ στην τεχνολογία και την καταγραφή, τρέχει να ξεφύγει – από μυστηριώδεις δυνάμεις όσο και από το σκιώδες παρελθόν του. Φτάνει στην πόλη Ρεσίφε την εβδομάδα του καρναβαλιού, όταν οι πάντες και τα πάντα ζουν στους ρυθμούς μιας τεταμένης πραγματικότητας, όταν διαφορετικοί κόσμοι και σύμπαντα μοιάζουν να συγκρούονται μες στον ιστό της καθημερινότητας.

Στη Ρεσίφε, ο Μαρτσέλο θα πιάσει δουλειά στο τοπικό αρχείο, ενώ θέλει να επανενωθεί με τον γιο του, αλλά αυτό δεν είναι όλο. Η πραγματική φύση του λόγου που είναι εκεί, αλλά και του ποιος είναι, θα αποκαλυφθεί σταδιακά, μέσα από τις μονίμως απρόσμενες στροφές ενός κατασκοπικού, πολιτικού θρίλερ που δεν φοβάται να αναμετρηθεί με το παράλογο και το μυστηριώδες.

Ο φοβερός σκηνοθέτης Κλέμπερ Μεντόζα Φίλιου, μετά από από το “Aquarius” και το καλτ “Bacurau”, σκηνοθετεί την πρώτη αληθινή ταινία εποχής του θέτοντας τη δράση στην περίοδο της δικτατορίας. Όλα τα φιλμ του διαθέτουν βέβαια άκρως πολιτικό λόγο και προβληματική, ενώ το βάρος της Ιστορίας και η ιστορική καταγραφή (μέσα από αρχεία, αναμνήσεις, μουσεία, ακόμα και σινεμά) είναι πάντα παρούσα και νευραλγικής σημασίας στο έργο του.

Εδώ, η ιστορία ζωντανεύει με μια κινηματογραφικής στόφας πολυχρωμία, με καθαρή εικόνα γεμάτη ζωντάνια, σαν ο Φίλιου να υπογραμμίζει το ρόλο του σινεμά στη διάδοση των γεγονότων και της παράδοσης. Διανθισμένων όπως είναι φυσικό με ακραία στοιχεία φολκλόρ που κάνουν την Ιστορία κάτι ζωηρό και βιωμένο, κάτι που πάλλεται, μακριά από τη ναφθαλίνη.

Ένα χρόνο μετά την μεγάλη επιτυχία του “Είμαι Ακόμη Εδώ” του Βάλτερ Σάλες που τοποθετείται στην ίδια δεκαετία της βραζιλιάνικης ιστορίας, ο Φίλιου επιχειρεί να πάει το κοινό σε μια διαφορετικής λογικής (και εντελώς αντι-ακαδημαϊκή) προσέγγιση της περιόδου και της ασφυκτικής καταπίεσης της αλήθειας και της ελευθερίας. Αντιπαραβάλει την ιστορική και την προσωπική μνήμη, ανασυστήνοντας μια εποχή αλλά δένοντας το DNA της με μια αναρχική διάθεση ανάγνωσης της Ιστορίας.

Κρυφές ταυτότητες, συλλογική δράση και αλληλεγγύη, genre στοιχεία, το βάρος της αλήθειας και η ευθύνη της διάσωσής της, μπλέκονται σε ένα μεθοδικό, απολαυστικά περίπλοκο θρίλερ που παίζει με την Ιστορία την ίδια στιγμή που αναγνωρίζει την ύψιστη σημασία της – δεν είναι παράλογο που ο Ταραντίνο υπήρξε συχνό σημείο αναφοράς σε πολλές συζητήσεις γύρω από το “Μυστικό Πράκτορα”, όμως ας μας επιτραπεί να τονίσουμε πως ο Φίλιου επιχειρεί κάτι αρκετά πιο μεστό εδώ, από τις (απολαυστικές) ανατρεπτικές ψευδο-ιστορικές αφηγήσεις του Κουέντιν.

Σπουδαία διπλή βράβευση στις Κάννες για την ταινία, με τον Φίλιου να κερδίζει το βραβείο Σκηνοθεσίας και τον εκπληκτικό πρωταγωνιστή Βάγκνερ Μόουρα (του “Narcos”) να τιμάται με το βραβείο Ανδρικής Ερμηνείας για τον πολυεπίπεδο και γεμάτο εκπλήξεις ρόλο του. Μετά κι από 2 Χρυσές Σφαίρες (Μη Αγγλόφωνου Φιλμ και ερμηνείας για τον Μόουρα), το φιλμ βαδίζει στα Όσκαρ με 4 υποψηφιότητες – από τις πιο θετικές εξελίξεις της κινηματογραφικής σεζόν.

Ανεμοδαρμένα Ύψη

(“‘Wuthering Heights’”, Έμεραλντ Φένελ, 2ω16λ)

★½

Στην Αγγλία του 18ου αιώνα, ο ταπεινών καταβολών Χίθκλιφ κι η Κάθριν, κόρη μιας ευκατάστατης οικογένειας, ερωτεύονται. Η κοινωνία δεν είναι φτιαγμένη για το πάθος τους και σταδιακά η αγάπη τους μετατρέπεται σε κάτι το τραγικό και καταστροφικό.

Σε 25 λέξεις: Παντελώς άστοχη διασκευή που χάνει πολλές από τις κεντρικές ιδέες του βιβλίου της Μπροντέ, εστιάζοντας στους Χίθκλιφ και Κάθριν ως πιο συμβατικούς τραγικούς εραστές. Όμορφα σκηνικά, εντυπωσιακά κουστούμια. Άριστα τρία (στα δέκα).

Κριτική

Η διασκευή της Έμεραλντ Φένελ (“Saltburn”, “Promising Young Woman”) στο διάσημο βιβλίο της Έμιλι Μπροντέ έχει εξαρχής μια ιδιαιτερότητα που, παρά το γεγονός πως είναι τελικά πλήρως άστοχη, της δίνει ένα ενδιαφέρον ως κινηματογραφικό αντικείμενο – και μπορεί κιόλας να εξηγήσει και την επιτυχία που αναμένεται να συναντήσει εμπορικά.

Όχι τόσο μια αυστηρή διασκευή όσο μια παράθεση εικόνων μέσα από την ανάμνηση της Φένελ από την ανάγνωση του βιβλίου όταν ήταν μικρότερη, αυτά τα νέα “Ανεμοδαρμένα Ύψη” διαβάζονται περισσότερο ως μια αίσθηση, μια ηχώ, μια εντύπωση. Εξ ου και τα έξτρα εισαγωγικά στον αγγλικό τίτλο. Σα να δηλώνει η ταινία πως αυτά δεν είναι τα “Ανεμοδαρμένα Ύψη” αλλά είναι κάποια “Ανεμοδαρμένα Ύψη”.

Το στυλ και η υπογραφή της Φένελ είναι παρόντα και είναι αδιαπραγμάτευτα. Τα μεγάλα, αραιά instagram-ικά πλάνα, οι στατικές συμμετρίες, η αναπολογητική αποτύπωση του «να το βλέπεις και να στάζεις» πάθους, οι επιθετικές χρωματικές αποχρώσεις – αλλά και η αποτύπωση τοξικών σχέσεων, τους πάθους μέσα από αυτές, του kink, της συναίνεσης, των παιχνιδιών ισχύος.

Η βαθιά αίσθηση επιβλητικών κάδρων του Λίνους Σάντγκρεν στη διεύθυνση φωτογραφίας, τα κουστούμια της θρυλικής Ζάκλιν Ντουράν (Όσκαρ για “Άννα Καρένινα” και “Μικρές Κυρίες”), αλλά και η διάχυτη ανησυχία και το σκοτάδι που αναδύεται μέσα από το πρωτότυπο σάουντρακ της Charli xcx η οποία μοιάζει να έχει κατανοήσει το κείμενο πιο βαθιά κι από την ίδια τον σεναριογράφο. Όλα αυτά βοηθούν στη σύνθεση ενός σύμπαντος με χαρακτήρα. Ό,τι κι αν πεις ή προσάψεις στη Φένελ, το σίγουρο είναι πως έχει υπογραφή, και μάλιστα σε ένα κινηματογραφικό είδος που πασχίζει εδώ και χρόνια να αναζωογονηθεί ως εμπειρία της αίθουσας.

Γι’αυτό και εξιτάρει η σπουδαία εναρκτήρια σεκάνς του φιλμ, όπου τα παιδιά παρακολουθούν έναν απαγχονισμό σε δημόσια θέα και παρατηρούν εν μέσω γενικευμένου σοκ και δέους πως ο απαγχονισμένος έχει περιέλθει σε στύση. Τα πλάνα είναι αργά και επιθετικά, κοιτάζοντας πρόσωπα που αντιδράνε – άλλα με αποτροπιασμό, άλλα με περιέργεια, καθώς η μουσική του Άντονι Γουίλις δίνει μια σκοτεινή ενέργεια. Με το καλημέρα, η Φένελ τοποθετεί πάθος και θάνατο στην ίδια πρόταση, σε μια σκοτεινά αρρωστημένη σκηνή που τολμά και υποσκάπτει κάθε έννοια καθωσπρεπισμού.

…και μετά, τα ξεχνά όλα. Είναι μια ιδέα που δεν συναντάμε πουθενά ξανά στην ταινία, ούτε καν στο φινάλε, και η οποία ταινία από αυτό το σημείο και μετά μοιάζει μονίμως κάθε λίγα λεπτά να ψάχνει τρόπους να επανέλθει στη ζωή μετά από μακρά διαστήματα πλήξης. Η αναμνησιακή προσέγγιση της Φένελ δεν είναι από τη φύση της αρνητική, όμως το γεγονός πως δεν συνοδεύεται από την παραμικρή κριτική ή μεταμοντέρνα ανάγνωση την καθιστά μονοδιάστατη και τελικά αφελή.

Σκέφτομαι μια θαυμάσια μοντέρνα λογοτεχνική διασκευή όπως οι πρόσφατες “Μικρές Κυρίες”, όπου εκεί η Γκρέτα Γκέργουιγκ εμφανώς επίσης επιχειρεί μια αποτύπωση της δικής της ανάμνησης και εμπειρίας ενός κλασικού βιβλίου, καταφέρνοντας όμως να σχολιάσει το ίδιο της το κείμενο (βλέπε την ιστορία της Σίρσα Ρόναν) ή πετυχαίνοντας έναν συναρπαστικό εκμοντερνισμό της δομής που εμπλουτίζει κινηματογραφικά μια γνώριμη ιστορία.

Εδώ η λογική «αυτό θυμάμαι να νιώθω από όταν ήμουν μικρή» μεταφράζεται σε διάσπαρτες παθιασμένες εικόνες ενός ζευγαριού του οποίου η δυναμική απλουστεύεται, αποπολιτικοποιείται, χάνει την αιχμή του. Ο Χίθκλιφ του Τζέικομπ Ελόρντι είναι μια τεράστια, επιβλητική παρουσία – φαίνεται πως η Φένελ εδώ σκέφτεται με καθαρά οπτικούς όρους καθώς ο ηθοποιούς κυριαρχεί ακόμα και στα τεράστια πλάνα όπου εμφανίζεται – όμως είναι εμφατική επιλογή το να παρουσιαστεί ως λευκός, ειδικά από τη στιγμή που άλλοι ήρωες γύρω του δεν είναι λευκοί.

Η Φένελ αποδυναμώνει πλήρως την όποια φυλετική αλλά και εν γένει ταξική διάσταση ωθεί την ερωτική αυτή τραγωδία, προσδίδει στον Χίθκλιφ κάποιες άτοπες μοντέρνες παρεμβάσεις (βλέπε μια σκηνή “συναίνεσης” στην τρίτη πράξη) που σε συνδυασμό με τον εντελώς περιφερειακό – στα όρια του comic relief – ρόλο της Ιζαμπέλα (Άλισον Όλιβερ, αθώα), έχει σαν αποτέλεσμα το νοηματικό άδειασμα αυτής της κεντρικής έντασης.

Εδώ ο Χίθκλιφ δεν μοιάζει με καταστροφική δύναμη της φύσης, δεν μοιάζει με σεισμός – είναι απλά ένας σκοτεινός παθιασμένος αντι-ήρωας. Η Κάθι της Μάργκο Ρόμπι χάνει κι εκείνη τις αιχμές της, καθώς αποφάσεις παρουσιάζονται ως μελοδραματικές παρεξηγήσεις και η ηρωίδα μοιάζει περισσότερο έρμαιο ενός απολιτίκ will-they-won’t-they πάθους παρά ως κομμάτι ενός καταστροφικού κύκλου βίας και τραγωδίας.

Η υπαρξιακή διάσταση χάνεται κάπου μέσα στα όμορφα (ποτέ επιιθετικά), ομιχλώδη τοπία και στα συνεχή μοντάζ: Πρόκειται εξάλλου για μια ταινία που, πέρα από όλα τα άλλα προβλήματά της, δεν διαθέτει την παραμικρή αίσθηση χρονικής μετατόπισης καθώς όλα μοιάζουν να συμβαίνουν αχρονικά, την ίδια στιγμή, σαν μια κατάσταση εντελώς παγωμένη στο χρόνο. Δεν είναι ιστορία, είναι ένα story.

Αξίζει, στο πλαίσιο αυτής της συζήτησης, να αναδείξουμε δύο εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους αλλά πολύ ενδιαφέρουσες διασκευές: Της Άντρεα Άρνολντ του 2011 (με έναν μαύρο Χίθκλιφ και τοπία απόκρημνα, επιθετικά, σαν ψυχική αποτύπωση) και του Γιοσισίγκε Γιοσίντα του 1988, μια μεταφορά της ιστορίας στην φεουδαρχική Ιαπωνία, σαν ένα σκοτεινό, στοιχειωμένο θέατρο πάνω στους διαγενεακούς κύκλους βίας – η σπάνια διασκευή του βιβλίου που δεν σταματά στη μέση αλλά συνεχίζει και με τη δεύτερη γενιά χαρακτήρων.

Πάντως στα χέρια της Φένελ το κείμενο (ακόμα και σε σχέση με διασκευές σαν τις παραπάνω) χάνει πολύ από το σκοτάδι, την επικινδυνότητα, και όλη την πολιτική και υπαρξιακή του διάσταση. Χάνει όλο του το ρίσκο, τη στιγμή που μοιάζει πιο ρισκέ από ποτέ.

Ο Δρόμος του Εγκλήματος

(“Crime 101”, Μπαρτ Λέιτον, 2ω20λ)

★★★

Μοναχικός αστυνομικός βάζει στο στόχο του μοναχικό και ατσαλάκωτο ληστή ο οποίος διαπράττει μια σειρά από εντυπωσιακές, δίχως βία ληστείες καταφέρνοντας να διαφύγει. Οι συνεργάτες και των δύο αρχίζουν να δουλεύουν εναντίον τους, όμως οι δυο άντρες λειτουργούν με τον δικό τους κώδικα.

Σε 25 λέξεις: Ξεκάθαρος –αν και λιγότερο στοχαστικός και περίπλοκος– απόγονος της “Έντασης” του Μάικλ Μαν, με εξαιρετικά γυρισμένη δράση, δυνατό σάουντρακ κι έξοχο καστ, από διακεκριμένο ντοκιμαντερίστα.

Κριτική

Η επιρροή της “Έντασης” του Μάικλ Μαν συνεχίζει αμείωτη στο σύγχρονο Χόλιγουντ με ταινίες που ποικίλουν, από το “Den of Thieves” με τον Τζέραρντ Μπάτλερ μέχρι τον “Σκοτεινό Ιππότη” του Κρίστοφερ Νόλαν, αλλά το νέο φιλμ του Μπαρτ Λέιτον είναι ο πιο ξεκάθαρος απόγονος μέχρι σήμερα.

Με προϋπηρεσία στο ντοκιμαντέρ, έχοντας γυρίσει το εξαιρετικό “Imposter” του 2012 κι έπειτα το υβριδικό αστυνομικό θρίλερ “American Animals”, ο Λέιτον φέρνει μια αμεσότητα και μια, γουέλ, ένταση στην αφήγηση μιας κλασικής υφής ιστορίας κυνηγητού ανάμεσα σε εγκληματία και αστυνομικό. Όλα τα φιλμ του Λέιτον (που αξίζει να τα αναζητήσετε) αφορούν ανθρώπους-διπλότυπα, που κατά μία έννοια πατούν πάνω στις διαδρομές μιας εκδοχής-φάντασμα του εαυτού τους, κι αυτή είναι η ερμηνεία που δίνει ο σκηνοθέτης και σε αυτή την αφηγηματική σύνθεση του αρχετυπικού crime thriller.

Ο Κρις Χέμσγουορθ είναι ο ατσαλάκωτος εγκληματίας – ληστής υψηλού προφίλ και πληρωμής χρηματαποστολών, που ακολουθεί τον δικό του προσωπικό κώδικα. Απέναντί του ένας Μαρκ Ράφαλο τσαλακωμένος, κακοδιατηρημένος, που πάει κόντρα στη βόλεψη των συναδέλφων του κι ενός διαρκούς αγώνα για ‘εξέλιξη’. Ο ένας θα βρει στον άλλον όχι μόνο ένα άτομο που ενεργεί πιστά βάσει διαδικασιών και εσωτερικών κανόνων, αλλά και απρόσμενα έναν καταλύτη αυτοβελτίωσης.

Ανάμεσά τους στέκεται η Χάλι Μπέρι στο ρόλο μιας ασφαλίστριας που θέλει να παίζει με τους κανόνες αλλά σταδιακά καταλαβαίνει πως αυτό δεν είναι πάντα εφικτό. Κι οι τρεις χαρακτήρες τρέχουν να ξεφύγουν από καταστάσεις και συνθήκες που τους κρατούν καθηλωμένους χωρίς να το κατανοούν, κι είναι η μεταξύ τους εμπλοκή που αρχίζει να τους κινεί.

Είναι λοιπόν περισσότερο ψυχολογική η έγνοια του Λέιτον εδώ, καθώς ακολουθεί τους ήρωές του σαν ενδιαφερόμενος να ‘λύσει’ τα μυστήριά τους –συνεπές με το background του– και με μια λιγότερο ποιητική και στοχαστική στόφα όπως συμβαίνει στην “Ένταση” από την οποία ξεκάθαρα δανείζεται αισθητικές και αφηγηματικές αναφορές. (Το φινάλε σίγουρα ωχριά απέναντι σε εκείνο του αριστουργήματος του Μαν και μοιάζει αταίριαστο με αυτής της χροιάς την ιστορία.)

Όμως ο βρετανός σκηνοθέτης ξέρει καλά πώς να πει μια τέτοια ιστορία. Με δυναμικά πλάνα κίνησης σε ένα Λος Άντζελες που έχει την αίσθηση της νύχτας ακόμα κι όταν είναι μέρα, τοποθετώντας την κάμερα σε καπώ και πόρτες αυτοκινήτων, εστιάζοντας στα πάντα ενδιαφέροντα πρόσωπα των ηρώων του, πλέκοντας αγνή δράση με σκιαγράφηση χαρακτήρων δίχως ποτέ να χάνει την ισορροπία, ο Λέιτον δημιουργεί ένα εντυπωσιακό πλέγμα ηθικής και ανθρωπογεωγραφίας σε μια πόλη όπου λιγοστοί άνθρωποι έχουν (ή αποκτούν) συναίσθηση της θέσης τους ως γρανάζια μιας κοιμισμένης μηχανής.

Με μια απολαυστική διανομή ρόλων που εκτός των άψογων πρωταγωνιστών βρίσκει γνωστές ή/και αγαπημένες φάτσες σε μικρά ή μεγάλα περάσματα – από τις κατεξοχήν εκείνες ταινίες που διαρκώς αναγνωρίζεις πρόσωπα και δείχνεις την οθόνη κάθε 10-15 λεπτά. Νικ Νόλτε με τη σπασμένη του φωνή! Μόνικα Μπαρμπάρο να δίνει φοβερή ενέργεια και ζωή σε έναν πολύ μικρό (και συμβατικό) ρόλο! Μπάρι Κέογκαν να παίζει τον αντιπαθέστατο, ασταθή β’ ρόλο! Τέιτ Ντόνοβαν από Εκείνη Τη Σειρά! Πολ Άντελστιν από Σίγουρα Κάποια Άλλη Σειρά! Και… ναι, αυτός είναι όντως ο Πέιμαν Μοάντι από τον “Χωρισμό” του Φαραντί!

Από εκείνες τις ταινίες που μοιάζουν προορισμένες να λιώσουν στις επαναληπτικές σπιτικές θεάσεις τα επόμενα χρόνια, που οι φανς της “Έντασης” και των καλογυρισμένων αστυνομικών θρίλερ σίγουρα θα απολαύσουν.

Από τι Είμαστε Φτιαγμένοι;

(Σιαμάκ Ετεμάντι, 1ω46λ)

★★★

Τι είναι ο έρωτας και ποιος έχει πρόσβαση σε αυτόν; Από την προσωπική αναζήτηση, σε μια συλλογική συζήτηση για τη σεξουαλικότητα και την αναπηρία.

Σε 25 λέξεις: Ο Σιαμάκ Ετεμάντι (“Παρί”) εξετάζει την σεξουαλικότητα και την έλξη μέσα από το πρίσμα της αναπηρίας, επιλέγοντας να ακολουθήσει την ιστορία ενός κεντρικού χαρακτήρα (που ποτέ δεν χάνει το ενδιαφέρον του), με παρεμβολές αφηγήσεων και βιωμάτων από άλλα πρόσωπα, μην αφήνοντας ποτέ το φιλμ του να γίνει διδακτικό ή στείρο.

Δύο Εποχές, Δύο Ξένοι

(“Two Seasons, Two Stranger”, Σο Μιγκάκε, 1ω29λ)

★★½

Το καλοκαίρι, ένα ζευγάρι συναντιέται στη θάλασσα. Τα μακρινά τους βλέμματα συναντούνται καθώς ανταλλάσουν αμήχανες λέξεις. Τον χειμώνα, μια σεναριογράφος ταξιδεύει σε ένα χιονισμένο χωριό όπου, σε ένα πανδοχείο, προσπαθεί να βρει έμπνευση για να γράψει το ρομάντσο δύο μελαγχολικών νέων.

Σε 25 λέξεις: Ενδιαφέρουσα δομή και παραλληλισμοί σε μια μάνγκα διασκευή βραβευμένη με Χρυσή Λεοπάρδαλη στο φεστιβάλ του Λοκάρνο. Ο σημαντικός ιάπωνας σκηνοθέτης στοχάζεται πάνω στον έρωτα, την έμπνευση και την μετακίνηση, σε μια όμορφη αλλά ίσως υπερβολικά πράα μεταφορά.

Οι Ζωές των Άλλων

(“The Lives of Others / Das Leben der Anderen”, Φλόριαν Χένκελ φον Ντόνερσμαρκ, 2ω27λ)

★★

Στο Ανατολικό Βερολίνο του 1984, ο πράκτορας της Στάζι Γκερντ Βίσλερ αρχίζει να παρακολουθεί έναν διάσημο συγγραφέα και την ηθοποιό σύντροφό του. Ο Βίσλερ αρχίζει να συμπαθεί το ζευγάρι από απόσταση, και σύντομα θα έρθει σε σύγκρουση με ευθύνη του ως πράκτορας.

Σε 25 λέξεις: Ιδιαίτερα αγαπητή ταινία με τεράστια εμπορική επιτυχία στα μέσα των ‘00s, που όμως εκτός από έντονα μελό στοιχεία διαθέτει και μια ιδεολογικά άκρως συζητήσιμη κεντρική τοποθέτηση.

Κριτική

Τεράστιο σουξέ το 2006, όταν και κέρδισε το Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας απέναντι στον “Λαβύρινθο του Πάνα”, το φιλμ του Φλόριαν Χένκελ φον Ντόνερσμαρκ (“The Tourist”) μοιάζει σήμερα σαν μουσειακό αντικείμενο της εποχής του. Σε ένα κλίμα γενικευμένης αποϊδεολογικοποίησης πριν το άγριο ξύπνημα του τέλους των ‘00s, οι “Ζωές” λειτουργούν σαν liberal παραμύθι ενωτικότητας και συγχώρεσης.

Οι κακοί του είναι ρομπότ, οι καλοί του είναι ποιητές, κι ο Καλός Κακός είναι ένα ρομπότ που θα ήθελε να είναι ποιητής. Τα κεντρικά δραματουργικά σημεία είναι αρκετά σχηματικά όπως ορίζουν οι συμβάσεις του μελό, και ποτέ δεν αναμετράται επί της ουσίας με το ζήτημα της συγχώρεσης το οποίο τόσο ανάλαφρα και συγκινησιακά εξαπολύει στην κλιμάκωση της ιστορίας ως αφηγηματική βόμβα.

Οι μηχανισμοί του φυσικά χρησιμοποιούνται υποδειγματικά ως mainstream αφήγηση, και οπωσδήποτε οι εξαιρετικές κεντρικές ερμηνείες – ιδίως από τον Ούρλιχ Μούε και τον Σεμπάστιαν Κοχ – κάνουν τρελό κουβάλημα. Σε ένα επιφανειακό επίπεδο, οι “Ζωές των Άλλων” παρουσιάζουν κάτι το αναντίρρητο σε επίπεδο θεάματος και συγκίνησης. Αυτό ίσως να κάνει και πιο ουσιώδεις τις ενστάσεις. Δίπλα σε ένα φιλμ σαν το “Ένα Απλό Ατύχημα” του Τζαφάρ Παναχί, οι “Ζωές” μοιάζουν με ‘90s Χόλιγουντ.

Σχετικό Άρθρο

Κυκλοφορούν επίσης

Το Τραγούδι του Δάσους: Μετά την πολυβραβευμένη “Λεοπάρδαλη του Χιονιού” ο σπουδαίος φωτογράφος άγριας ζωής Βενσάν Μινιέ επιστρέφει στα δάση της Ευρώπης για μια αποτύπωση της ζωής εκεί, μαζί με τον φυσιοδίφη πατέρα του και των δωδεκάχρονο γιο του, σε μουσική του Γουόρεν Έλις.

Goat: Ο Δρόμος προς την Κορυφή: Ο Γουίλ, μία νεαρή κατσίκα με μεγάλα όνειρα, έχει μια μοναδική ευκαιρία να ενταχθεί στους επαγγελματίες και να παίξει roarball – ένα άθλημα υψηλής έντασης στο οποίο κυριαρχούν τα γρηγορότερα και πιο άγρια ζώα του κόσμου. Οι νέοι συμπαίκτες του Γουίλ δεν είναι ενθουσιασμένοι που έχουν μια μικρή κατσίκα στην ομάδα τους, αλλά εκείνος είναι αποφασισμένος να φέρει επανάσταση στο άθλημα. Αθλητική περιπέτεια κινουμένων σχεδίων.

Rabbit Trap: Ένα ζευγάρι μουσικών μετακομίζει σε μια απομονωμένη καλύβα, αναζητώντας έμπνευση στους ήχους της φύσης. Η εμφάνιση ενός μυστηριώδους παιδιού φέρνει στην επιφάνεια κρυφές εντάσεις και δοκιμάζει τη σχέση τους, καθώς η γαλήνη της φύσης διαστρέφεται σε μια σκοτεινή, απειλητική δύναμη. Θρίλερ με τον Ντεβ Πατέλ.

Κραυγές: Τρεις γυναίκες διαφορετικών ηλικιών ζουν εγκλωβισμένες σε μια καθημερινότητα που τις καταπιέζει. Ανάμεσα στη ρουτίνα, τις κοινωνικές προσδοκίες και τους προσωπικούς τους φόβους, αισθάνονται ότι έχουν χάσει τη σύνδεση με τον εαυτό και τις επιθυμίες τους. Η απόδρασή τους στην άγρια φύση γίνεται μια απρόσμενη διαδρομή ελευθερίας και αφύπνισης. Εκεί, μακριά από κανόνες και ρόλους, ανακαλύπτουν μια άλλη εκδοχή του εαυτού τους. Σκηνοθετεί ο Πέτρος Σεβαστίκογλου.

Σε ειδικές προβολές: Ντράκουλας

Ο ακούραστος Ράντου Ζούντε γύρισε 2 ταινίες το ‘25: Μετά το βραβευμένο στο Βερολίνο “Kontinental ‘25” για το οποίο γράψαμε πρόσφατα, παρουσίασε και το συναρπαστικό meta ανοσιούργημα “Ντράκουλας”. Μια αβάν γκαρντ σάτιρα που εμπνέεται από το μύθο του Δράκουλα μέσα από διαφορετικά κεφάλαια τα οποία αντλούν από τον μύθο με διαφορετικούς τρόπους και εξετάζουν τον τρόπο με τον οποίο φτάνει στο σήμερα η όποια μυθολογία. Gentrification, γκροτέσκο ΑΙ, σινεφιλία, καπιταλισμός στο μπλέντερ του ιδιοσυγκρασιακού κινηματογραφικού χρονογράφου από τη Ρουμανία.

Σε αρκετά σημεία όλα αυτά ακούγονται πιο ενδιαφερόντα από ό,τι όντως είναι, και πολλά από τα κεφάλαια της ταινίας είναι πληκτικά –και άσχημα, αλλά αυτό είναι μέρος της ‘αποστολής’ της. Όμως οι κορυφώσεις του φιλμ, τα σημεία στα οποία βρίσκει στόχο, δε μοιάζουν με τίποτα άλλο εκεί έξω. Ο Ζούντε πολύ απλά αδυνατεί να κάνει αδιάφορη ταινία – για εκείνον, ο πειραματισμός είναι το αποτέλεσμα. (Η ταινία παίζεται σε ειδικές προβολές στο Cinobo Πατησίων.)

Σχετικό Άρθρο

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα