Νέες ταινίες: Θρησκευτικά μιούζικαλ από το παρελθόν και Α.Ι. απειλές από το μέλλον
Διαβάζεται σε 12'
Κάθε εβδομάδα, ο Θοδωρής Δημητρόπουλος βλέπει και σχολιάζει τις νέες ταινίες στις αίθουσες.
- 12 Μαρτίου 2026 06:07
Δεν συγκίνησε τους θεατές η “Νύφη!”, ούτε παγκοσμίως αλλά ούτε και στην Ελλάδα. Η ταινία άνοιξε με σχεδόν 6.000 εισιτήρια, κλειδώνοντας τη θέση της ως μελλοντική αναφορά σε παντός είδους «καλτ/υποτιμημένες/εμπορικές αποτυχίες» λίστες.
Την ίδια ώρα η πρωταγωνίστρια της ταινίας Τζέσι Μπάκλεϊ ετοιμάζεται για το Όσκαρ της, κι ενώ το “Άμνετ” πέρασε τα 150.000 εισιτήρια, σε μια από τις πιο εντυπωσιακές εμπορικές επιτυχίες της μετα-πανδημικής περιόδου.
Γενικά πάντως πολύ μέτρια κινήθηκε η αγορά την περασμένη εβδομάδα, με το “Scream 7” να παραμένει στην κορυφή με 14.500 εισιτήρια και σύνολο 62.000. Ελαφρά πίσω του το “Στον Κόσμο των Ζώων” της Pixar, με 14.000. Λίγα για animation, πόσο μάλλον για τόσο μεγάλο στουντιακό.
Δύσκολα θα αναθαρρήσουν τα ταμεία κι αυτή τη βδομάδα, έχουμε όμως ωραίες επιλογές για τολμηρούς, με ταινίες που δε φοβούνται το ρίσκο.
Οι νέες ταινίες της εβδομάδας
Η Διαθήκη της Αν Λι
(“The Testament of Ann Lee”, Μόνα Φάστβολντ, 2ω17λ)
★★★½
Η αληθινή ιστορία της Αν Λι, ιδρύτρια της αίρεσης των Shakers στην Αμερική του 18ο αιώνα που διακήρυττε την ισότητα των φύλων μέσα από μια ουτοπική κοινωνία – αρκεί κανείς να απέχει από την ερωτική επαφή.
Σε 25 λέξεις: Παροξυσμικό και τολμηρό ιστορικό έπος που μιλά για την ελευθερία και την έκσταση μέσα από εκτεταμένα μουσικά νούμερα(!). Σκηνοθετεί η σεναριογράφος του “Brutalist”, Μόνα Φάστβολντ, με μια εκπληκτική ερμηνεία από την Αμάντα Σέιφριντ του “Mamma Mia”.
Κριτική
Μια ταινία-εμπειρία που σίγουρα παίρνει πολλά ρίσκα και δεν παίζει με καμία απολύτως ασφάλεια, είναι η “Διαθήκη της Αν Λι” δια χειρός Μόνα Φάστβολντ. Το όνομα μπορεί να μην σας λέει κάτι, αλλά μάλλον είδατε πρόσφατα ένα έργο της: Η Φάστβολντ είναι η δημιουργική παρτενέρ του Μπρέιντι Κορμπέ, και οι δυο τους έγραψαν μαζί το σενάριο τόσο της “Αν Λι”, όσο και του “The Brutalist”.
Οι δύο ταινίες γυρίστηκαν σε παρόμοια location, με ένα τεράστιο ποσοστό κοινού συνεργείου. Ο Κορμπέ σκηνοθέτησε το “Brutalist”, η Φάστβολντ την “Αν Λι”. Μάλιστα, πέρσι τον χειμώνα είχαν μιλήσει κι οι δυο τους μαζί, στο Magazine, για το ζητούμενο του σινεμά τους και για το πώς στήνουν τόσο φτηνές ταινίες, που μοιάζουν τόσο ακριβές.
Το ρίσκο όμως φτάνει νέα επίπεδα με τη “Διαθήκη της Αν Λι”, την κινηματογραφική απόδοση της ζωής της θρησκευτικής ηγέτριας Αν Λι, η οπoία θεωρήθηκε από τους ακολούθους της ως εκπρόσωπος του θεού, και ίδρυσε το θρησκευτικό κίνημα των σέικερς. Χάρη στο δύσκολο μεγάλωμά της, την καταπίεση από τον πατέρα της, και τον εξαναγκασμό της σε γάμο και σε γέννα 4 παιδιών που πέθαναν όλα, η Αν Λι στράφηκε στη ζωή και στις διδαχές της απόλυτα εναντίον των σαρκικών σχέσεων.
Θεμέλια λίθος της πίστης των σέικερς και της αναζήτησης της εν ζωή τελειότητας, ήταν η αγαμία. Κάθε είδους σεξουαλικές σχέσεις είχαν ως αποτέλεσμα την αποβολή από την κοινότητα των πιστών, αλλά πέρα από αυτό οι διδαχές αυτές και ο προσηλυτισμός, περνούσαν από μια θετική σκοπιά του εαυτού και της ύπαρξης, χωρίς να λειτουργεί καταπιεστικά ή σε καθεστώς φόβου.
Αυτό το στοιχείο φαίνεται να εμπνέει και την Φάστβολντ, η οποία δημιουργεί ένα παράδοξο κάτι-σαν-μιούζικαλ, χρησιμοποιώντας ύμνους της περιόδου μαζί με τραγούδια από τον (βραβευμένο με Όσκαρ για το “Brutalist”) Ντάνιελ Μπλούμπεργκ. Η θρησκευτική και σωματική έκσταση περνά μέσα από το σώμα και την κίνηση. Αν μεγάλο μέρος του τι κάνει αληθινή για πολλούς την εμπειρία της πίστης, είναι ένας συλλογικός συντονισμός με κάτι το ευρύτερο, που ξεπερνά τη λογική και τα λόγια, αυτός ο συντονισμένος χορός είναι σίγουρα ένας πολύ ενδιαφέρων και αποτελεσματικός τρόπος να αποτυπώσεις κινηματογραφικά αυτή τη διάθεση συνύπαρξης και συλλογικότητας.
Η ιστορία μετακινείται σε τόπους και στο χρόνο ακολουθώντας την Αν Λι και τους σέικερς μέσα στα χρόνια, φτάνοντας μέχρι και τη σύγκρουσή της με άλλες τοπικές κοινότητες που αντιτίθενταν στον προσηλυτισμό της. Αλλά και με μια αναδυόμενη αμερικάνικη ταυτότητα που –καθώς η ιστορία μας τοποθετείται στα τέλη του 18ου αιώνα, παράλληλα με την ανεξαρτησία της Αμερικής– στράφηκε βίαια ενάντια στο μήνυμά της.
Αυτή η σύγκρουση αποκαλύπτει νομίζω κάτι το διαχρονικό για το πώς η δυτική ταυτότητα θεμελιώθηκε πάνω σε αξίες συγκρουσιακές και ατομιστικές. «Όλες οι ταινίες μας είναι ιστορικά κομμάτια. Κοιτάμε στο παρελθόν για να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε με κάποιο τρόπο το παρόν», μου έλεγε η Φάστβολντ σε εκείνη τη συνέντευξη για το “Brualist”, και μέσα από το άλλοτε υπνωτιστικό, άλλοτε ντελιριακό νέο της πείραμα, μπορείς να διακρίνεις και πάλι μια τέτοια πρόθεση.
Όχι πως πετυχαίνει στα πάντα η ταινία. Μεγάλο μέρος της διάρκειας πέφτει σε τεράστιες επαναλήψεις, σε ιδέες, σε εικόνες, και ακόμα και σε τραγούδια. Αυτό αφήνει το φιλμ εκτεθειμένο, μιας και δεν γίνεται ποτέ αληθινά εκστατικό, ενώ κι η αρχική ακόμα αίσθηση έκπληξης για αυτό που παρακολουθείς, εξασθενεί ως το τέλος. Δεν είναι απόλυτα πετυχημένη, αλλά δε θα τη μπερδέψεις ποτέ με καμία άλλη, κι είναι αρκετά καλή και ενδιαφέρουσα ώστε κάτι μέσα μου να λέει πως ο χρόνος θα της φερθεί καλά.
Διότι η αλήθεια είναι πως σαν ταινία, δεν σταματάει ποτέ να έχει ενδιαφέρον. Είναι απίστευτα φιλόδοξη, και έχει προκύψει εμφανέστατα με περισσή συνειδητότητα από τους Φάστβολντ και Κορμπέ, σε επίπεδο δομής, σύνθεσης, αφήγησης και οπτικής ταυτότητας. Η Φάστβολντ αποτυπώνει την εποχή σαν μια μουντή όπερα όπου η κεντρική ηρωίδα νιώθεις διαρκώς πως θέλει να πετάξει μακριά αλλά μένει δεμένη στο έδαφος.
Η Αμάντα Σέιφριντ στον κεντρικό ρόλο αποπνέει κάτι το αυθεντικά θετικό, ακόμα κι όταν το περιβάλλον την στενεύει και την σκοτεινιάζει. Η ηθοποιός το καταφέρνει αυτό κουβαλώντας στο πρόσωπό της και τα χρόνια που περνάνε εντός του φιλμ, φτάνοντας στο τέλος να μοιάζει καταβεβλημένη μεν, αλλά με μια αύρα ηρεμίας γύρω της – σα να ξέρει πως έχει δίκιο, πως έχει κάνει ό,τι έπρεπε, έχει κάνει ό,τι μπορούσε. Σε τι άλλο μπορεί κανείς να ελπίζει, εξάλλου;
Good Luck, Have Fun, Don’t Die
(Γκορ Βερμπίνσκι, 2ω15λ)
★★★
Ένας φαινομενικά παλαβός άνθρωπος από το μέλλον καταφθάνει σε diner στο σήμερα προσπαθώντας να στρατολογήσει την ιδανική ομάδα για μια επικίνδυνη αλλά αναγκαία αποστολή: Να σταματήσουν στην κόψη του χρόνου, την δημιουργία μιας ανεξέλεγκτης τεχνητής νοημοσύνης που ευθύνεται για την καταστροφή του κόσμου.
Σε 25 λέξεις: Κεφάτη επιστροφή για τον απολαυστικό σκηνοθέτη των “Πειρατών της Καραϊβικής” με μια κωμική περιπέτεια επιστημονικής φαντασίας κάπου ανάμεσα στο “Black Mirror” και το “Τα Πάντα Όλα”. Αρκετά περιορισμένο το σενάριο, αλλά άψογο καστ, ευρηματική σκηνοθεσία και αναπολογητικά ειλικρινείς προθέσεις.
Κριτική
Η μανιακή αποσπασματικότητα του “Τα Πάντα Όλα” των Ντάνιελς συναντά τους “Black Mirror” προληματισμούς του μέλλοντος μαζί με κάτι από την αναρχική διάθεση (σε οπτικό τουλάχιστον επίπεδο) της κατά Τέρι Γκίλιαμ φαντασίας, στο νέο φιλμ του Γκορ Βερμπίνσκι που επιτέλους επιστρέφει 9 χρόνια μετά την τελευταία του ταινία.
Ο σκηνοθέτης της αρχικής τριλογίας των “Πειρατών της Καραϊβικής” (και βραβευμένος με Όσκαρ για το κινουμένων σχεδίων “Ράνγκο”) είναι ένας από τους πιο ευρηματικούς μαέστρους της μεγάλων διαστάσεων σκηνής δράσης στο σύγχρονο σινεμά, καταφέρνοντας να εμφυσήσει μια καλοδεχούμενη αύρα καρτουνίστικης σπιρτάδας στο θέαμά του. Ας θυμηθούμε για παράδειγμα την κλασική σκηνή της ξιφομαχίας μέσα στη γιγάντια ρόδα από το “Σεντούκι του Νεκρού”, μια από τις πιο εμπνευσμένες και εντυπωσιακά χορογραφημένες σκηνών μάχης του σύγχρονου Χόλιγουντ:
Ο Βερμπίνσκι επιστρέφει με ένα σαφώς μικρότερου βεληνεκούς θέαμα αυτή τη φορά, αλλά καταφέρνει να δώσει πνοή σε ένα αποσπασματικό και μάλλον ελλιπές σενάριο από τον Μάθιου Ρόμπινσον. Η ταινία ακολουθεί μια καρτουνίστικη φιγούρα που έρχεται από το μέλλον (απολαυστικός στο ρόλο ο Σαμ Ρόκγουελ, ηγείται ενός γενικότερα άψογου ensemble) για να στρατολογήσει την ιδανική ομάδα θαμώνων ενός diner, και μαζί να αποτρέψουν την άνευ όρων και περιορισμών δημιουργία μιας Τεχνητής Νοημοσύνης που θα καταστρέψει τον κόσμο.
Στην πορεία της ταινίας βλέπουμε και τα backstories της επιλεγμένης ομάδας, που μοιάζουν όλα με αυτόνομα μισοψημένα “Black Mirror” σενάρια, που δένουν (άλλα περισσότερο, άλλα λιγότερο, άλλα εντελώς επιδερμικά) με την κεντρική πλοκή. Δεν υπάρχει απολύτως τίποτα λεπτοδοσμένο στην σάτιρα της ταινίας, η οποία στοχεύει στην ανάπτυξη τεχνολογίας χωρίς ηθική και στην ψηφιακή απομόνωση με κατά βάση διασκεδαστικά gags.
Είναι δοσμένα όλα με αφοσιωμένο, απόλυτα ειλικρινή τρόπο, κι όχι με λεπτότητα ή εμβάθυνση. Δεν πειράζει ωστόσο: Αν είναι να κάνεις κάτι είναι ωραίο να το υπηρετείς με απόλυτο δόσιμο, κι αυτό κάνει η ταινία εδώ. Είναι το καστ και, κυρίως, ο Βερμπίνσκι που παίρνουν τα επιμέρους στοιχεία του σεναρίου και το ανυψώνουν σε μια αληθινά διασκεδαστική sci-fi περιπέτεια.
Τα καδραρίσματα του Βερμπίνσκι είναι πάντα γεμάτα πληροφορία και ευρήματα, αλλά ταυτόχρονα σαφή και ποτέ μπουκωμένα. Μια δύσκολη ισορροπία, ειδικά συνυπολογίζοντας τον ασταμάτητο ρυθμό ενός φιλμ που μοιάζει σε διαρκές κρεσέντο. Οι συναισθηματικές νότες δεν πετυχαίνουν πάντα, υπογραμμίζοντας κιόλας την αληθινή δυσκολία του εγχειρήματος του “Τα Πάντα Όλα”, όμως το φιλμ καταφέρνει εν τέλει να κρατήσει ασφυξία και ελπίδα, απλότητα και ευρηματικότητα μέσα στον ίδιο χώρο – σαν σωστή (στην καρδιά της) b-movie φαντασίας.
Ο Μάγος του Κρεμλίνου
(“The Wizard of Kremlin”, Ολιβιέ Ασαγιάς, 2ω25λ)
★★
Ένας παραγωγός ριάλιτι γίνεται επικοινωνιολόγος και δεξί χέρι ενός ανερχόμενου τότε Βλάντιμιρ Πούτιν, διαμορφώνοντας δίπλα του τη νέα Ρωσία του 21ου αιώνα.
Σε 25 λέξεις: Πολιτικό δράμα για το ρόλο της εικόνες και της επικοινωνίας στη διαμόρφωση πολιτικών αφηγήσεων, γυρισμένο αμήχανα από τον Ολιβιέ Ασαγιάς (“Κάρλος, το Τσακαλι”) με τον Τζουντ Λο ως Πούτιν σε μια ερμηνεία που θυμίζει μάπετ.
Κριτική
Ο Τζουντ Λο πρωταγωνιστεί ως Βλάντιμιρ Πούτιν σε ένα ανεξήγητα αμήχανο φιλμ από τον πάντα απρόβλεπτο και συνήθως πολύ ενδιαφέροντα Ολιβιέ Ασαγιάς (“Irma Vep”, “Κάρλος, το Τσακάλι”). Στον “Μάγο του Κρεμλίνου” ο Ασαγιάς διασκευάζει το ομώνυμο βιβλίο του Τζουλιάνο ντα Έμπολι από το 2022, αφηγούμενος την άνοδο στην ‘βασιλική αυλή’ του Πούτιν, ενός νεαρού καλλιτέχνη που χάρη σε μια απρόβλεπτη ακολουθία γεγονότων γίνεται δεξί του χέρι.
Τον Βαντίμ Μπαράνοφ (φανταστικό πρόσωπο) παίζει ο Πολ Ντέινο με μια ανέκφραση μονοτονία, αλλά το όποιο ενδιαφέρον στην πραγματικότητα βρίσκεται εντελώς γύρω από αυτόν. Καθώς μέσα από την άνοδο του Μπαράνοφ στην ιεραρχία της ρωσικής καθεστωτικής μηχανής, το φιλμ παρουσιάζει μια σύντομη ιστορία των πολιτικών συσχετισμών στη Ρωσία μετά το τέλος της Σοβιετικής Ένωσης, και το πώς ο Πούτιν άρπαξε την εξουσία εξολοθρεύοντας αντιπάλους του και εκμεταλλευόμενος τη δίψα του κόσμου για ηγετική ισχύ – όσο πιο κυνική και αιματηρή, τόσο καλύτερα.
Ο Ασαγιάς παρουσιάζει την Ιστορία επιδερμικά, σαν μια σειρά από τακτοποιημένα κεφάλαια, με αμήχανη και απρόσωπη αφήγηση σα να επρόκειτο για σελίδα wikipedia, δίχως να έχει να προσφέρει κάποια αληθινή ματιά ή διαπίστωση, και με τον Τζουντ Λο να παίζει τον Πούτιν σχεδόν σαν μάπετ, σε μια ταινία που δεν είναι απόλυτα σίγουρη ούτε για τον τόνο της, ούτε για το τι έχει τελικά να προσφέρει. Είναι πολύ παρακολουθήσιμο, σα να βλέπεις κάποιο εκλαϊκευμένο ντοκιμαντέρ στο Netflix, αλλά ακόμα και μια ταινία σαν το “Apprentice” του Άλι Αμπάσι, μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει.
Η Μικρή Αμελί
(“Little Amélie or the Character of Rain / Amélie et la métaphysique des tubes”, Μαϊλίς Βαλάντ, Λιάν-τσο Χαν, 1ω18λ)
★★★½
Στη μεταπολεμική Ιαπωνία, το μικρό κορίτσι μιας οικογένειας από το Βέλγιο βιώνει μια θαυματουργή “συνάντηση” που την ξυπνά και της επιτρέπει να προσεγγίσει με μεγάλη περιέργεια τον κόσμο γύρω της. Θα έρθει πολύ κοντά με την οικιακή βοηθό της οικογένειάς της, κάτι που θα της επιτρέψει να προσεγγίσει τις κρυφές αλήθειες – της μικρής κοινότητας αλλά και όλου του κόσμου γύρω της.
Σε 25 λέξεις: Συναισθηματικά πλούσιο φιλμ κινουμένων σχεδίων που εκμεταλλεύεται στο έπακρο τις δυνατότητες του παραδοσιακού animation, πετυχαίνοντας μια διαρκή ροή στην εικόνα που αντικατοπτρίζει και έναν διαρκώς μεταβαλλόμενο και εύπλαστο εσωτερικό και συναισθηματικό κόσμο για τη νεαρή ηρωίδα. Ένα πολύ όμορφο φιλμ ενηλικίωσης, που δικαίως βρίσκεται υποψήφιο για Όσκαρ Ταινίας Κινουμένων Σχεδίων.
Οδός Μάλαγα
(“Calle Malaga”, Μαριάμ Τουζανί, 1ω56λ)
★★★
Η 79χρονη Μαρία Άνχελες ζει ευτυχισμένη στο Μαρόκο μέχρι που η κόρη της έρχεται από τη Μαδρίτη για να πουλήσει το σπίτι στο οποίο εκείνη έχει ζήσει όλη της τη ζωή. Αποφασισμένη να μείνει εκεί, θα κάνει ό,τι μπορεί για να πάρει πίσω το σπίτι –και τη ζωή της– ανακαλύπτοντας στην πορεία τον έρωτα και τον αισθησιασμό, σαν από την αρχή.
Σε 25 λέξεις: Όμορφο, καλογυρισμένο, συναισθηματικό δράμα από την σκηνοθέτρια του “Μπλε Καφτανιού” με μια εντυπωσιακή Κάρμεν Μάουρα στον κεντρικό ρόλο. Το ανθρώπινο άγγιγμα της Τουζανί είναι ξανά εδώ, με ανάγλυφες εικόνες ακόμα και μες στο σκοτάδι καθώς σκιαγραφεί ένα πορτρέτο πείσματος και ζωής, ερωτισμού και πάθους μέσα από μικρές στιγμές της καθημερινότητας.
Κυκλοφορούν επίσης
Οι Δοκιμάστριες: Μια απίστευτη αληθινή ιστορία επιβίωσης και αλληλεγγύης, βασισμένη στο διεθνές μπεστ σέλερ “Στο Τραπέζι του Λύκου”, με πάνω από 3 εκατομμύρια ευρώ σε εισπράξεις στην Ιταλία.
The Mortuary Assistant: Κατά τη διάρκεια μιας νυχτερινής βάρδιας σε ένα απομονωμένο νεκροτομείο, μια νεαρή βοηθός αρχίζει να βιώνει ανεξήγητα φαινόμενα καθώς μια δαιμονική δύναμη είναι αποφασισμένη να καταλάβει το σώμα της πριν ξημερώσει. Βασισμένο στο επιτυχημένο horror video game.
Μυστικός Πράκτορας Μπέρνι: Αποστολή στον Άρη: Ο πιο γκαφατζής, αλλά και αξιαγάπητος αρκούδος του γαλαξία έρχεται στη μεγάλη οθόνη για μια ξεκαρδιστική, διαστημική περιπέτεια για όλη την οικογένεια. Βασισμένο στην σειρά κινουμένων σχεδίων “Bernand”.